Η Ιστορία της Επανάστασης του 1821 ιδωμένη μέσα από ένα διαφορετικό και ενδιαφέρον για τον Ελληνα αναγνώστη, πρίσμα: από τη «σκοπιά» του Βρετανού George Finlay (Γεώργιος Φίνλεϋ) ο οποίος έζησε αρκετά έτη στην ελεύθερη Ελλάδα, αμέσως μετά την απελευθέρωση της, και γνώρισε με προσωπική αυτοψία πρόσωπα και καταστάσεις της Επανάστασης. Το τελευταίο στοιχείο διακρίνεται στο κείμενο του δίτομου έργου που συγγράφηκε το 1861, ωστόσο είναι προφανές ότι ο συγγραφέας επηρεάσθηκε από τις προσωπικές αντιπάθειες ανάμεσα στους Ελληνες ηγέτες (κυρίως ανάμεσα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς) και από τη βρετανική εξωτερική πολιτική.

Ο Φίνλεϋ είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Ελληνικού Τάγματος του Σωτήρος, ενώ ήταν Επίτιμο μέλος της (Βρετανικής) Βασιλικής Φιλολογικής Εταιρίας, μέλος της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας και αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Ρώμης. Σημειώνω επίσης ότι η μετάφραση της έκδοσης του 1972 (Αθήνα, Εκδόσεις Αδελφών Τολίδη) έγινε από την Αλίκη Γεωργούλη. Η επιμέλεια και τα σχόλια έγιναν από τον Τάσο Βουρνά.

Μειονέκτημα του έργου είναι η επιμονή του συγγραφέα στην οικονομική και κοινωνιολογική διάσταση του Αγώνα, ένα τυπικό γνώρισμα των Αγγλοσαξόνων ιστορικών (Βρετανίας, ΗΠΑ, Καναδά κ.ά.) οι οποίοι επιμένουν ιδιαιτέρως στους παράγοντες οικονομία και κοινωνία, παρότι οι Γάλλοι ιστορικοί ήταν οι πρώτοι που έδωσαν ιδιαίτερο βάρος σε αυτούς τους παράγοντες. Σε αρκετά σημεία ο Φίνλεϋ καθίσταται υπέρμετρα καυστικός για τους αγωνιστές και τους αρχηγούς τους, ωστόσο τα σχόλια του Τάσου Βουρνά, επιμελητή του κειμένου, τα οποία παραπέμπουν σε άλλες πηγές της εποχής, «εξισορροπούν» την κατάσταση. Ο Βουρνάς σημειώνει για το έργο: «Τα εκατόν έντεκα χρόνια που πέρασαν από την εποχή που είδε το φως, βαραίνουν αναμφισβήτητα πάνω στο έργο. Η νεοελληνική ιστορική έρευνα και ιδιαίτερα στην περιοχή του 21, έχει λύσει πολλά προβλήματα και έχει προχωρήσει αρκετά στο αποκρυστάλλωμα απόψεων τελικών, που δεν απατιούνται στις σελίδες του Φίνλεϋ. Γι’ αυτό η παρουσίαση του έργου του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, δεν μπορεί να γίνει χωρίς σχολιασμό, προσθήκες και βιβλιογραφική ενημέρωση

Πρέπει να προειδοποιήσω τον Ελληνα αναγνώστη ότι κάποια σημεία του κειμένου θα είναι «σοκαριστικά» για εκείνον, πχ κάποιοι εθνολογικοί χαρακτηρισμοί  ελληνικών ομάδων, και θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για αυτό αλλά ίσως και όχι, επειδή η εν λόγω έκδοση του έργου πραγματοποιήθηκε το 1972 δηλαδή εντός της επταετίας της δικτατορίας η οποία όπως φαίνεται, δεν λογόκρινε το έργο*. Επίσης η άποψη του Φίνλεϋ για ορισμένα συμβάντα ή μάχες της Επανάστασης φθάνει στα όρια της υπερβολής. Πχ θεωρεί τη μάχη στο Χάνι της Γραβιάς ως μία ασήμαντη αψιμαχία που πρέπει να αναφερθεί μόνο σε λίγες γραμμές. Η μάχη έληξε πράγματι με υποχώρηση των Ελλήνων αλλά ο Φίνλεϋ παραγνωρίζει την αποφασιστική θετική επιρροή που είχε η συγκεκριμένη μάχη στο ηθικό των Αγωνιστών και το γεγονός ότι επέφερε την εξέγερση και περισσότερων ελλαδικών περιοχών εναντίον των Τούρκων. Επίσης ο συγγραφέας αναφέρεται στην πολιορκία της Τριπολιτσάς στην περιορισμένη έκταση που του επιτρέπει το μέγεθος του συγγράμματος, στο πρώτο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου (μέρους), αλλά επιμένει στις πράξεις των Ελλήνων σε βάρος του τουρκικού πληθυσμού και στην υποθετική φιλάργυρη διαγωγή των οπλαρχηγών. Ο Τάσος Βουρνάς προσέθεσε στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, το σημαντικό ντοκουμέντο του φυλλαδίου «The Greeks at Tripolitza» το οποίο εξέδωσε η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση στο Λονδίνο το 1822 αναφορικά με τις ενέργειες των Ελλήνων στην καταληφθείσα πόλη, θέτοντας τα πράγματα σε αντικειμενικότερα πλαίσια.

Το έργο του Φίνλεϋ είναι ένα σημαντικό σύγγραμμα για τον ελληνικό Αγώνα από όσα έχουν γραφτεί από ξένους ιστορικούς κατά τον 19ο αι., το οποίο αξίζει να μελετηθεί από όλους όσους επιθυμούν να έχουν μία σφαιρικότερη αντίληψη του πως είδαν οι Δυτικοευρωπαίοι συνολικά (φιλέλληνες και μη) τα τεκταινόμενα της Ελληνικής Επανάστασης.

.

* Σύντομα πρόκειται να δημοσιεύσω μία μικρή μελέτη μου για τη σχέση Αρβανιτών και Ελλαδιτών (και μιλώ για Ελλαδίτες επειδή και οι Αρβανίτες είναι ελληνικός-ελληνογενής πληθυσμός) η οποία είχε δημοσιευθεί σε ιστορικό περιοδικό με το οποίο συνεργαζόμουν παλαιότερα.

.

Περικλής Δεληγιάννης

 

 

 

 

 

Advertisements