Home

ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΕΣ ΤΩΝ ΕΤΡΟΥΣΚΩΝ

Leave a comment

45

Tυπικό κράνος τύπου Νegau. Ο τύπος έλαβε την ονομασία του από την ομώνυμη τοποθεσία όπου ανακαλύφθηκαν πολλά τέτοια κράνη σε αρχαίο κοιμητήριο.

etruscan visor mask.Vulci, V c B.C.

Ετρουσκικη ημι-προσωπιδα για την προστασία της γνάθου και περιγναθιακής περιοχής (Βούλκοι, 5ος αι πΧ).

.
Το ετρουσκικό οπλοστάσιο διέθετε ενδεχομένως την μεγαλύτερη ποικιλία όπλων στον αρχαίο κόσμο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι Τυρρηνοί λάτρευαν την οπλοσκευή τους, φροντίζοντας να είναι ισχυρή, αποτελεσματική αλλά και προσεγμένη. Έχει εκτιμηθεί ότι οι στρατοί τους είχαν εντυπωσιακή όψη. Μεταχειρίζονταν όπλα και θωρακίσεις μικρασιατικής προέλευσης, εγχώρια ιταλικά, ελληνικά όπλα νοτιοελλαδικού, μακεδονικού και αργότερα ελληνιστικού τύπου, ασσυριακά-μεσανατολικά, ιβηρικά, αργότερα και κελτικά του πολιτισμού Λα Τεν. Θα ήταν, όμως, λάθος να θεωρηθούν απλοί αντιγραφείς. Παρότι «δανείστηκαν» μεγάλο μέρος του εξοπλισμού τους, το εξέλιξαν δημιουργώντας δικούς τους ιδιαίτερους τύπους και εξομαλύνοντας τις διαφορές των αρχικών δανείων, αφομοιώνοντας τα σε ένα λειτουργικό και αισθητικά προσεγμένο σύνολο.

Συνεχεια αναγνωσης

ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑΡΚΥΝΙΟΣ Α΄: ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ZHTHMA της Ελληνορωμαϊκής Ιστορίας

2 Comments

Corinthos

Τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου.
.

Το 656 π.Χ. ο Κύψελος κατέλαβε την εξουσία στην Κόρινθο από όπου εξεδίωξε το κυβερνών γένος των Βακχιαδών. Ένα προεξέχον μέλος του, ο Δημάρατος, εγκατέλειψε την πόλη μαζί με πολλούς πρόσφυγες και έπλευσε προς τη Δυτική Μεσόγειο την οποία οι Κορινθιοι θαλασσοπόροι γνώριζαν ήδη καλά. Αφού εγκαταστάθηκαν για ένα διάστημα στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών νήσων, κοντά στη σημερινή Νεάπολη, τελικά κατέληξαν στην Ταρκυνία (Tarchna στην ετρουσκική γλώσσα), μια από τις σημαντικές πόλεις της Ετρουρίας. Ενδεχομένως το γεγονός ότι ήταν Δωριείς τους καθιστούσε ανεπιθύμητους στις ιωνικές Πιθηκούσσες αλλά επιθυμητούς στους Ταρκυνίους αριστοκράτες, οι οποίοι ήταν ήδη λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού και τρόπου ζωής όπως φαίνεται στα αρχαιολογικά ευρήματα. Η ακολουθία του Δημαρατου περιελάμβανε μεταξύ άλλων αρκετούς ειδικευμένους τεχνίτες και καλλιτέχνες, οι οποίοι ήταν περιζήτητοι στην Ετρουρία. Επίσης οι Ταρκύνιοι ενδιαφέρονταν μάλλον για τη στρατιωτική ενίσχυση τους με τους Κορινθιους μαχίμους. Η πόλη τους ήταν ήδη μία από τις μεγάλες δυνάμεις της Ετρουρίας και γενικά της Ιταλίας. Οι Ελληνες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν ειδικά στη Γραβίσκη, το κύριο επίνειο της Ταρκυνίας, με την άδεια των αρχών της. Φαίνεται πως λίγοι επέλεξαν την εγκατάσταση στο άστυ. Οπως φαίνεται από τα ευρήματα, η Ταρκυνία είχε ήδη μία αξιόλογη ελληνική παροικία, κυρίως από Χαλκιδείς και Δωριείς, η οποία ενισχύθηκε με τους νεοφερμένους Κορινθιους.

Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (ΙΙΙ, 46) και τον Ρωμαίο «εθνικό ιστορικό» Τίτο Λίβιο (Ι, 34), στην Ταρκυνία ο Δημάρατος απέκτησε έναν γιο τον οποίο ονόμασε Ταρκύνιο  προς τιμήν της νέας πατρίδας του ή σύμφωνα με μια άλλη άποψη επειδή ο Δημάρατος και οι άνθρωποι του ενσωματώθηκαν στο μεγάλο γένος των Ταρκυνίων το οποίο ζούσε και σε άλλες ετρουσκικές πόλεις (Καίρη, Βούλκοι κ.α.). Λόγω της ξενικής καταγωγής του πατρός του, ο Ταρκύνιος δεν μπορούσε να καταλάβει κάποιο αξίωμα στην πόλη, γι’ αυτό ακολούθησε τη συμβουλή της Ετρούσκης συζύγου του, Τανακίλ, να εγκατασταθούν στη Ρώμη. Η τελευταία δεν ήταν ακόμη ετρουσκική αλλά είναι βέβαιο ότι οι πολιτισμένοι Ετρούσκοι έβρισκαν απασχόληση στο Λάτιο ως μισθοφόροι, διοικητικοί αξιωματούχοι κτλ, από τους Λατίνους και Σαβίνους πολέμαρχους της περιοχής.

Συνεχεια αναγνωσης

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Β΄

1 Comment

574848_351945891555654_1916636754_n

Ο ετρουσκικός στρατός του Λαρθ Πορσήνα συγκεντρώνεται κοντά στη Ρώμη (άνω αριστερά) στην αντίπερα όχθη του Τίβερη. Ενας κλασσικός πίνακας του Πήτερ Κόννολλυ. Διακρίνεται μία μεγάλη ποικιλία της ετρουσκικής οπλοσκυεής. Η έντονη ελληνική επίδραση είναι προφανής, όπως και τα εντόπια ιταλικά στοιχεία.
.

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Α΄

.
Παρά την αναφορά του Λίβιου στους «πολυάριθμους» Τυρρηνούς πολεμιστές, αυτοί θα ήταν αρκετά πολυαριθμότεροι αν η κοινωνία τους ήταν οργανωμένη πιο δημοκρατικά, μια λαμπρή εξέλιξη των ελληνικών πόλεων-κρατών την οποία αρνήθηκαν επίμονα να ακολουθήσουν. Ο Λίβιος ανεβάζει σε 50.000 πεζούς και 4.000 ιππείς, τις δυνάμεις που συγκέντρωσαν συνολικά οι Ετρούσκοι και οι Σαβίνοι για να συνδράμουν την Ρώμη το 225 π.Χ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το έτος η παλαιά πυκνοκατοικημένη Νότια Ετρουρία ήταν πλέον ρωμαϊκό έδαφος, καθώς και άλλες παραμέτρους, καταλήγουμε σε έναν συνολικό αριθμό 80.000 Ετρούσκων μαχίμων για τα τέλη του 6ου αι π.Χ. Φτωχός αριθμός για μια χώρα που υπολογίζεται ότι είχε τότε 600-800.000 κατοίκους. Συγκριτικά, οι ελληνικές περιοχές της Ιταλίας και Σικελίας διέθεταν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό μαχίμων επί του συνολικού πληθυσμού τους, λόγω του ανώτερου πολιτικο-οικονομικού συστήματος, κυρίως λόγω της δημοκρατικής οργάνωσης τους. Λόγω αυτής της έλλειψης, σημαντικό τμήμα των τυρρηνικών στρατών αποτελούσαν οι υποτελείς ή μισθοφόροι στρατιώτες, οι Ούμβροι, οι Λατίνοι, οι Όσκοι, οι Κέλτες του πολιτισμού Γκολασέκα (Golaseca) κ.α.
Εκτός από το πεζικό, υπήρχε σημαντικό ιππικό. Ωστόσο οι Τυρρηνοί ιππείς πολεμούσαν συνήθως πεζοί, δηλαδή τα άλογα τους ήταν περισσότερο μεταφορικό μέσο. Πολεμούσαν έφιπποι μόνο όταν είχαν να αντιμετωπίσουν αντίπαλους ιππείς. Για αυτό και ο εξοπλισμός τους ήταν ουσιαστικά οπλιτικός. Οι εξαρτύσεις των αλόγων ανήκαν στον ελληνικό τύπο. Το πολεμικό άρμα εισήχθη στην Ετρουρία γύρω στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., αλλά είναι αμφίβολο αν χρησιμοποιείτο ως όπλο κρούσης. Με την επικράτηση της οπλιτικής φάλαγγας έγινε μεταφορικό μέσον των στρατηγών, μέχρι που εξαφανίστηκε από το πεδίο της μάχης τον 5ο αιώνα π.Χ. Από εκεί και πέρα, κοσμούσε τους θριάμβους των Ετρούσκων στρατηγών, μια κληρονομιά που πέρασε και στους θριάμβους των Ρωμαίων υπάτων.

More

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Α΄

5 Comments

chariotΕτρουσκικό πολεμικό άρμα ειδικά για τελετές.
.
Τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εθνο-γλωσσικές ομάδες εθνών μοιράζονταν την αρχαία Ιταλία και τα γειτονικά μεγάλα νησιά. Η πλούσια γη της προσείλκυσε διάφορους αποικιστές και εισβολείς. Μόνο δύο από αυτές τις ομάδες ήταν καθαυτό ιταλικές, η λατινική και η οσκο-ουμβρική, οι οποίες αποτελούσαν θλιβερή μειοψηφία απέναντι στα έθνη των νεοφερμένων. Οι Ιάπυγες και οι Πικηνοί της Ανατολικής Ιταλίας αποτελούσαν ιλλυριογενείς λαούς, καταγόμενοι εν μέρει από την απέναντι δαλματική ακτή. Οι Λίγυρες της βορειοδυτικής χώρας ήταν ένας πανάρχαιος λαός που ζούσε παλαιότερα σε μεγάλο τμήμα της Δυτικής Ευρώπης. Ανάλογη είναι η θέση των Ενετών της βορειοανατολικής Ιταλίας (τους οποίους μερικοί θεωρούν ιλλυρικό έθνος). Οι Σικελοί, Σαρδοί και Κόρσιοι που κατοικούσαν στις Σικελία, Σαρδηνία και Κορσική αντίστοιχα, θεωρείται ότι σχετίζονται με δύο από τους διαβόητους «Λαούς της Θάλασσας» του Αιγαίου, οι οποίοι συνετάραξαν την Ανατολική Μεσόγειο στο τέλος της Χαλκοκρατίας, τους Σεκελές (Shklsh) και Σερντέν (Shrdn). Οι συγκεκριμένοι λαοί που ηταν μάλλον μικρασιατικοί αναμείχθηκαν με Λίγυρες και Ίβηρες (προερχόμενους από την Ισπανία) που προϋπήρχαν σε αυτά τα νησιά. Οι άλλοι δύο λαοί της Σικελίας, Έλυμοι και Σικανοί, έχουν ενδεχομένως ιβηρική καταγωγή. Οι Φοίνικες, ικανοί Χανααναίοι ναυτικοί και αποικιστές, εγκαταστάθηκαν αργότερα στην Σικελία και την Σαρδηνία.
Είναι γνωστός ο ευρύς ελληνικός αποικισμός στα ιταλικά εδάφη. Πρωτοπόροι ήταν οι Κρήτες και οι Μυκηναίοι θαλασσοπόροι. Eκτός από τον γνωστό οργανωμένο αποικισμό από πόλεις-κράτη σημειώθηκαν και μετακινήσεις ολόκληρων ελληνικών φύλων, όπως για παράδειγμα ενός τμήματος Πελαγόνων Μακεδόνων το οποίο σε άγνωστη χρονολογία διέσχισε το στενό του Οτράντο και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου το εθνωνύμιο του αποδόθηκε ως «Πελιγνοί» στην οσκική. Οι Πελαγόνες/Πελίγνοι υιοθέτησαν την οσκική γλώσσα αλλά διατήρησαν αρκετά στοιχεία της ελληνικής καταγωγής τους. Οι Έλληνες αποτελούσαν τον 5ο αι π.Χ. την πολυπληθέστερη εθνότητα της Ιταλίας, συγκεντρώνοντας περίπου το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της (στα σημερινά της σύνορα τα οποία ωστόσο είναι πολύ διαφορετικά από τα αρχαία). Ο τελευταίος, χρονολογικά, λαός μεταναστών στην ιταλική γη ήταν οι Κέλτες (Γαλάτες) που κατέλαβαν την Παδανία (κοιλάδα του Πάδου) τον 4ο αιώνα π.Χ.. Οι προαναφερόμενοι λαοί προέρχονταν σχεδόν από όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου– από την μεσανατολική Συρία μέχρι την Ισπανία στην Δύση και την παγωμένη κελτική κοιτίδα στον Βορρά – κάνοντας έτσι την αρχαία Ιταλία μια «μικρογραφία» του. Το γεγονός ότι οι γλώσσες και οι πολιτισμοί τους δεν σχετίζονταν καθόλου, εξηγεί τις έντονες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους.

Συνέχεια αναγνωσης