Home

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΕ ΣΥΡΡΑΞΗ (ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ)

4 Comments

03Aναπαράσταση φάσης ωθισμού οπλιτικής σύρραξης από τον Ισπανικό Ιστορικό Σύλλογο Athena Promachos (copyright: Ana Belen Rubio).

.

Παλαιότερο σχετικό άρθρο: ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ: Η ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

.

Η επίθεση της οπλιτικής παράταξης διενεργείτο με τους πολεμιστές των τριών ή των τεσσάρων πρώτων στοίχων να κρατούν τα δόρατα τους σε οριζόντια θέση, προτεταμένα προς τον εχθρό. Τρεις ή τέσσερις αιχμές δοράτων εμπόδιζαν τον εχθρό να φτάσει στον πρώτο στοίχο της φάλαγγας. Οι πολεμιστές των γραμμών που ακολουθούσαν, είχαν τα δόρατα τους σε κεκλιμένη θέση προκειμένου να μην τραυματίσουν με τις αιχμές τους οπλίτες των εμπρόσθιων στοίχων και για να έχουν τους σαυρωτήρες* με κατεύθυνση προς τα κάτω, έτσι ώστε να σκοτώνουν τους τραυματισμένους εχθρούς όταν περνούσαν από πάνω τους. Ο κύριος σκοπός της κλίσης των δοράτων ήταν να ανακόπτουν τα βλήματα που δέχονταν από τους ψιλούς του εχθρού (ακόντια, βέλη, πέτρες, κ.α.).

Η μάχη ξεκινούσε με τις δύο αντίπαλες φάλαγγες να κινούνται η μια εναντίον της άλλης. Η είσοδος στο πεδίο της σύρραξης συνοδευόταν είτε από πολεμικά άσματα, τους παιάνες –όπως συνήθιζαν οι στρατοί των Σπαρτιατών και των άλλων Δωριέων – είτε από πολεμικές ιαχές. Όταν οι οπλιτικοί στρατοί πλησίαζαν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου μισού έως ενός σταδίου (89-177 μέτρα), οι πολεμιστές άρχιζαν να τρέχουν με σκοπό να επιπέσουν ορμητικά επί του εχθρού. Αυτό έπραξαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες οι οποίοι βάδιζαν μέχρι την εκ του συστάδην σύρραξη, με οργανωμένο σχηματισμό και συγχρονισμένο βηματισμό, τον ρυθμό του οποίου έδιναν οι ήχοι αυλών. Στόχευαν στην τρομοκράτηση του εχθρού με την ψυχραιμία και την «απάθεια» τους. Μερικοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι και άλλοι στρατοί δωρικών πόλεων ακολουθούσαν αυτήν την τακτική εισόδου στη μάχη.

Συνέχεια

Advertisements

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΣΠΑΡΤΗ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΑΙΟΛΙΔΕΣ ΝΗΣΟΙ

2 Comments

Aristonothos

Aristonothos vase 700-650 BC
Το περίφημο «αγγείο του Αριστονοθου» (περί το 700-650 πΧ), το οποίο κατασκευάσθηκε στη Μεγάλη Ελλάδα από τον Αριστονοθο  και ανακαλύφθηκε στην Καίρη της Ετρουρίας. Η αγγειογραφία της ναυμαχίας στην κάτω εικόνα, μας δίνει μία πολύ καλή αναπαράσταση των πλοίων που χρησιμοποιούσαν οι Ελληνες και οι Ετρούσκοι θαλασσομάχοι (σχεδόν όμοια), όπως και τον τρόπο πολέμου στη θάλασσα κατά την περίοδο της ακμής των Αιολίδων νήσων (Αρχαϊκή περίοδος).

Οι Λιπάρες ή Αιολίδες νήσοι είναι μία συστάδα μικρών νησιών της Σικελίας, βορειοδυτικώς του Στενού της Μεσσήνης. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθώ με μία άγνωστη πτυχή της Ιστορίας τους η οποία αφορά ένα ενδιαφέρον επεισόδιο του αρχαίου ελληνικού αποικισμού.
Το 580 π.Χ. στη Σικελία, οι Σελινούντιοι παραιτήθηκαν οριστικά από τη διεκδίκηση διαμφισβητουμένων εδαφών έναντι της Γέλας (στα οποία εδάφη ιδρύθηκε ο Ακράγας) με αντάλλαγμα την ενίσχυση τους με Δωριείς αποίκους, προερχόμενους από τη Ρόδο και τη μικρασιατική πόλη Κνίδο, οι οποίοι έφθασαν στη δυτική Σικελία μέσω της Γέλας. Ο ηγέτης των Ροδίων και Κνιδίων αποίκων, Πένταθλος, ήταν Κνίδιος, όπως και οι περισσότεροι άνδρες του.
Οι Σελινούντιοι χρησιμοποίησαν τους Κνιδίους και Ροδίους στον πόλεμο εναντίον των Ελύμων και των Φοινίκων εχθρών τους. Τους βοήθησαν να ιδρύσουν νέα ελληνική αποικία, στο ακρωτήριο Λιλύβαιο, μόλις 10 χιλιόμετρα νοτίως της Μοτύης. Προσπαθούσαν να αντιπαραθέσουν μια νέα δωρική δύναμη έναντι της Μοτύης, κύριας καρχηδονιακής αποικίας στο νησί, και της Καρχηδόνας, ενώ οι ίδιοι θα ασχολούνταν με την υποταγή της Έγεστας η οποία αντιστεκόταν επίμονα στην επέκταση τους. Οι Σελινούντιοι, οι Κνίδιοι και οι Ρόδιοι ένωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον των Ελύμων, των Σικελο-Φοινίκων και των Καρχηδονίων. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι η κύρια μάχη ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς δόθηκε πλησίον του Λιλύβαιου, προφανώς στην ενδοχώρα ανάμεσα στον Σελινούντα και την Έγεστα (ή Σέγεστα). Ο Πένταθλος σκοτώθηκε, οι Έλληνες ηττήθηκαν (580/576 π.Χ.) ενώ αμέσως μετά οι Έλυμοι και οι Καρχηδόνιοι επιτέθηκαν εναντίον του Λιλύβαιου και εκδίωξαν από εκεί τους Κνιδίους και τους Ροδίους.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ: Η ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

15 Comments

14

Οι Σπαρτιάτες αντιμετωπίζουν τον περσικό στρατό στις Θερμοπύλες με κλειστό σχηματισμό φάλαγγας, σε κλασσικό πλέον πίνακα του Peter Connolly.

Ο οπλιτικός τρόπος πολέμου όπως μας είναι γνωστός από τις πηγές της Κλασσικής περιόδου, είχε πλέον διαμορφωθεί έως τους Μηδικούς πόλεμους (490-479 π.Χ.). Όταν οι στρατοί δύο αντίπαλων πόλεων-κρατών συναντούντο, οι οπλίτες τους σχημάτιζαν φάλαγγα, τασσόμενοι σε μικρή απόσταση  μεταξύ τους, δηλαδή σε κλειστό σχηματισμό (κλειστή τάξη). Ετσι παρατάσσονταν οι στοίχοι και οι ζυγοί της οπλιτικής φάλαγγας. Κάθε οπλίτης διέθετε έκταση περίπου ενός τετραγωνικού μέτρου προκειμένου να μάχεται και να ελίσσεται. Οι οπλίτες δύναντο να παραταχθούν σε ανοικτότερους σχηματισμούς, αν χρειαζόταν (π.χ. η ανοικτότερη τάξη εφαρμοζόταν συχνά κατά τη συντεταγμένη προέλαση έως το πεδίο ή αν το μήκος του εχθρικού μετώπου έπρεπε οπωσδήποτε να καλυφθεί εξολοκλήρου). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόσταση μεταξύ τους αυξανόταν τόσο στο μήκος μετώπου της φάλαγγας όσο και στο «βάθος» της. Από την άλλη πλευρά, αν η φάλαγγα έπρεπε να μετατραπεί στο γνωστό συμπαγές και αδιάρρηκτο «τείχος» από ασπίδες, οι οπλίτες πλησίαζαν τόσο μεταξύ τους, ώστε οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Επρόκειτο για την κατάλληλη τακτική όταν η φάλαγγα έπρεπε να ασκήσει  μεγαλύτερη πίεση στον αντίπαλο ή να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή αυτοπροστασία της. Ηταν ο ιδανικός κλειστός σχηματισμός (αν και είχε κάποια μειονεκτήματα) επειδή κατά την εφαρμογή του, η δεξιά ακάλυπτη πλευρά του οπλίτη προστατευόταν από την ασπίδα του συστρατιώτη ο οποίος ήταν ταγμένος στα δεξιά του. Ετσι σχηματιζόταν μια συμπαγής αδιάρρηκτη παράταξη η οποία στηριζόταν στην αλληλοπροστασία και την αλληλεγγύη των μαχίμων της.

Η αποστολή των «προμάχων» των «ηρωικών χρόνων» (Υστερομυκηναϊκής και Γεωμετρικής εποχής), δηλαδή των καλύτερων και περισσότερο ευπατριδών μαχητών οι οποίοι τάσσονταν μπροστά από τους άλλους πολεμιστές, δεν ήταν πλέον οι προσωπικές μονομαχίες με τους προμάχους του εχθρού. Η τωρινή αποστολή τους ήταν να διατηρούν τη συνοχή της φίλιας φάλαγγας και να φονεύουν τους προμάχους της αντίπαλης, με σκοπό να την κλονίσουν και να τη διαρρήξουν. Λόγω αυτής της αποστολής, οι πρόμαχοι παρατάσσονταν στον πρώτο ζυγό της φάλαγγας, ουσιαστικά στην ίδια θέση με εκείνη που κατείχαν στην ασύντακτη παράταξη της Γεωμετρικής περιόδου.

15

Οπλιτική φάλαγγα οκτώ ζυγών (‘βάθος’) και οκτώ στοίχων (μήκος), με τους οπλίτες της σε σχηματισμό μάχης.

Συνεχίστε την ανάγνωση

ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΟΥ ΣΕΛΙΝΟΥΝΤΑ (6ος αι. π.Χ.)

Leave a comment

segesta

Αρχαίος  ελληνικός  ναός  της  Εγεστας.

Το  580  π.Χ.  οι  Σελινούντιοι  παραιτήθηκαν  οριστικά  από  τη  διεκδίκηση  διαμφισβητουμένων  εδαφών  έναντι  της  Γέλας (στα οποία  εδάφη  ιδρύθηκε  ο  Ακράγας)  με  αντάλλαγμα  την  ενίσχυση  τους  με  Δωριείς  αποίκους,  προερχόμενους  από  τη  Ρόδο  και  τη  μικρασιατική  πόλη  Κνίδο,  οι  οποίοι  έφθασαν  στη  δυτική  Σικελία  μέσω  της  Γέλας.  Ο ηγέτης των Ροδίων και Κνιδίων αποίκων, Πένταθλος, ήταν Κνίδιος, όπως και οι περισσότεροι άνδρες του.

Athena

Αναπαράσταση οπλιτών  από τον  Ισπανικό Σύλλογο  “Αθηνά  Προμaχος”. Οι Ελληνες  οπλίτες της  Σικελίας δεν διέφεραν ουσιαστικά από εκείνους  της  μητροπολιτικής  Ελλάδας,  αν και  ανέπτυξαν  κάποιους  νεωτερισμούς  στην  εμφάνιση.

 Οι  Σελινούντιοι  χρησιμοποίησαν  τους  Κνιδίους  και  Ροδίους  στον  πόλεμο  εναντίον  των  Ελύμων  και  των  Φοινίκων  εχθρών  τους.  Τους  βοήθησαν  να  ιδρύσουν  νέα  ελληνική  αποικία,  στο  ακρωτήριο  Λιλύβαιο,  μόλις  10  χιλιόμετρα  νοτίως  της  Μοτύης.  Προσπαθούσαν  να  αντιπαραθέσουν  μια  νέα  δωρική  δύναμη  έναντι  της  Μοτύης,  κύριας  καρχηδονιακής  αποικίας  στο  νησί,  και  της  Καρχηδόνας,  ενώ  οι  ίδιοι  θα  ασχολούνταν  με  την  υποταγή  της  Έγεστας  η  οποία  αντιστεκόταν  επίμονα  στην  επέκταση  τους.  Οι  Σελινούντιοι,  οι  Κνίδιοι  και  οι  Ρόδιοι  ένωσαν  τις  δυνάμεις  τους  εναντίον  των  Ελύμων,  των  Σικελο-Φοινίκων  και  των  Καρχηδονίων.  Ο  Διόδωρος  ο  Σικελιώτης  αναφέρει  ότι  η  κύρια  μάχη  ανάμεσα  στους  δύο  συνασπισμούς  δόθηκε  πλησίον  του  Λιλύβαιου,  προφανώς  στην  ενδοχώρα  ανάμεσα  στον  Σελινούντα  και  την  Έγεστα (ή  Σέγεστα).  Ο  Πένταθλος  σκοτώθηκε,  οι  Έλληνες  ηττήθηκαν  (580/576  π.Χ.)  ενώ    αμέσως  μετά  οι  Έλυμοι  και  οι  Καρχηδόνιοι  επιτέθηκαν  εναντίον  του  Λιλύβαιου  και  εκδίωξαν  από  εκεί  τους  Κνιδίους  και  τους  Ροδίους.  Αυτή  η  ήττα  θεωρείται  ως  ιδιαίτερα  αρνητικό  γεγονός  για  τον  Ελληνισμό  επειδή  σήμανε  την  απώλεια  του  Λιλυβαίου  το  οποίο  ήταν  άριστο  «ορμητήριο»  προς  τη  δυτική  Μεσόγειο.  Αν  οι  Έλληνες  το  είχαν  διατηρήσει  θα  είχαν  διαφυλάξει  την  οδό  του  αποικισμού  προς  τις  χώρες  της  και  αργά  ή  γρήγορα  θα  κατακτούσαν  τις  αποκομμένες  από  την  Καρχηδόνα,  σικελο-φοινικικές  πόλεις.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  θα  ήλεγχαν  τους  εμπορικούς  δρόμους  προς  την  Ετρουρία  και  την  Ισπανία  αλλά  και  προς  την  ίδια  την  Καρχηδόνα,  έχοντας  ήδη  υπό  τον  έλεγχο  τους  και  το  Στενό  της  Μεσσήνης. Διαβάστε περισσότερα

Ο ΕΛΛΗΝΟ-ΦΟΙΝΙΚΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ ΚΑΙ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΣΕΛΙΝΟΥΝΤΑ (7ος-6ος αι. π.Χ.)

4 Comments

Selinunte

Αεροφωτογραφία του  αρχαιολογικού  χώρου  του  Σελινούντα

Κατά  την  περίοδο  που  οι  Έλληνες  αποίκιζαν  την  ανατολική  ακτή  της  Σικελίας  (τέλος  8ου  αι.  π.Χ.)  οι  Φοίνικες  διατηρούσαν  τα  δικά  τους  «εμπορεία»  (εμπορικούς  σταθμούς)  στο  δυτικό  τμήμα  της.  Φαίνεται  ότι  η  Πάνορμος  (σημερ.  σικελική  πρωτεύουσα  Παλέρμο)  ήταν  η  παλαιότερη  αποικία  τους.  Η  Μοτύη  ιδρύθηκε  περί  το  700  π.Χ.  από  τους  Φοίνικες  της  Καρχηδόνας.  Η  θέση  της  ήταν  ιδιαίτερα  στρατηγική  και  καλά  προστατευμένη,  έχοντας  ιδρυθεί  σε  μια  νησίδα  κοντά  στη  σικελική  ακτή.  Ταυτόχρονα  οι  Καρχηδόνιοι  ίδρυσαν  τα    «εμπορεία»  της  Μαζάρας  και  της  Μακάρας  στη  νοτιοδυτική  ακτή,  των  οποίων  η  φοινικική  προέλευση  έχει  εξακριβωθεί  από  τις  χαναανικές  ονομασίες  τους  και  από  την  αρχαιολογία.  Η  Μακάρα  ιδρύθηκε  μάλλον  στη  θέση  κάποιας  παλαιότερης  Μινωικής  ναυτικής  βάσης,  επειδή  οι  Έλληνες  την  αποκαλούσαν  «Μινώα» και  αργότερα ‘Ηράκλεια Μινώα’ ή  απλά  ‘Ηράκλεια’.  Τέλος,  Ιταλοί  αρχαιολόγοι  έχουν  υποθέσει  ότι  η  μεταγενέστερη  πόλη  των  Ιμεραίων  Θερμών,  την  οποία  ίδρυσαν  οι  Καρχηδόνιοι  μετά  την  καταστροφή  της  Ιμέρας  (τέλος  5ου    αιώνα  π.Χ.),  προϋπήρχε  ως  φοινικική  αποικία  πριν  την  ίδρυση  της  τελευταίας.

Το  δυτικό  τμήμα  της  Σικελίας  δεν  ήταν  άγνωστο  στους  Έλληνες  και  γενικά  στους  κατοίκους  του  Αιγαίου.  Κύριοι  κάτοικοι  της  περιοχής  και  πιστοί  σύμμαχοι  των  Φοινίκων  ήταν  οι  Έλυμοι,  λαός  ο  οποίος  είχε  από  νωρίς  εμπορικές  και  πολιτισμικές  συναλλαγές  με  τους  Έλληνες.  Θεωρείται  μάλιστα  ότι  η  εθνογένεση   της  ελυμικής  εθνότητας  και  η  οργάνωση  της  σε  πόλεις-κράτη  οφείλεται  στη  φοινικική  και  την  ελληνική  επίδραση  σε  ένα  τμήμα  του  ευρύτερου  λαού  των  Σικανών,  ενδεχομένως  δε  και  στην  εγκατάσταση  Μικρασιατών  προσφύγων  στο  έδαφος  τους.  Οι  Έλληνες,  οι  οποίοι  είχαν  εκτοπίσει  τους  Φοίνικες  από  την  υπόλοιπη  Σικελία,  δεν  άργησαν  να  εμφανιστούν  ως  άποικοι  και  στη  δυτική  περιοχή  της.  Το  648  π.Χ.  «εγκαινίασαν»  έναν  έντονο  γεωστρατηγικό  ανταγωνισμό  με  τους  δεύτερους  όταν  πλησίασαν  επικίνδυνα  τις  τελευταίες  εγκαταστάσεις  τους  στο  νησί  ιδρύοντας  κοντά  σε  αυτές  την  Ιμέρα (κοινή  αποικία  Χαλκιδαίων  και  Συρακουσίων).  Οι  Καρχηδόνιοι  αναγκάστηκαν  να  εκκενώσουν  το  «εμπόρειο»  τους  στις  Θέρμες,  κατά  το  πιθανότερο  μετά  από  επίθεση  των  Ιμεραίων.

Συνεχιστε την αναγνωση

ΟΙ ΑΣΠΙΔΕΣ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

2 Comments

vase painti

Αγγειογραφία με παράσταση οπλίτη, 5ος αιώνας π.Χ. Ο πολεμιστής φέρει ορειχάλκινο  θώρακα, ξίφος και ασπίδα οπλιτικού τύπου. Στην ασπίδα διακρίνονται  η αντιλαβή, ο πόρπακας και οι τελαμώνες ανάρτησης (Παρίσι, Μουσείο  Λούβρου)

Η  Γεωμετρική  περίοδος (11ος-8ος  αι.  πΧ)  προηγήθηκε  της  εμφάνισης  του  οπλιτικού  πολέμου  και  του  οπλίτη.  Οι  ασπίδες  της  Γεωμετρικής  περιόδου  ανήκαν  σε  δύο  κύριους  τύπους: στην  ασπίδα  τύπου  «Διπύλου» και  σε  εκείνη  του  γενικού  τύπου  «Χέρτσπρουνγκ» (Herzsprung).  Η  πρώτη  έλαβε  την  ονομασία  της  από  την  αθηναϊκή  πύλη  του  Διπύλου  όπου  ανακαλύφθηκαν  αγγεία  με  τις  πρώτες  απεικονίσεις  της.  Είχε  μεγάλο  μέγεθος, καλύπτοντας  τον  πολεμιστή  από  το  πηγούνι  έως  τα  γόνατα.  Ήταν  κατασκευασμένη  από  λυγαριά  και  δέρμα, χωρίς  να  αποκλείεται   η  περαιτέρω  ενίσχυση  της  με  ξύλινα  μέρη. Παρά  το  μέγεθος  της  ήταν  ελαφριά  λόγω  των  υλικών  από  τα  οποία  ήταν  κατασκευασμένη  και  ήταν  κυρτή  σε  βαθμό  που  να  «αγκαλιάζει» το  σώμα  του  πολεμιστή.  Στο  μέσο  της  επιφάνειας  της  είχε  δύο  ημικυκλικές  εγκοπές  που  διευκόλυναν  τον  χειρισμό  των  επιθετικών  όπλων, λόγχης  ή  ξίφους.  Οι  εγκοπές  διευκόλυναν  και  την  ανάρτηση  της  ασπίδας  Διπύλου  στην  πλάτη  του  πολεμιστή,  προκειμένου  να  μην  περιορίζει  τους  αγκώνες  του  όταν  αυτός  βάδιζε.  Η  ασπίδα  είχε  τουλάχιστον  μια  κεντρική  λαβή  από  όπου  την  κρατούσε  ο  πολεμιστής  την  ώρα  της  μάχης  και  έναν  ή  περισσότερους  ιμάντες  ανάρτησης  της  στην  πλάτη  του  όταν  δεν  την  χρησιμοποιούσε.  Οι  ιμάντες  αυτοί  καλούντο  τελαμώνες. Το  σχήμα  της  ασπίδας  Διπύλου  δείχνει  ότι  κατάγεται  από  την  περίφημη  μινωική  και  μετέπειτα  μυκηναϊκή  οκτώσχημη  ασπίδα.  Κατά  την  αρχαϊκή  περίοδο  κατασκευάζεται  σε  μικρότερο  μέγεθος, με  υλικό  πλέον το  μέταλλο. Πρόκειται  για  τον  «βοιωτικό»  τύπο  ασπίδας.

Συνεχίστε την αναγνωση

ΤA ΞΙΦH ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

Leave a comment

Κοπις

Σύγχρονη  ανακατασκευή  μίας  κοπίδας  και  ενός  οπλιτικού  δερμάτινου  θώρακα. (ευγενική    χορηγία    του    Συλλόγου    Ιστορικών    Μελετών    ‘Κορύβαντες‘ )

.

Το  ελληνικό  οπλιτικό  ξίφος  ήταν  αμφίκοπο.  Η  λάμα  του  ήταν  πλατύτερη  στο  μέσον  του  μήκους  της  έτσι  ώστε  το  βάρος  της  να  συγκεντρώνεται  σε  αυτό το  σημείο  κάνοντας  το  θλαστικό  κτύπημα  στον  εχθρό  ακόμη  πιο  συντριπτικό.  Το  ελληνικό  ξίφος  χρησιμοποιείτο  εξίσου  και  για  διατρητικό  κτύπημα.

Το  ξίφος  ήταν  επικουρικό  όπλο  για  τους  Έλληνες  οπλίτες, που  το  χρησιμοποιούσαν  συνήθως  όταν  έσπαζε  το  δόρυ  ή  όταν  το  τελευταίο  δεν  μπορούσε  να  χρησιμοποιηθεί  λόγω  περιορισμένου  χώρου.  Ωστόσο  δεν  υστερούσαν  στη  ξιφομαχία, συγκριτικά  με  τη  δορυμαχία.  Διάφοροι  μελετητές  υπονοούν  συχνά  ότι  οι  Ρωμαίοι  λεγεωνάριοι  της  εποχής  της  μεγάλης  ακμής  τους, ήταν  καλύτεροι  ξιφομάχοι  συγκριτικά  με  άλλους  λαούς  που  δεν  προτιμούσαν  την  χρήση  του  ξίφους, ανάμεσα  στους  οποίους  βρίσκονται  οι  αρχαίοι  Έλληνες.  Όμως,  πρέπει  να  παρατηρηθεί  ότι  οι  Ρωμαίοι  χρησιμοποιούσαν  το  βαρύ  ξίφος  τύπου  «γκλαντιους» (gladius  italiensis  και  αργότερα  το  ισχυρότερο  gladius  hispaniensis) που  δε  χρειαζόταν  ιδιαίτερη  επιδεξιότητα  στην  χρήση  του. Οι  Ρωμαίοι  χρησιμοποιούσαν  το  βάρος  και  το  σχήμα  του,  το  οποίο  επέτρεπε   την  πλήρη  εκμετάλλευση  αυτού  του  βάρους, προκειμένου  να  πετύχουν  συντριπτικό  κτύπημα  έναντι  του  αντιπάλου  τους, καταστρέφοντας  και  την  ασπίδα  του  αν  αυτή  δεν  ήταν  μεταλλική (όπως  συνέβαινε  συνήθως  με  τις  ασπίδες  των  εχθρών  της  Ρώμης).  Αντίθετα, τα  ελληνικά  ξίφη  ήταν  σχετικά  ελαφρά,  με  την  εξαίρεση  της  κοπίδας (ή  «μάχαιρα»  ή  falcata, falx  όπως  ήταν  γνωστή  στην  δυτική  Μεσόγειο)  και  λίγων  άλλων  τύπων.  Αυτό  το  στοιχείο  δείχνει  ότι  οι  Έλληνες  χρησιμοποιούσαν   ειδική  τεχνική  στη  χρήση  του  ξίφους  προκειμένου  να  τραυματίσουν  ή  να  σκοτώσουν  τον  αντίπαλο  τους.  Εξάλλου  αυτός   ο  αντίπαλος  ήταν  συνήθως  Έλληνας  οπλίτης  και  δεν  υπήρχε  ξίφος  που  θα  μπορούσε  με  άτεχνα  δυνατά  κτυπήματα,  να  συντρίψει  τη  στιβαρή  ορειχάλκινη  οπλιτική  ασπίδα  του.  Επιπρόσθετα, ο  οπλίτης  ήταν  καλά  θωρακισμένος  με  κράνος  και  θώρακα  διαφόρων  τύπων.  Ο  μόνος  τρόπος  που  ο  Έλληνας  οπλίτης  μπορούσε  να  κτυπήσει  με  το  ξίφος  του  την  σάρκα  του  ομοεθνούς  αντιπάλου  του  ήταν  η  ανάπτυξη  της  δεξιότητας  του  στην  χρήση  αυτού  του  όπλου.  Συμπερασματικά, οι  Ρωμαίοι  απλά  προτιμούσαν  τη  χρήση  του  ξίφους  περισσότερο  από  τους  Έλληνες, χωρίς να  είναι  καλύτεροι  ξιφομάχοι  από  τους  τελευταίους. Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΛΑΣ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ: ΜΙΑ ‘ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ’ ΤΟΥ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ -2o ΜΕΡΟΣ

Leave a comment

Archaic1

Οπλίτης  της  Αρχαϊκής  περιόδου  με  κωδωνόσχημο  θώρακα,  κερασφόρο  κορινθιακό  κράνος,  αργολική  ασπίδα  και  λόγχη.  Αυτή  η  οπλοσκευή  ήταν  χαρακτηριστική  και  για  τους  Ελληνες  της  Σικελίας  και  της  Κάτω  Ιταλίας  στην  οποία  έχουν  ανακαλυφθεί  κερασφόρες  περικεφαλαίες.  Ευγενική  χορηγία  του  Συλλόγου  Ιστορικών  Μελετών  Κορύβαντες.

Η  Γέλα  ολοκλήρωσε  την  ηγεμονική  πορεία  της,  όταν  ο  Γέλων,  η  μεγαλύτερη  μορφή  της,  κατέστησε  πρωτεύουσα  του  τις  Συρακούσες.  Στο  εξής,  το  τέκνο  της,  ο  Ακράγας,  την  υποκατέστησε  ως  η  δεύτερη  ισχυρότερη  σικελιωτική,  πραγματικό  αντίπαλο  δέος  για  τις  Συρακούσες.

Μετά  από  αυτήν  την  ιστορική  εισαγωγή,  θα  ασχοληθούμε  λεπτομερέστερα  με  τις  ένοπλες  δυνάμεις  της  Γέλας.

Το  βασικό  στρατιωτικό  μειονέκτημα  της  Γέλας  ήταν  η  έλλειψη  λιμένων  στην  περιοχή  της.  Ετσι,  δεν  διέθετε  ποτέ  αξιόλογο  πολεμικό  στόλο.  Όταν  αργότερα  οι  τύραννοι  της  συγκρότησαν  το  εκτεταμένο  κράτος  τους,  χρησιμοποίησαν  τους  λιμένες  και  τα  πολεμικά  πλοία  των  υποτελών  πόλεων-κρατών  για  τη  συγκρότηση  ναυτικού.  Η  μειωμένη  ενασχόληση  των  Γελώων  με  τη  ναυτιλία  και  η  εύφορη  πεδιάδα  της  πόλης  τους,  τούς  έστρεψαν  στη  γεωργική-κτηνοτροφική  ζωή.  Εξάλλου  οι  άποικοι  πρόγονοι  των  περισσοτέρων,  παρότι  νησιώτες,  ήταν  περισσότερο  προσκολλημένοι  στον  χερσαίο  βίο  παρά  στη  θάλασσα:  δηλαδή  οι  Κρήτες,  οι  Κώοι  και  οι  άποικοι  από  τις  πόλεις  Ιάλυσο  και  Κάμιρο  της  Ρόδου  (οι  Λίνδιοι  ήταν  ουσιαστικά  η  εξαίρεση  στον  «κανόνα»).  Το  περιορισμένο  ναυτικό  της  Γέλας  «ελευθέρωνε»  το  μάχιμο  δυναμικό  της  για  υπηρεσία  στο  χερσαίο  στράτευμα.  Άλλες  παράμετροι  που  οδήγησαν  στη  συγκρότηση  του  πανίσχυρου  Γελώου  στρατού,  ήταν  η  δωρική  προέλευση  των  αποίκων  και  η  ευφορία  της  πεδιάδας  της  Γέλας.  Οι  Δωριείς  είχαν  μακρόχρονη  στρατιωτική  παράδοση,  την  οποία  διατήρησαν  αμείωτη  όταν  εγκαταστάθηκαν  στα  Δωδεκάνησα  και  την  Κρήτη.  Αυτή  την  «κληρονομιά»  παρέλαβαν  οι  Γελώοι  και  οι  Ακραγαντίνοι.

Η  ευφορία  του  εδάφους  επέδρασε  με  διττό  τρόπο  στη  γένεση  ισχυρού  στρατεύματος.  Η  γόνιμη  γελώα  γη  μπορούσε  να  συντηρήσει  σημαντικό  πληθυσμό.  Ήταν  πυκνοκατοικημένη  ήδη  πριν  την  άφιξη  των  Ελλήνων,  οι  οποίοι  κατέστησαν  δουλοπάροικους  τους  Σικανούς.  Ο  σχηματισμός  εκτενών  και  εύφορων  κλήρων,  καλλιεργούμενων  από  πολλούς  δουλοπάροικους  και  τα  εισοδήματα  που  απέφεραν,  δημιούργησαν  τις  κατάλληλες  συνθήκες  για  τον  σχηματισμό  μιας  πολεμοχαρούς  αριστοκρατίας  η  οποία  αποτελείτο  από  τους  απογόνους  των  αποίκων  και  διατηρείτο  συνεχώς  ετοιμοπόλεμη,  για  την  επιτήρηση  των  υποταγμένων  γηγενών,  όπως  συνέβη  π.χ.  στο  Άργος  και  στη  Σπάρτη.  Έτσι  συγκροτήθηκε  ένας  στρατός  ισχύος  συγκρίσιμης  με  τον  αργείο  και  τον  λακεδαιμονικό  της  Αρχαϊκής  εποχής.  Εντούτοις  οι  Γελώοι  δεν  ακολούθησαν  την  πορεία  της  Σπάρτης  (η  οποία  διατήρησε  τις  τάξεις  των  ειλώτων  και  των  περιοίκων  έως  την  Ελληνιστική  περίοδο)  αλλά  εκείνη  του  Άργους.  Σταδιακά,  οι  Σικανοί  δουλοπάροικοι,  με  την  υποχώρηση  του  αριστοκρατικού  πολιτεύματος  υπέρ  της  τυραννίας  (η  οποία  ευνοούσε  τις  λαϊκές  μάζες  στις  οποίες  στηριζόταν  αρκετά),  και  τον  βαθμιαίο  εξελληνισμό  τους,  απελευθερώθηκαν  και  αφομοιώθηκαν  από  τους  Έλληνες  αποίκους.  Ετσι  η  οπλιτική  φάλαγγα  της  Γέλας  ενισχύθηκε  αριθμητικά  τόσο  με  τους  εξελληνισμένους  ιθαγενείς,  όσο  και  από  τον  μεγάλο  πληθυσμό  ο  οποίος  τρεφόταν  από  την  εύφορη  γη. Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΛΑΣ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ: ΜΙΑ ‘ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ’ ΤΟΥ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ -1o ΜΕΡΟΣ

Leave a comment

Συνθετο Κορινθιακό

Σύνθετο  κορινθιακό  κράνος,  (κατασκευασμένο  κυρίως  από  σκληροποιημένο  δέρμα  αλλά  και  ορείχαλκο  και  άλλα  υλικά),  ορειχάλκινος  θώρακας  με  μήτρα  και  ξίφος.  Τέτοιου  είδους  ελληνικός  αρχαϊκός  οπλισμός – εκτός από τη μήτρα την οποία δεν έφεραν οι ιππείς –  φερόταν  και  από  το  περίφημο  ιππικό  της  Γέλας  μεταξύ  άλλων  ελληνικών  στρατών  (ευγενική    χορηγία    του    Συλλόγου    Ιστορικών    Μελετών    ‘Κορύβαντες  –  ο  οπλισμός  κατασκευάσθηκε  από  τον  δημιουργό  Δημήτρη  Κατσίκη  )

Η  Γέλα  ιδρύθηκε  το  688  π.Χ.  στη  νότια  ακτή  της  Σικελίας,  κοντά  στον  ποταμό  Γέλα,  από  Κρήτες,  Ροδίους  και  άλλους  Δωδεκανησίους  Δωριείς  με  οικιστές  τον  Έντιμο  και  τον  Αντίφημο  οι  οποίοι  αντιπροσώπευαν  τις  δύο  κύριες  μητροπόλεις.  Η  αποικία  ονομάσθηκε  αρχικά  «Λίνδιοι»,  από    το  «εθνικό»  της  Λίνδου,  της  σημαντικότερης  πόλης-κράτους  της  Ρόδου.  Η  Λίνδος  είχε  σημαντικά  ανώτερη  ναυτιλία  από  οποιαδήποτε  άλλη  πόλη  της  Ρόδου,  της  Κρήτης  και  της  Δωδεκανήσου,  και  προφανώς  υποστήριξε  ναυτιλιακά  την  αποικιστική  αποστολή.  Εντούτοις,  επειδή  οι  περισσότεροι  άποικοι  δεν  είχαν  λινδιακή  καταγωγή,  επικράτησε  η  ονομασία  «Γέλα»  από  το  σικανικό  όνομα  του  γειτονικού  ποταμού  (Γέλας).

Οι  Γελώοι  διακατέχονταν  εξ  αρχής  από  πολεμικό  πνεύμα,  αποζητώντας  την  επέκταση  στη  σικελική  ενδοχώρα,  σε  βάρος  των  εντόπιων  Σικανών  και  Σικούλων  (Σικελών,  Siculi)  και  σε  βάρος  άλλων  Ελλήνων  αποίκων.  Η  πρώτη  φάση  της  εντυπωσιακής  κατακτητικής  πορείας  της  Γέλας,  ανήκει  στους  πολέμους  εναντίον  των  γειτονικών  Σικανών.  Το  Κάκυρο,  η  Ομφάκη  (σημερινό  Monte  Desusino),  το  Αρίαιτο  (ή  Αριαίτης),  το  Ίνυκο,  και  άλλες  σικανικές  πολίχνες,  υπέκυψαν  στον  στρατό  της  Γέλας,  παρά  την  αντίσταση  τους.  Η  σθεναρή  αντίσταση  τους  καταδεικνύεται  από  το  γεγονός  ότι  πέρασαν  σχεδόν  δύο  αιώνες  έως  την  υποταγή  των  τελευταίων  ελεύθερων  Σικανών  από  τους  Γελώους.  Οι  Ελληνες  είχαν  καθοριστικό  στρατιωτικό  προβάδισμα  χάρη  στην  οπλιτικού  τύπου  οπλοσκευή  τους.  Συνεχίστε την ανάγνωση

ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ;

Leave a comment

Hoplitikon

Σύρραξη  οπλιτών.  Επρόκειτο  για  έναν  από  τους  φονικότερους  τύπους  συρράξεων  κατά  την  Αρχαιότητα   ( Ιστορικός  Σύλλογος
Ancienthoplitikon Μελβουρνης)

Η  επινόηση  του  οπλιτικού  τρόπου  πολέμου  και  της  οπλιτικής  φάλαγγας  αποτελεί  μία  από  τις  μεγαλύτερες  «επαναστάσεις»  στην  παγκόσμια  στρατιωτική  Ιστορία.  Οι  περισσότεροι  μελετητές  την  θεωρούν  εξίσου  σημαντική  με  την  εφεύρεση  της  σέλας  με  αναβολείς  η  οποία  κατέστησε  το  σιδηρόφρακτο  ιππικό  κυρίαρχο  των  μαχών  ή  με  την  επινόηση  των  πυροβόλων  όπλων  η  οποία  μετέβαλε  για  πάντα  το  πρόσωπο  του  πολέμου.

Η  απομάκρυνση  των  νοτίων  Ελλήνων  από  την  πολιτειακή  οργάνωση  του  φυλετικού  κράτους,  η  πρόοδος  του  θεσμού  της  ελληνικής  πόλης  και  οι  κοινωνικοοικονομικές  εξελίξεις  που  συνόδευσαν  αυτή  την  θεμελιώδη  αλλαγή,  είχαν  προχωρήσει  σημαντικά  κατά  το  τέλος  της  Γεωμετρικής  περιόδου.  Οι  νέες  συνθήκες  που  δημιουργήθηκαν,  οδήγησαν  τους  Έλληνες    στην  επινόηση  του  οπλιτικού  πολέμου  και  του  αντίστοιχου  νέου  είδους  πολεμιστή,  του  καθαυτό  οπλίτη.  Υπάρχει  μεγάλη  διχογνωμία  σχετικά  με  το  ερώτημα  ποια  ήταν  η  νοτιοελληνική  περιοχή  όπου  εμφανίστηκε  για  πρώτη  φορά  το  νέο  σύστημα  μάχης.  Οι    Αργείοι,  οι  Θηβαίοι,  οι  Σπαρτιάτες  ή  οι  Μαντινείς  αναφέρονται  ή  υπονοούνται  από  διάφορους  αρχαίους  συγγραφείς  ως  οι  εφευρέτες  του  νέου  τρόπου  πολέμου.  Η  ισχυρότερη  άποψη  μεταξύ  των  μελετητών  είναι  αυτή  που  υποστηρίζει  ότι  οι  οπλιτικές  τακτικές  πρωτοεμφανίστηκαν  σε  κάποιο  κράτος  ή  ομάδα  γειτονικών  κρατών  της  ανατολικής  ή  της  νότιας  Πελοποννήσου,  σε  δωρική  ή   αρκαδική  περιοχή.  Θα  πρέπει  να  αποκλείσουμε  από  τους  πιθανούς  επινοητές  της  οπλιτικής  φάλαγγας  την  Κόρινθο,  τη  Σικυώνα  και  τις  μικρές  πόλεις-κράτη  της  Αργολίδας  διότι  οι  κάτοικοι  τους  την  υιοθέτησαν  υπό  την  επίδραση  των  Αργείων  του  τυράννου  Φείδωνος.  Ομοίως  πρέπει  να  αποκλείσουμε  την  Αθήνα  και  την  ευρύτερη  Αττική  για  παρόμοιους  λόγους. Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΥΜΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ, 524 π.Χ.

1 Comment

42

Ιταλός ελαφρός πολεμιστής, σε πίνακα του Peter Connolly. Ηταν ο βασικός τύπος «ψιλού» πολεμιστή στον οποίο ανήκε το μεγαλύτερο μέρος των ελαφρά οπλισμένων Ιταλών μαχίμων που επιτέθηκαν στην Κύμη. Ειδικά για τους λαούς οι οποίοι ζούσαν στην κεντρική οροσειρά των Απενίνων της ιταλικής χερσονήσου ήταν το βασικό είδος μαχίμου. Επρόκειτο για σκληραγωγημένους και επίμονους πολεμιστές οι οποίοι προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στην Ρώμη τους επόμενους αιώνες. Ο μάχιμος της εικόνας φέρει κράνος ιθαγενούς ιταλικού τύπου με ελληνικό λοφίο. Φέρει προστατευτικό έλασμα για τον λαιμό του και «καρδιοφύλακα» (pactorale) – έναν κυκλικό δίσκο για την προστασία του στήθους. Όμοιο δίσκο έχει αναρτημένο και στην πλάτη του. Κρατάει δύο ακόντια – ένα βαρύτερο και ένα ελαφρύτερο. Το ξίφος του είναι ελληνικού τύπου (copyright: Peter Connolly).

.

Το 745 π.Χ. οι Ευβοείς άποικοι που είχαν αποικήσει από χρόνια το μικρό νησί των Πιθηκουσών στα ανοικτά του κόλπου της Νεάπολης στην Ιταλία, ίδρυσαν στην απέναντι ακτή την Κύμη, την πρώτη «επίσημη» ελληνική αποικία στη μεγάλη χερσόνησο. Οι Πιθηκούσες ήταν η πρώτη, αλλά «ανεπίσημη» αποικία στην Ιταλία. Η Κύμη έλαβε το όνομα της από την ευβοϊκή Κύμη, μάλλον ως «ουδέτερη» συμβιβαστική λύση ανάμεσα στους Χαλκιδείς και τους Ερετριείς αποίκους, τους πλέον πολυάριθμους. Σύντομα η Κύμη, ενισχυμένη με νέους αποίκους από τη Χαλκίδα, την Ερέτρια, την ευβοϊκή Κύμη, την Τανάγρα, την Κήρινθο και την Ωρωπία, επεκτάθηκε στην εύφορη γη των Φλεγραίων Πεδίων στα βόρεια της. Αργότερα κατέφθασαν στην Κύμη νέοι Έλληνες άποικοι από τη Μεγάλη Ελλάδα, τη Σάμο κ.α. ιδρύοντας θυγατρικές αποικίες της και αυξάνοντας έτσι τη δύναμη και την έκταση της χώρας της. Ανάμεσα στις νέες αποικίες θα ξεχωρίσει η Νεάπολη (σημερινή Νάπολι). Σε άλλες περιπτώσεις, οι Έλληνες εγκαθίσταντο σε υπάρχοντα χωριά των ιθαγενών Αυσώνων μετεξελίσσοντας τα σε ελληνικές αποικίες όπως συνέβη στην Πομπηία, το Ηράκλειο (Herculaneum) κλπ. Έτσι τα όρια της κυμαϊκής χώρας πλησίαζαν ταχέως προς τον ποταμό Ουόλτουρνο αλλά σύντομα περιορίσθηκαν από έναν πανίσχυρο εχθρό, τους Ετρούσκους ή Τυρρηνούς όπως τους ονόμαζαν οι Έλληνες, τον λαό της Ετρουρίας (σημερινή Τοσκάνη).

23

Οπλίτης της Υστερης Αρχαϊκής περιόδου (6ος-αρχες 5ου αι. π.Χ.) με φολιδοθώρακα. Διακρίνεται το εσωτερικό της οπλιτικής ασπίδας.  Η εικόνα θα μπορούσε να αντιστοιχεί τοσο σε Κυμαίο,  όσο και σε Ετρούσκο οπλίτη  (ευγενική χορηγία του Συλλόγου Ιστορικών μελετών ‘Κορύβαντες‘ – η οπλοσκευή είναι έργο του δημιουργού Δημήτρη Κατσίκη).

 .

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Έλληνες και Ετρούσκους ήταν αρκετά παλαιότερος. Ο μυθογράφος Παλαίφατος (Περί Απίστων) διαβεβαιώνει ότι το θαλασσινό τέρας Σκύλλα που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στις περιπλανήσεις του, αντιπροσώπευε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν τα ελληνικά πλοία στο Στενό της Μεσσήνης, από τους Ετρούσκους πειρατές. Διαβάστε περισσότερα

%d bloggers like this: