Home

ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΕΣ ΤΩΝ ΕΤΡΟΥΣΚΩΝ

Leave a comment

45

Tυπικό κράνος τύπου Νegau. Ο τύπος έλαβε την ονομασία του από την ομώνυμη τοποθεσία όπου ανακαλύφθηκαν πολλά τέτοια κράνη σε αρχαίο κοιμητήριο.

etruscan visor mask.Vulci, V c B.C.

Ετρουσκικη ημι-προσωπιδα για την προστασία της γνάθου και περιγναθιακής περιοχής (Βούλκοι, 5ος αι πΧ).

.
Το ετρουσκικό οπλοστάσιο διέθετε ενδεχομένως την μεγαλύτερη ποικιλία όπλων στον αρχαίο κόσμο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι Τυρρηνοί λάτρευαν την οπλοσκευή τους, φροντίζοντας να είναι ισχυρή, αποτελεσματική αλλά και προσεγμένη. Έχει εκτιμηθεί ότι οι στρατοί τους είχαν εντυπωσιακή όψη. Μεταχειρίζονταν όπλα και θωρακίσεις μικρασιατικής προέλευσης, εγχώρια ιταλικά, ελληνικά όπλα νοτιοελλαδικού, μακεδονικού και αργότερα ελληνιστικού τύπου, ασσυριακά-μεσανατολικά, ιβηρικά, αργότερα και κελτικά του πολιτισμού Λα Τεν. Θα ήταν, όμως, λάθος να θεωρηθούν απλοί αντιγραφείς. Παρότι «δανείστηκαν» μεγάλο μέρος του εξοπλισμού τους, το εξέλιξαν δημιουργώντας δικούς τους ιδιαίτερους τύπους και εξομαλύνοντας τις διαφορές των αρχικών δανείων, αφομοιώνοντας τα σε ένα λειτουργικό και αισθητικά προσεγμένο σύνολο.

Συνεχεια αναγνωσης

ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑΡΚΥΝΙΟΣ Α΄: ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ZHTHMA της Ελληνορωμαϊκής Ιστορίας

2 Comments

Corinthos

Τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου.
.

Το 656 π.Χ. ο Κύψελος κατέλαβε την εξουσία στην Κόρινθο από όπου εξεδίωξε το κυβερνών γένος των Βακχιαδών. Ένα προεξέχον μέλος του, ο Δημάρατος, εγκατέλειψε την πόλη μαζί με πολλούς πρόσφυγες και έπλευσε προς τη Δυτική Μεσόγειο την οποία οι Κορινθιοι θαλασσοπόροι γνώριζαν ήδη καλά. Αφού εγκαταστάθηκαν για ένα διάστημα στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών νήσων, κοντά στη σημερινή Νεάπολη, τελικά κατέληξαν στην Ταρκυνία (Tarchna στην ετρουσκική γλώσσα), μια από τις σημαντικές πόλεις της Ετρουρίας. Ενδεχομένως το γεγονός ότι ήταν Δωριείς τους καθιστούσε ανεπιθύμητους στις ιωνικές Πιθηκούσσες αλλά επιθυμητούς στους Ταρκυνίους αριστοκράτες, οι οποίοι ήταν ήδη λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού και τρόπου ζωής όπως φαίνεται στα αρχαιολογικά ευρήματα. Η ακολουθία του Δημαρατου περιελάμβανε μεταξύ άλλων αρκετούς ειδικευμένους τεχνίτες και καλλιτέχνες, οι οποίοι ήταν περιζήτητοι στην Ετρουρία. Επίσης οι Ταρκύνιοι ενδιαφέρονταν μάλλον για τη στρατιωτική ενίσχυση τους με τους Κορινθιους μαχίμους. Η πόλη τους ήταν ήδη μία από τις μεγάλες δυνάμεις της Ετρουρίας και γενικά της Ιταλίας. Οι Ελληνες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν ειδικά στη Γραβίσκη, το κύριο επίνειο της Ταρκυνίας, με την άδεια των αρχών της. Φαίνεται πως λίγοι επέλεξαν την εγκατάσταση στο άστυ. Οπως φαίνεται από τα ευρήματα, η Ταρκυνία είχε ήδη μία αξιόλογη ελληνική παροικία, κυρίως από Χαλκιδείς και Δωριείς, η οποία ενισχύθηκε με τους νεοφερμένους Κορινθιους.

Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (ΙΙΙ, 46) και τον Ρωμαίο «εθνικό ιστορικό» Τίτο Λίβιο (Ι, 34), στην Ταρκυνία ο Δημάρατος απέκτησε έναν γιο τον οποίο ονόμασε Ταρκύνιο  προς τιμήν της νέας πατρίδας του ή σύμφωνα με μια άλλη άποψη επειδή ο Δημάρατος και οι άνθρωποι του ενσωματώθηκαν στο μεγάλο γένος των Ταρκυνίων το οποίο ζούσε και σε άλλες ετρουσκικές πόλεις (Καίρη, Βούλκοι κ.α.). Λόγω της ξενικής καταγωγής του πατρός του, ο Ταρκύνιος δεν μπορούσε να καταλάβει κάποιο αξίωμα στην πόλη, γι’ αυτό ακολούθησε τη συμβουλή της Ετρούσκης συζύγου του, Τανακίλ, να εγκατασταθούν στη Ρώμη. Η τελευταία δεν ήταν ακόμη ετρουσκική αλλά είναι βέβαιο ότι οι πολιτισμένοι Ετρούσκοι έβρισκαν απασχόληση στο Λάτιο ως μισθοφόροι, διοικητικοί αξιωματούχοι κτλ, από τους Λατίνους και Σαβίνους πολέμαρχους της περιοχής.

Συνεχεια αναγνωσης

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Β΄

1 Comment

574848_351945891555654_1916636754_n

Ο ετρουσκικός στρατός του Λαρθ Πορσήνα συγκεντρώνεται κοντά στη Ρώμη (άνω αριστερά) στην αντίπερα όχθη του Τίβερη. Ενας κλασσικός πίνακας του Πήτερ Κόννολλυ. Διακρίνεται μία μεγάλη ποικιλία της ετρουσκικής οπλοσκυεής. Η έντονη ελληνική επίδραση είναι προφανής, όπως και τα εντόπια ιταλικά στοιχεία.
.

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Α΄

.
Παρά την αναφορά του Λίβιου στους «πολυάριθμους» Τυρρηνούς πολεμιστές, αυτοί θα ήταν αρκετά πολυαριθμότεροι αν η κοινωνία τους ήταν οργανωμένη πιο δημοκρατικά, μια λαμπρή εξέλιξη των ελληνικών πόλεων-κρατών την οποία αρνήθηκαν επίμονα να ακολουθήσουν. Ο Λίβιος ανεβάζει σε 50.000 πεζούς και 4.000 ιππείς, τις δυνάμεις που συγκέντρωσαν συνολικά οι Ετρούσκοι και οι Σαβίνοι για να συνδράμουν την Ρώμη το 225 π.Χ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το έτος η παλαιά πυκνοκατοικημένη Νότια Ετρουρία ήταν πλέον ρωμαϊκό έδαφος, καθώς και άλλες παραμέτρους, καταλήγουμε σε έναν συνολικό αριθμό 80.000 Ετρούσκων μαχίμων για τα τέλη του 6ου αι π.Χ. Φτωχός αριθμός για μια χώρα που υπολογίζεται ότι είχε τότε 600-800.000 κατοίκους. Συγκριτικά, οι ελληνικές περιοχές της Ιταλίας και Σικελίας διέθεταν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό μαχίμων επί του συνολικού πληθυσμού τους, λόγω του ανώτερου πολιτικο-οικονομικού συστήματος, κυρίως λόγω της δημοκρατικής οργάνωσης τους. Λόγω αυτής της έλλειψης, σημαντικό τμήμα των τυρρηνικών στρατών αποτελούσαν οι υποτελείς ή μισθοφόροι στρατιώτες, οι Ούμβροι, οι Λατίνοι, οι Όσκοι, οι Κέλτες του πολιτισμού Γκολασέκα (Golaseca) κ.α.
Εκτός από το πεζικό, υπήρχε σημαντικό ιππικό. Ωστόσο οι Τυρρηνοί ιππείς πολεμούσαν συνήθως πεζοί, δηλαδή τα άλογα τους ήταν περισσότερο μεταφορικό μέσο. Πολεμούσαν έφιπποι μόνο όταν είχαν να αντιμετωπίσουν αντίπαλους ιππείς. Για αυτό και ο εξοπλισμός τους ήταν ουσιαστικά οπλιτικός. Οι εξαρτύσεις των αλόγων ανήκαν στον ελληνικό τύπο. Το πολεμικό άρμα εισήχθη στην Ετρουρία γύρω στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., αλλά είναι αμφίβολο αν χρησιμοποιείτο ως όπλο κρούσης. Με την επικράτηση της οπλιτικής φάλαγγας έγινε μεταφορικό μέσον των στρατηγών, μέχρι που εξαφανίστηκε από το πεδίο της μάχης τον 5ο αιώνα π.Χ. Από εκεί και πέρα, κοσμούσε τους θριάμβους των Ετρούσκων στρατηγών, μια κληρονομιά που πέρασε και στους θριάμβους των Ρωμαίων υπάτων.

More

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Α΄

5 Comments

chariotΕτρουσκικό πολεμικό άρμα ειδικά για τελετές.
.
Τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εθνο-γλωσσικές ομάδες εθνών μοιράζονταν την αρχαία Ιταλία και τα γειτονικά μεγάλα νησιά. Η πλούσια γη της προσείλκυσε διάφορους αποικιστές και εισβολείς. Μόνο δύο από αυτές τις ομάδες ήταν καθαυτό ιταλικές, η λατινική και η οσκο-ουμβρική, οι οποίες αποτελούσαν θλιβερή μειοψηφία απέναντι στα έθνη των νεοφερμένων. Οι Ιάπυγες και οι Πικηνοί της Ανατολικής Ιταλίας αποτελούσαν ιλλυριογενείς λαούς, καταγόμενοι εν μέρει από την απέναντι δαλματική ακτή. Οι Λίγυρες της βορειοδυτικής χώρας ήταν ένας πανάρχαιος λαός που ζούσε παλαιότερα σε μεγάλο τμήμα της Δυτικής Ευρώπης. Ανάλογη είναι η θέση των Ενετών της βορειοανατολικής Ιταλίας (τους οποίους μερικοί θεωρούν ιλλυρικό έθνος). Οι Σικελοί, Σαρδοί και Κόρσιοι που κατοικούσαν στις Σικελία, Σαρδηνία και Κορσική αντίστοιχα, θεωρείται ότι σχετίζονται με δύο από τους διαβόητους «Λαούς της Θάλασσας» του Αιγαίου, οι οποίοι συνετάραξαν την Ανατολική Μεσόγειο στο τέλος της Χαλκοκρατίας, τους Σεκελές (Shklsh) και Σερντέν (Shrdn). Οι συγκεκριμένοι λαοί που ηταν μάλλον μικρασιατικοί αναμείχθηκαν με Λίγυρες και Ίβηρες (προερχόμενους από την Ισπανία) που προϋπήρχαν σε αυτά τα νησιά. Οι άλλοι δύο λαοί της Σικελίας, Έλυμοι και Σικανοί, έχουν ενδεχομένως ιβηρική καταγωγή. Οι Φοίνικες, ικανοί Χανααναίοι ναυτικοί και αποικιστές, εγκαταστάθηκαν αργότερα στην Σικελία και την Σαρδηνία.
Είναι γνωστός ο ευρύς ελληνικός αποικισμός στα ιταλικά εδάφη. Πρωτοπόροι ήταν οι Κρήτες και οι Μυκηναίοι θαλασσοπόροι. Eκτός από τον γνωστό οργανωμένο αποικισμό από πόλεις-κράτη σημειώθηκαν και μετακινήσεις ολόκληρων ελληνικών φύλων, όπως για παράδειγμα ενός τμήματος Πελαγόνων Μακεδόνων το οποίο σε άγνωστη χρονολογία διέσχισε το στενό του Οτράντο και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου το εθνωνύμιο του αποδόθηκε ως «Πελιγνοί» στην οσκική. Οι Πελαγόνες/Πελίγνοι υιοθέτησαν την οσκική γλώσσα αλλά διατήρησαν αρκετά στοιχεία της ελληνικής καταγωγής τους. Οι Έλληνες αποτελούσαν τον 5ο αι π.Χ. την πολυπληθέστερη εθνότητα της Ιταλίας, συγκεντρώνοντας περίπου το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της (στα σημερινά της σύνορα τα οποία ωστόσο είναι πολύ διαφορετικά από τα αρχαία). Ο τελευταίος, χρονολογικά, λαός μεταναστών στην ιταλική γη ήταν οι Κέλτες (Γαλάτες) που κατέλαβαν την Παδανία (κοιλάδα του Πάδου) τον 4ο αιώνα π.Χ.. Οι προαναφερόμενοι λαοί προέρχονταν σχεδόν από όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου– από την μεσανατολική Συρία μέχρι την Ισπανία στην Δύση και την παγωμένη κελτική κοιτίδα στον Βορρά – κάνοντας έτσι την αρχαία Ιταλία μια «μικρογραφία» του. Το γεγονός ότι οι γλώσσες και οι πολιτισμοί τους δεν σχετίζονταν καθόλου, εξηγεί τις έντονες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους.

Συνέχεια αναγνωσης

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΦΩΚΑΕΥΣ

1 Comment

Phocaea

Ancient_theatre_Focaea
Η θέση της Φώκαιας στη μικρασιατική ακτή μεταξύ της αιολικής Κύμης και της ιωνικής Σμύρνης. Κάτω: Το θέατρο της ελληνιστικής Φωκαιας.

Το 494/493 π.Χ. μια μικρή αλλά ισχυρή ελληνική ναυτική δύναμη έκανε την εμφάνιση της στις θάλασσες περί τη Σικελία, η οποία δημιούργησε σοβαρά προβλήματα σε Καρχηδόνιους και Ετρούσκους αντιπάλους των Ελλήνων της Δύσης. Λίγους μήνες νωρίτερα, η Ιωνική Επανάσταση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (κυρίως Ιωνων και Αιολέων) εναντίον των Περσών βάδιζε στο τέλος της. Ο πόλεμος κρίθηκε στην ατυχή για τους Ίωνες ναυμαχία της Λάδης. Διοικητής του ελληνικού στόλου ήταν ο Φωκαέας Διονύσιος, ο ικανότερος Ίων ναύαρχος. Ο Διονύσιος προσπαθούσε να επιβάλει πειθαρχία στα απειροπόλεμα ιωνικά πληρώματα και να τα εξασκήσει εντατικά προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον φοινικικό στόλο των Αχαιμενιδών. Οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας είχαν μακρά ναυτική και στρατιωτική παράδοση και ισχυρούς πολεμικούς στόλους, όμως περνούσαν φάση παρακμής σε αυτόν τον τομέα. Οι προηγούμενοι αιώνες άνθησης είχαν προκαλέσει εφησυχασμό στους πολίτες τους οι οποίοι ενώ παλαιότερα ήταν περιζήτητοι μισθοφόροι στους στρατούς της Μέσης Ανατολής (αιγυπτιακό, λυδικό, περσικό κ.α.), τώρα είχαν παραμελήσει την πολεμική και ναυτική ετοιμότητα τους. Αυτήν την κατάσταση προσπάθησε να αλλάξει ανεπιτυχώς ο Διονύσιος, γνωρίζοντας ότι ο ιωνικός στόλος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τους δεινούς ναυτικούς της Φοινίκης. Οι φοινικικές πόλεις ήταν υποτελείς των Περσών με υποχρέωση παροχής των στόλων τους σε περίπτωση πολέμου. Όμως σε κάθε περίπτωση θα συνέβαλαν στην πολεμική προσπάθεια των Αχαιμενιδών, αν επρόκειτο να βλάψουν τους Ελληνες εμπορικούς και ναυτικούς ανταγωνιστές τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΙΤΑΛΟ-ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΟΣΚΟ-ΑΤΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΕΣ: Η εξέλιξη των ελληνικών κρανών στην Ιταλία (8ος-1ος αι. π.Χ)

Leave a comment

South_Italy

Ένα εντυπωσιακό οσκο-αττικό κράνος των Λευκανών στο οποίο διακρίνονται αρκετοί οσκικοί νεωτερισμοί.

 1

Ετρούσκοι οπλίτες της Ταρκυνίας με ελληνικό οπλισμό, 4ος αι π.Χ. Ο δεξιός φέρει ένα καθαυτό αττικό κράνος. Ο αριστερός οπλίτης φέρει ένα μικτό φρυγο-αττικό κράνος.

            Οι λαοί της αρχαίας Ιταλίας με πρωτοπόρους τους Ετρούσκους και τους Ιάπυγες, χρησιμοποιούσαν σχεδόν όλους τους τύπους ελληνικών περικεφαλαίων: τον κορινθιακό, τον χαλκιδικό, τον αττικό, τον βοιωτικό (για τους ιππείς) και αργότερα τον θρακικό, τον φρυγικό και όλους τους ελληνιστικούς τύπους. Ιδιαίτερη ήταν η προτίμηση τους στους τρεις πρώτους. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθώ ειδικά με δύο είδη κρανών της Ιταλίας τα οποία προήλθαν από μετεξέλιξη των αρχικών ελληνικών αντίστοιχων τύπων: του ιταλο-κορινθιακού και του ιταλο-αττικού  ή  οσκο-αττικού (για την ακρίβεια το οσκο-αττικό κράνος ήταν η βασική ποικιλία της ομάδας των ιταλο-αττικών περικεφαλαίων).

Το ιταλο-κορινθιακό κράνος (γνωστό και ως ψευδο-κορινθιακό ή απουλο-κορινθιακό ή ετρουσκο-κορινθιακό) γεννήθηκε από την συνήθεια των μαχίμων της Ιταλίας να φορούν το κορινθιακό κράνος ανασηκωμένο, ακόμη και όταν ξεκινούσε η μάχη. Λόγω αυτού, η προστατευτική προσωπίδα του εξελίχθηκε σε μια διακοσμητική «ψευδο-προσωπίδα» ενώ το κράνος κατασκευαζόταν πλέον με τρόπο που να μην καλύπτει το πρόσωπο. Αργότερα προστέθηκαν και παραγναθίδες αττικού τύπου.

  Διαβαστε περισσότερα

ΟΙ ΑΣΠΙΔΕΣ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

2 Comments

vase painti

Αγγειογραφία με παράσταση οπλίτη, 5ος αιώνας π.Χ. Ο πολεμιστής φέρει ορειχάλκινο  θώρακα, ξίφος και ασπίδα οπλιτικού τύπου. Στην ασπίδα διακρίνονται  η αντιλαβή, ο πόρπακας και οι τελαμώνες ανάρτησης (Παρίσι, Μουσείο  Λούβρου)

Η  Γεωμετρική  περίοδος (11ος-8ος  αι.  πΧ)  προηγήθηκε  της  εμφάνισης  του  οπλιτικού  πολέμου  και  του  οπλίτη.  Οι  ασπίδες  της  Γεωμετρικής  περιόδου  ανήκαν  σε  δύο  κύριους  τύπους: στην  ασπίδα  τύπου  «Διπύλου» και  σε  εκείνη  του  γενικού  τύπου  «Χέρτσπρουνγκ» (Herzsprung).  Η  πρώτη  έλαβε  την  ονομασία  της  από  την  αθηναϊκή  πύλη  του  Διπύλου  όπου  ανακαλύφθηκαν  αγγεία  με  τις  πρώτες  απεικονίσεις  της.  Είχε  μεγάλο  μέγεθος, καλύπτοντας  τον  πολεμιστή  από  το  πηγούνι  έως  τα  γόνατα.  Ήταν  κατασκευασμένη  από  λυγαριά  και  δέρμα, χωρίς  να  αποκλείεται   η  περαιτέρω  ενίσχυση  της  με  ξύλινα  μέρη. Παρά  το  μέγεθος  της  ήταν  ελαφριά  λόγω  των  υλικών  από  τα  οποία  ήταν  κατασκευασμένη  και  ήταν  κυρτή  σε  βαθμό  που  να  «αγκαλιάζει» το  σώμα  του  πολεμιστή.  Στο  μέσο  της  επιφάνειας  της  είχε  δύο  ημικυκλικές  εγκοπές  που  διευκόλυναν  τον  χειρισμό  των  επιθετικών  όπλων, λόγχης  ή  ξίφους.  Οι  εγκοπές  διευκόλυναν  και  την  ανάρτηση  της  ασπίδας  Διπύλου  στην  πλάτη  του  πολεμιστή,  προκειμένου  να  μην  περιορίζει  τους  αγκώνες  του  όταν  αυτός  βάδιζε.  Η  ασπίδα  είχε  τουλάχιστον  μια  κεντρική  λαβή  από  όπου  την  κρατούσε  ο  πολεμιστής  την  ώρα  της  μάχης  και  έναν  ή  περισσότερους  ιμάντες  ανάρτησης  της  στην  πλάτη  του  όταν  δεν  την  χρησιμοποιούσε.  Οι  ιμάντες  αυτοί  καλούντο  τελαμώνες. Το  σχήμα  της  ασπίδας  Διπύλου  δείχνει  ότι  κατάγεται  από  την  περίφημη  μινωική  και  μετέπειτα  μυκηναϊκή  οκτώσχημη  ασπίδα.  Κατά  την  αρχαϊκή  περίοδο  κατασκευάζεται  σε  μικρότερο  μέγεθος, με  υλικό  πλέον το  μέταλλο. Πρόκειται  για  τον  «βοιωτικό»  τύπο  ασπίδας.

Συνεχίστε την αναγνωση

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΥΠΕΡΧΙΛΙΕΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ-ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑΣ

Leave a comment

roman

Τυπική  αττική-αθηναϊκή  περικεφαλαία  Ρωμαίου  αξιωματικού.

Η  αττική  ή  αθηναϊκή  περικεφαλαία  ήταν  μία  επινόηση  των  αρχαίων  Αθηναίων,  προερχόμενη  από  μετεξέλιξη  της  παλαιότερης  χαλκιδικής  περικεφαλαίας.  Το  αττικό  κράνος  έχει  υπερχιλιετή  Ιστορία  η  οποία,  παραδόξως,  ανήκει  περισσότερο  στο  ιταλικό-ρωμαϊκό  οπλοστάσιο  παρά  στο  ελληνικό.

Το  προγονικό  χαλκιδικό  κράνος  (6ος  αι.  π.Χ.)  αποτελούσε  έναν  «ανοικτότερο»  τύπο  του  ακόμη  παλαιότερου  περίφημου  κορινθιακού  κράνους.  Το  χαλκιδικό  κράνος  προήλθε  από  την  προσπάθεια  των  Χαλκιδαίων  της  Εύβοιας  να  λύσουν  το  πρόβλημα  του  περιορισμού  της  όρασης  και  της  ακοής  του  οπλίτη  ο  οποίος  έφερε  κορινθιακή  περικεφαλαία.  Από  τις  αγγειογραφίες  φαίνεται  ότι  η  χαλκιδική  περικεφαλαία  ήταν  δημοφιλής  στους  Αθηναίους,  μία  προτίμηση  που  ίσως  οφειλόταν  μερικώς  στην  ιωνική  εθνολογική  συγγένεια  τους  με  τους  Ευβοείς.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΚΥΜΗΣ, 474 π.Χ.

1 Comment

19

Απεικόνιση τριήρους του 5ου αι. (με τομές) η οποία εισέρχεται στο λιμάνι της Δήλου. Οι Συρακούσιοι νίκησαν τους Ετρούσκους στη ναυμαχία της Κύμης και πάλι στη συνέχεια, χάρη στη μεγάλη  υπεροπλία τους σε τριήρεις (copyright: Stephen  Bistie).

.

Μετά την ετρουσκική ήττα στη μάχη της Κύμης (524 π.Χ.), οι Κυμαίοι και οι Ετρούσκοι (ή Τυρρηνοί) δεν ήλθαν σε σοβαρή αντιπαράθεση έως το 505 π.Χ. Τότε, οι Λατίνοι της πόλης-κράτους Αρικίας ζήτησαν τη βοήθεια των Κυμαίων εναντίον των Ετρούσκων από τους οποίους είχαν απελευθερωθεί, αλλά οι τελευταίοι είχαν επανέλθει δριμύτεροι υπό τον πολέμαρχο του ισχυρού Κλουσίου (ετρουσκικό Clevsin), Λαρθ Πορσήνα. Ο Πορσήνας ανακατέλαβε την επαναστατημένη Ρώμη για λογαριασμό της Ετρουσκικής Συμπολιτείας και επέστρεψε στο Κλούσιο, αφήνοντας τον γιο του, Λαρθ Αρούνς να ανακαταλάβει τις πόλεις του Λατίου. Τότε οι Αρικιανοί ζήτησαν τη βοήθεια της Κύμης, η οποία δέχθηκε το αίτημα τους, προκειμένου να καταφέρει προληπτικό πλήγμα στους Τυρρηνούς. Οι Κυμαίοι γνώριζαν πως αργά ή γρήγορα οι Ετρούσκοι θα βάδιζαν πάλι εναντίον τους. Οι αριστοκράτες που κυβερνούσαν την Κύμη έστειλαν στο Λάτιο ένα εκστρατευτικό σώμα υπό τον Αριστόδημο, παλαίμαχο ήρωα της μάχης της Κύμης. Ο Αριστόδημος βρήκε τον Αρούνς να πολιορκεί την Αρικία και επιτέθηκε εναντίον του. Ακολούθησε νέα οπλιτική μάχη ανάμεσα σε Κυμαίους και Αρικιανούς από τη μία πλευρά, και Ετρούσκους από την άλλη. Οι Κυμαίοι κέρδισαν τη μάχη, όταν ο Αριστόδημος κατόρθωσε να σκοτώσει τον Αρούνς (505 π.Χ.). Οι Τυρρηνοί εκκένωσαν οριστικά το Λάτιο και τη χώρα των Αουρούνκων, χάνοντας έτσι την εδαφική επαφή με τις αποικίες τους στην Καμπανία. Ο Αριστόδημος επέστρεψε θριαμβευτής στην Κύμη, όπου με τη βοήθεια του λαού ανέτρεψε τους ευγενείς και κατέστη λαοπρόβλητος τύραννος. Για την κατάληψη της εξουσίας χρησιμοποίησε τους πολυάριθμους Ετρούσκους αιχμαλώτους που έφερε από το Λάτιο, τους οποίους εξόπλισε και έπειτα ενσωμάτωσε στον νέο στρατό του. Οι Ετρούσκοι και Ελληνες μαχητές της φρουράς του, κατέστησαν βασικό στήριγμα του. Οι Κυμαίοι αριστοκράτες τους οποίους ο Αριστόδημος δεν πρόλαβε να φονεύσει, κατέφυγαν στη γειτονική ισχυρή Καπύη (λατινικά Capua, ετρουσκ. Campeva), μεγάλη αντίπαλο της Κύμης. Διαβάστε περισσότερα

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΥΜΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ, 524 π.Χ.

1 Comment

42

Ιταλός ελαφρός πολεμιστής, σε πίνακα του Peter Connolly. Ηταν ο βασικός τύπος «ψιλού» πολεμιστή στον οποίο ανήκε το μεγαλύτερο μέρος των ελαφρά οπλισμένων Ιταλών μαχίμων που επιτέθηκαν στην Κύμη. Ειδικά για τους λαούς οι οποίοι ζούσαν στην κεντρική οροσειρά των Απενίνων της ιταλικής χερσονήσου ήταν το βασικό είδος μαχίμου. Επρόκειτο για σκληραγωγημένους και επίμονους πολεμιστές οι οποίοι προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στην Ρώμη τους επόμενους αιώνες. Ο μάχιμος της εικόνας φέρει κράνος ιθαγενούς ιταλικού τύπου με ελληνικό λοφίο. Φέρει προστατευτικό έλασμα για τον λαιμό του και «καρδιοφύλακα» (pactorale) – έναν κυκλικό δίσκο για την προστασία του στήθους. Όμοιο δίσκο έχει αναρτημένο και στην πλάτη του. Κρατάει δύο ακόντια – ένα βαρύτερο και ένα ελαφρύτερο. Το ξίφος του είναι ελληνικού τύπου (copyright: Peter Connolly).

.

Το 745 π.Χ. οι Ευβοείς άποικοι που είχαν αποικήσει από χρόνια το μικρό νησί των Πιθηκουσών στα ανοικτά του κόλπου της Νεάπολης στην Ιταλία, ίδρυσαν στην απέναντι ακτή την Κύμη, την πρώτη «επίσημη» ελληνική αποικία στη μεγάλη χερσόνησο. Οι Πιθηκούσες ήταν η πρώτη, αλλά «ανεπίσημη» αποικία στην Ιταλία. Η Κύμη έλαβε το όνομα της από την ευβοϊκή Κύμη, μάλλον ως «ουδέτερη» συμβιβαστική λύση ανάμεσα στους Χαλκιδείς και τους Ερετριείς αποίκους, τους πλέον πολυάριθμους. Σύντομα η Κύμη, ενισχυμένη με νέους αποίκους από τη Χαλκίδα, την Ερέτρια, την ευβοϊκή Κύμη, την Τανάγρα, την Κήρινθο και την Ωρωπία, επεκτάθηκε στην εύφορη γη των Φλεγραίων Πεδίων στα βόρεια της. Αργότερα κατέφθασαν στην Κύμη νέοι Έλληνες άποικοι από τη Μεγάλη Ελλάδα, τη Σάμο κ.α. ιδρύοντας θυγατρικές αποικίες της και αυξάνοντας έτσι τη δύναμη και την έκταση της χώρας της. Ανάμεσα στις νέες αποικίες θα ξεχωρίσει η Νεάπολη (σημερινή Νάπολι). Σε άλλες περιπτώσεις, οι Έλληνες εγκαθίσταντο σε υπάρχοντα χωριά των ιθαγενών Αυσώνων μετεξελίσσοντας τα σε ελληνικές αποικίες όπως συνέβη στην Πομπηία, το Ηράκλειο (Herculaneum) κλπ. Έτσι τα όρια της κυμαϊκής χώρας πλησίαζαν ταχέως προς τον ποταμό Ουόλτουρνο αλλά σύντομα περιορίσθηκαν από έναν πανίσχυρο εχθρό, τους Ετρούσκους ή Τυρρηνούς όπως τους ονόμαζαν οι Έλληνες, τον λαό της Ετρουρίας (σημερινή Τοσκάνη).

23

Οπλίτης της Υστερης Αρχαϊκής περιόδου (6ος-αρχες 5ου αι. π.Χ.) με φολιδοθώρακα. Διακρίνεται το εσωτερικό της οπλιτικής ασπίδας.  Η εικόνα θα μπορούσε να αντιστοιχεί τοσο σε Κυμαίο,  όσο και σε Ετρούσκο οπλίτη  (ευγενική χορηγία του Συλλόγου Ιστορικών μελετών ‘Κορύβαντες‘ – η οπλοσκευή είναι έργο του δημιουργού Δημήτρη Κατσίκη).

 .

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Έλληνες και Ετρούσκους ήταν αρκετά παλαιότερος. Ο μυθογράφος Παλαίφατος (Περί Απίστων) διαβεβαιώνει ότι το θαλασσινό τέρας Σκύλλα που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στις περιπλανήσεις του, αντιπροσώπευε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν τα ελληνικά πλοία στο Στενό της Μεσσήνης, από τους Ετρούσκους πειρατές. Διαβάστε περισσότερα

%d bloggers like this: