Map credit: Wikimedia commons

.

Π. Δεληγιάννης

Αρκετοί σύγχρονοι γεωπολιτικοί ερευνητές εκτός Ελλάδας έχουν εκτιμήσει ότι η Τουρκία μπορεί να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του Εγγύς Μουσουλμανικού κόσμου (Μεση Ανατολή και Βόρεια Αφρική) ενώ άλλοι πιο τολμηροί έχουν εκτιμήσει ότι κάποτε στο μέλλον, πιθανώς να εξελιχθεί σε ηγέτιδα όλου του Μουσουλμανικού Κόσμου. Εξάλλου εδώ και αρκετά χρόνια βλέπουμε την Αγκυρα να κινείται γεωπολιτικά πάνω σε αυτό το πλαίσιο κατά το πασίγνωστο πλέον στην Ελλάδα και στην Κύπρο ‘δόγμα’ του Νέο-Οθωμανισμού, το οποίο θεωρεί δικαιωματική την επιστροφή της πολιτικής επιρροής της Τουρκίας στα εδάφη τα οποία αποτελούσαν πριν από έναν, δύο και τρεις αιώνες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον ίδιο λόγο η Αγκυρα προσπαθεί να επεκτείνει ή ενισχύσει την επιρροή της σε πληθυσμούς των Βαλκανίων, είτε μουσουλμανικούς (Βόσνιοι, μέρος των Αλβανών και Κοσσοβάρων, Βούλγαροι μουσουλμάνοι κ.α.) είτε και χριστιανικούς (Σκοπιανοί και άλλοι).

Για τον ίδιο επίσης λόγο, τα ίδια χρόνια των κυβερνήσεων Ρ.Τ. Ερντογάν βλέπουμε την Αγκυρα να απομακρύνεται από όποιες σταθερές συμμαχίες διατηρούσε παραδοσιακά (πχ ΗΠΑ, Γερμανία), να αγνοεί τους περιορισμούς που της επιβάλει η συμμετοχή της σε οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ, και να ακολουθεί μία «μοναχική πορεία» στη διεθνή πολιτική σκηνή ακολουθώντας φανερά μία δική της ατζέντα στα διεθνή ζητήματα. Και επειδή η Τουρκία δεν είναι Σουηδία ή Ελβετία, αυτή η συμπεριφορά της καταδεικνύει την άποψη της ηγεσίας της αλλά και του λαού της μάλλον, ότι οφείλει να συμπεριφέρεται ως υπερδύναμη.

Παρότι είναι πολύ ριψοκίνδυνο για μία χώρα να συμπεριφέρεται ως υπερδύναμη χωρίς να είναι τέτοια, αυτή η πολιτική της Αγκυρας είναι χαρακτηριστική του προσανατολισμού της ηγεσίας της και της νοσταλγίας της για το οθωμανικό παρελθόν. Ωστόσο, ενέργειες όπως η πρόσφατη (αρχές Ιουλίου 2020) και σχετικά άκοπη καταστροφή τουρκικών αντιαεροπορικών, ραντάρ και άλλων συστημάτων στη βάση Αλ Ουατίγια της Λιβύης από επιθετική ενέργεια μαχητικών της Γαλλίας με πιλότους από τα ΗΑΕ (μόνο επειδή το Παρίσι δεν ήθελε να έχει την ‘αποκλειστικότητα’ στην επίθεση), μάλλον προσγειώνουν την ηγεσία της Τουρκίας στη σκληρή πραγματικότητα. Από την άλλη, η Γαλλία έχει πάντα τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται ως υπερδύναμη και να αγνοεί το Βερολίνο το οποίο προσπαθεί να τη φέρει στην τράπεζα των ανεπίσημων διαπραγματεύσεων με την Αγκυρα για το θέμα της Λιβύης.

Στην ίδια άποψη της κυβέρνησης Ερντογάν ότι η χώρα της οφείλει να συμπεριφέρεται ως υπερδύναμη λόγω ‘της επιστροφής του οθωμανικού μεγαλείου’, οφείλεται και η προ ολίγων ημερών απόφαση της να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί διαλαλώντας έτσι έμμεσα ότι το οθωμανικό παρελθόν επιστρέφει ακόμη και στον θρησκευτικό και πολιτισμικό τομέα.

Οι Ελληνες γεωπολιτικοί ερευνητές έχουν δώσει σχεδόν όλη την προσοχή τους στα γνωστά στενά εθνικά μας ζητήματα (Αιγαίο, Κύπρος, ΑΟΖ, Νότια Εγγύς Βαλκάνια, ενεργειακά οικόπεδα στην Ανατολική Μεσόγειο) και παρότι αναφέρονται συχνά στον Νέο-Οθωμανισμό της Τουρκίας παραβλέπουν να δώσουν μία βαθύτερη ανάλυση αυτού του κίνδυνου για τις Ελλάδα, Κύπρο (αλλά και για την ΕΕ και τη Ρωσσία) από μία πιθανή αναβίωση του Οθωμανικού Χαλιφάτου. Αυτή η «στείρα» επιμονή τους στα στενά εθνικά μας ζητήματα μπορεί να είναι αρκετά ‘εμπορική’ για την εμφάνιση τους στα ελληνικά τηλεοπτικά δίκτυα, ιντερνετικά δίκτυα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλα ελληνικά ΜΜΕ αλλά μοιάζει σαν αθέλητος αποπροσανατολισμός του τηλεοπτικού ή αναγνωστικού κοινού από τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Είναι σαν να «επικεντρωνόμαστε στο δένδρο και να μη βλέπουμε το δάσος», παραφράζοντας μια γνωστή παροιμιώδη φράση.

Παρατηρώντας στενά τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη Συρία, στο Ιράκ και πρόσφατα στη Λιβύη, και περισσότερο την ανησυχητική τουρκική εμπλοκή σε αυτές τις χώρες (όλες πρώην εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως και τις αρχές του 20ου αιώνα) σκοπεύω να ξεκινήσω μία σειρά λίγων περιεκτικών άρθρων με τα οποία θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τον συγκεκριμένο κίνδυνο και τις επιπτώσεις που θα έχει για τα δύο ελληνικά κράτη μας, αλλά και την ΕΕ και τη Ρωσσία, αν γίνει πραγματικότητα.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ

Θέτοντας τα γεωγραφικά πλαίσια του ζητήματος υπό εξέταση, είδαμε ότι ορισμένοι ξένοι γεωπολιτικοί ερευνητές έχουν εκτιμήσει ότι ίσως η Τουρκία εξελιχθεί κάποτε στο μέλλον σε ηγέτιδα όλου του Μουσουλμανικού Κόσμου, ή τουλάχιστον του Σουνιτικού ο οποίος συνιστά άνω του 85 % όλων των μουσουλμάνων. Προσωπικά δεν νομίζω ότι θα συμβεί ποτέ αυτό επειδή δεν μπορώ να κατανοήσω πως μεγάλες σουνιτικές χώρες οι οποίες είναι ή πρόκειται σύντομα να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις, όπως πχ το Πακιστάν και η Ινδονησία, θα ακολουθούν στο μέλλον την θεωρητική πρωτοκαθεδρία της Αγκυρας, έστω και μιας «πολύ εκτεταμένης» Αγκυρας σύμφωνα με τις προσδοκίες του Νέο-Οθωμανισμού. Επιπροσθέτως, η παρουσία του σιιτικού Ιράν στα ανατολικά της σύνορα, το οποίο Ιράν λόγω του σιιτισμού του δεν πρόκειται ποτέ να συμβιβασθεί με μία υποθετική πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας, δρα ως γεωπολιτικό φράγμα για την επέκταση της επιρροής της στον Μουσουλμανικό  Κόσμο της Νότιας Ασίας και της Ινδονησίας αλλά και του Αφγανιστάν και της Κεντρικής Ασίας. Η έντονη επιρροή της Ρωσσίας και λιγότερο των ΗΠΑ και του Ιράν στην τελευταία, έχει αποκλείσει από δεκαετίες την τουρκική διείσδυση σε αυτήν, παρότι κατοικείται κυρίως από τουρανικούς πληθυσμούς.

Η Τεχεράνη μπορεί να έχει έλθει σε μία σύγκλιση με την Αγκυρα τα τελευταία χρόνια για τις ζώνες επιρροής στο Ιράκ και τη Συρία, αλλά πρόκειται για αυτό ακριβώς: μία σύγκλιση με τοπικό χαρακτήρα, και όχι μία συμμαχία ή πλήρη σύμπλευση. Επίσης ο σιιτικός πληθυσμός του νοτίου Ιράκ (το 60% του συνολικού πληθυσμού του Ιράκ) είναι πολύ δύσκολο να τεθεί ποτέ υπό την επιρροή της σουνιτικής Αγκυρας. Τον ίδιο ρόλο του γεωπολιτικού φράγματος κατά της επέκτασης της επιρροής της Αγκυρας στον μουσουλμανικό κόσμο του Ινδικού Ωκεανού, παίζει και η Σαουδική Αραβία στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω.

Ολοι αυτοί οι παράγοντες αποκλείουν κάθε τουρκική επιρροή σχεδόν στo 80 % του μουσουλμανικού κόσμου, συνεπώς η εκτίμηση ότι ίσως η Τουρκία εξελιχθεί κάποτε στο μέλλον σε ηγέτιδα του μοιάζει με ουτοπία.

Εξάλλου είναι δύσκολο για την Τουρκία να υποσκελίσει ποτέ και κοντινές γεωγραφικά δυνάμεις όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος. Ακούω και διαβάζω εδώ και πολλά χρόνια σενάρια για επικείμενη διάλυση της Σαουδικής Αραβίας λόγω της εσωτερικής δογματικής και γεωγραφικής ασυνέχειας των πληθυσμών της, αλλά παρά τις αδυναμίες της συγκεκριμένης χώρας, αυτό που παρατηρούμε είναι η διαρκής άνοδος της στην μουσουλμανική και παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Θεωρώ ότι τα γεωγραφικά πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί αείποτε να επεκταθεί η όποια πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας ορίζονται από τη Λιβύη στα δυτικά έως το βόρειο και κεντρικό Ιράκ στα ανατολικά, και από τη Βοσνία και τον Νότιο Καύκασο στα βόρεια έως την Ιορδανία και το Σουδάν στα νότια, χωρίς αυτό να αποκλείει «νησίδες» τουρκικής επιρροής εκτός αυτών των ορίων, οι οποίες υπάρχουν σήμερα όπως  πχ το Κατάρ και το Τζιμπουτί (οι χριστιανικές χώρες εντός αυτών των ορίων εννοείται ότι πρέπει να αποκλεισθούν εκτός ίσως από τα Σκόπια). Η Αλγερία και το Μαρόκκο (το οποίο δεν βρισκόταν ποτέ υπό την οθωμανική επικυριαρχία) είναι αρκετά ισχυρές και αρκετά μακριά για να βρίσκονται εντός αυτής της ζώνης. Εκτός ζώνης θα βρίσκεται και η ακόμη ισχυρότερη Αίγυπτος η οποία σύντομα θα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.

Θέτω εκτός αυτής της ζώνης και τα μουσουλμανικά κράτη της Υποσαχάριας Αφρικής για λόγους που παραλείπω προκειμένου να μη μακρηγορήσω (διαρκής πολιτική αστάθεια τους, έντονη επιρροή της ισχυρής Νιγηρίας στην περιοχή κ.α.).

Αυτή ήταν μία εισαγωγή στο μεγάλο αυτό θέμα. Κατά καιρούς στο μέλλον θα αναρτώ άρθρα για τα επιμέρους ζητήματα και προβλήματα που το αφορούν.

Περικλης Δεληγιάννης