Χάρτης των επιχειρήσεων του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία (credit: Λ. Βρανούσης, 1964).

.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ

Και για τους άλλους χριστιανικούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου έχει εκτιμηθεί ότι θα έπρεπε να είχαν επαναστατήσει μαζί με τους Ελληνες, όμως αυτή η πιθανότητα ήταν μηδαμινή. Οι Βλάχοι και οι Μολδαβοί (σημείωση) δεν είχαν σημαντικούς λόγους για να υποστηρίξουν το κίνημα του Υψηλάντη, επειδή η τουρκική κυριαρχία δεν ήταν ιδιαίτερα πιεστική για εκείνους. Νωρίτερα, δεν είχαν υποστηρίξει ουσιαστικά ούτε τα σερβικά κινήματα. Στη Μολδοβλαχία, οι Οθωμανοί δεν εκδήλωναν εύκολα τη βαρβαρότητα τους, λόγω και της ρωσικής προστασίας. Οι Βλάχοι-Μολδαβοί αντιμετώπιζαν χριστιανούς καταπιεστές: ζούσαν υπό ένα παρωχημένο, σχεδόν φεουδαρχικό κοινωνικοπολιτικό καθεστώς, στο οποίο οι επικυρίαρχοι τους δεν ήταν τόσο οι Οθωμανοί όσο οι εγχώριοι και οι Ελληνες γαιοκτήμονες και ευγενείς, και οι ανώτεροι γηγενείς κληρικοί και επίσκοποι.

Οι Βούλγαροι κατείχαν τη δυσχερέστερη γεωπολιτική θέση (για μία εξέγερση εναντίον των Τούρκων), κατοικώντας στην ανατολική και κεντρική Βαλκανική, ανάμεσα στην Αλβανία, τον Δουναβικό σύνορο και τη Θράκη, δηλαδή ανάμεσα σε περιοχές με πολυάριθμα τουρκικά και αλβανικά στρατεύματα. Επίσης, οι Βούλγαροι (χριστιανοί) περιβάλλονταν από τα εδάφη των Βούλγαρων μουσουλμάνων και των Τατάρων προσφύγων (Μπουτζάκ, Νογκάι, Κριμαϊκοί κ.ά.) της ανατολικής Βουλγαρίας και Δοβρουτσάς, των Πομάκων της Ροδόπης, και των Αλβανών. Επρόκειτο για έμπειρους πολεμικά μουσουλμανικούς λαούς που μπορούσαν να τους συντρίψουν λόγω της γεωστρατηγικής περικύκλωσης της Βουλγαρίας, αν εκείνοι εξεγείρονταν. Ειδικά η ανατολική Βουλγαρία θα δεχόταν την καταστροφική επίθεση των οθωμανικών ναυτικών μοιρών της Κωνσταντινούπολης, Δοβρουτσάς και Σινώπης, οι οποίες μπορούσαν να αποβιβάσουν πλήθος άγριων «βασιβουζούκων» (Bashi-bazuk) και άλλων ατάκτων στην ακτή της. Οι Βούλγαροι δεν διέθεταν ναυτικό, όπως οι Ελληνες επαναστάτες. Οι Βούλγαροι κατάφεραν να αγωνιστούν αποτελεσματικά για την απελευθέρωση τους μόνο μετά την εδαφική εξάπλωση του ελληνικού και του σερβικού κράτους και την ανεξαρτητοποίηση της Ρουμανίας, επειδή η ενδοχώρα «πίσω» από τη χώρα τους ήταν πλέον συμμαχική τους. Παρά τη μείωση των τουρκικών δυνάμεων στα βουλγαρικά εδάφη λόγω του πολέμου με τον Αλή πασά, όσες παρέμειναν εκεί ήταν πολυάριθμες λόγω της ρωσικής απειλής. Επίσης, οι Βούλγαροι δεν διέθεταν την εθνική συνοχή, την αποτελεσματική οργάνωση και τη στρατιωτική κατάρτιση των Σέρβων και των Ελλήνων. Αρκετοί από αυτούς προτιμούσαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες ή Σέρβοι και όχι ως Βούλγαροι.

Γενικά οι Ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας δεν ευνοούντο γεωπολιτικά για την επιτυχία της εξέγερσης, κείμενες μεταξύ των ενισχυμένων τουρκικών δυνάμεων στη Βουλγαρία, της Αψβουργικής (Αυστριακής) Αυτοκρατορίας που αντιμαχόταν τα φιλορωσικά κινήματα της χερσονήσου του Αίμου (εποφθαλμιώντας την), και της Ρωσίας για την οποία είδαμε ότι δεν μπορούσε να τα υποστηρίξει. Η επανάσταση στις Ηγεμονίες θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο με τη τσαρική βοήθεια ή/και με μία ταυτόχρονη νέα σερβική επανάσταση, ενδεχομένως και με μία εξέγερση δυτικών Βουλγάρων. Οι τελευταίοι ήταν οι Σλάβοι των Σκοπίων, της σύγχρονης F.Y.R.O.M., οι οποίοι αυτοαποκαλούντο «Bugari» (παραφθορά του «Βούλγαροι») και έβλεπαν φιλικά στους Σέρβους λόγω της κοινής σλαβικής προέλευσης και της αντιπάθειας τους για τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και της Αλβανίας. Αν οι Σέρβοι και οι δυτικοί Βούλγαροι εξεγείρονταν, ή έστω μόνο οι Σέρβοι, θα επιτυγχάνετο η εδαφική επαφή των Ελλήνων αγωνιστών της Μολδοβλαχίας με τις επαναστατημένες Μακεδονία και νότια Ελλάδα. Ωστόσο η κακή συγκυρία δεν επέτρεψε ούτε στη Μακεδονία να εξεγερθεί, επειδή η σερβική και βουλγαρική ενδοχώρα στα βόρεια της παρέμεινε υπό τουρκικό έλεγχο.

 2

Ο P.Von Hess απέδωσε την έσχατη αντίσταση του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι (Ιούνιος 1821) εναντίον του οθωμανικού ιππικού, στον παρόντα αριστουργηματικό πίνακα. Αξίζει να παρατηρηθεί η προσεγμένη στολή των Ιερολοχιτών (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).

.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξέγερση περιορίσθηκε στους Ελληνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και στη νότια Ελλάδα, δηλαδή σε δύο περιφέρειες πολύ απομακρυσμένες μεταξύ τους, στα βορειοανατολικά και τα νότια της χερσονήσου του Αίμου αντίστοιχα. Οι προσδοκίες των Φιλικών για μία μαζική επανάσταση των χριστιανών των Βαλκανίων διαψεύσθηκαν και οι Ελληνες απέμειναν με μοναδικό σύμμαχο τους ολιγάριθμους πια Αλβανούς του Αλή πασά. Μοιραία το κίνημα του Υψηλάντη στην ακατάλληλη γεωπολιτικά-γεωστρατηγικά Μολδοβλαχία καταπνίγηκε, αλλά κατά τη διάρκεια του εξεγέρθηκε η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα ναυτικά νησιά. Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία δημιούργησε σοβαρό αντιπερισπασμό υπέρ του αγώνα στην Ελλάδα, επειδή εξαιτίας της πολυάριθμες οθωμανικές δυνάμεις μετακινήθηκαν και «καθηλώθηκαν» στις Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Αιολίδα, Ιωνία, ακτές του Ελλησπόντου και του Εύξεινου Πόντου και στα οχυρά του Δούναβη, λόγω του φόβου της επανάστασης των Ελλήνων αυτών των περιοχών και ενδεχόμενης εισβολής των Ρώσων. Ο σουλτάνος δεν εμπιστευόταν τους Ρώσους, παρά τις διαβεβαιώσεις τους. Ετσι η επανάσταση στην Ελλάδα θεμελιώθηκε και κατάφερε να επιβιώσει. Εκεί η εξέγερση «αγκαλιάσθηκε» από τους απλούς ανθρώπους και υποβοηθήθηκε γεωστρατηγικά: βάση της ήταν ο Μοριάς, ο οποίος προστατευόταν από την πλευρά της θάλασσας από τον τρινήσιο (ελληνικό) στόλο, ενώ ο δύσβατος όγκος και οι εμπειροπόλεμοι κλεφταρματολοί της Ρούμελης τον προστάτευαν από τα βόρεια. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αγώνας στην Ελλάδα κατόρθωσε μετά από πολλές δραματικές διακυμάνσεις, νίκες και ήττες, επεκτάσεις και συρρικνώσεις, να εδραιωθεί, να προκαλέσει τη δυναμική παρέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων εναντίον των Οθωμανών και των Αιγυπτίων στο Ναβαρίνο («απηυδησμένες» από το αδιέξοδο του ελληνο-οθωμανικού πολέμου που απειλούσε το προσοδοφόρο εμπόριο και την πολιτικοκοινωνική σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή), και τελικά να καταλήξει στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

β3Το τέλος της ελληνικής εξέγερσης στις Ηγεμονίες: στη μονή Σέκου, ο αγωνιστής Ολύμπιος βάζει φωτιά στην πυρίτιδα, ενώ οι Τούρκοι έχουν εισέλθει στο κωδωνοστάσιο όπου είχε καταφύγει μαζί με τους τελευταίους άνδρες του (αντίγραφο πίνακα του P.Von Hess, Μουσείο Μπενάκη).

.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το 1821, οι Βλάχοι, Βαλάχοι ή Βολόχοι), οι Μολδαβοί και οι ρωμανόφωνοι της Τρανσυλβανίας, δηλαδή συνολικά οι πρόγονοι των Ρουμάνων, δεν είχαν αναπτύξει αρκετά τη συνείδηση της κοινής προέλευσης τους (μάλλον από λατινόφωνους Ιλλυριούς πρόσφυγες και όχι από τους αρχαίους Δάκες όπως διατείνονται οι σύγχρονοι Ρουμάνοι). Η σχέση των Βλάχων της Βλαχίας με τους Βλάχους της Πίνδου παραμένει έως σήμερα αντικείμενο μελέτης και διαφωνιών. Τα επιχειρήματα υπέρ της κοινής προέλευσης τους είναι ισχυρά, αλλά εξίσου ισχυρά είναι εκείνα που υποστηρίζουν ότι δεν σχετίζονται εθνολογικά: το προλατινικό γλωσσικό υπόστρωμα των Βλάχων της Ρουμανίας είναι θρακοϊλλυρικό, ενώ εκείνο των Βλάχων της Πίνδου είναι ελληνικό. Επίσης οι δύο αναφερόμενες βλαχικές ομάδες δεν έχουν ούτε καν σχετική ανθρωπολογική ομοιομορφία: οι Βλάχοι της Πίνδου ανήκουν κυρίως στον μεσογειακό μορφολογικό τύπο, ενώ οι εκείνοι της Βλαχίας ανήκουν στον αδριατικό-διναρικό.

Οι Βλάχοι της Πίνδου χαρακτηρίζονταν ανέκαθεν από τον κτηνοτροφικό ορεσίβιο βίο και τη νεολατινική-ρωμανική διάλεκτο τους η οποία ομοιάζει εξαιρετικά με τη βλαχική της Ρουμανίας. Γενικά, κατά τον πρώιμο 19ο αιώνα, οι ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι του ελλαδικού χώρου ανήκαν σε τρεις γλωσσικές ομάδες: τους ελληνόφωνους Σαρακατσάνους, τους λατινόφωνους Βλάχους και τους αλβανόφωνους Φρασαριώτες. Οι τελευταίοι έλαβαν το όνομα της κοιτίδας τους, Φράσαρης, κοντά στις πηγές του Αψου.

Περικλής Δεληγιάννης