centurionΡωμαίος εκατόνταρχος οδηγεί τους άνδρες του μέσα από καταιγισμό βελών. Εξαιρετικός πίνακας του Ρουμάνου εικονογράφου Radu Oltean.
.
Περί τον 4ο αιώνα π.Χ. η εθνολογική υπόσταση της αρχαίας Ιβηρικής είχε διαμορφωθεί. Κατά το πιθανότερο, τα εδάφη της μοιράζονταν τουλάχιστον πέντε εθνο-γλωσσικές ομάδες. Οι τρεις από αυτές αποτελούνταν από λαούς γηγενών του Μεσογειακού προ-ινδοευρωπαϊκού υποστρώματος: στην βόρεια περιοχή ζούσαν οι Ουάσκονες, πρόγονοι των σημερινών Βάσκων. Οι Ουάσκονες ανήκαν στην ίδια ομάδα με τους προ-κελτικούς Ακυιτανούς της Γαλατίας. Στο νότιο τμήμα της χερσονήσου ζούσαν λαοί της Ταρτήσσιας ομάδας, με κυριότερη φυλή αυτή των Τουρδητανών και βόρειο σύνορο τον ποταμό Άνα (σημερ. Γκουαδιάνα). Στην ανατολική μεσογειακή ακτής της Ισπανίας ζούσαν οι Ίβηρες. Παλαιότερα πιστευόταν ότι οι Βάσκοι και οι Ταρτήσσιοι αποτελούσαν κλάδους των Ιβήρων αλλά σήμερα έχει διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για τρεις ανεξάρτητες εθνολογικές ομάδες. Η «παρεξήγηση» δημιουργήθηκε από τους Έλληνες και τους Ιταλούς θαλασσοπόρους οι οποίοι ήρθαν πρώτα σε επαφή με τους Ίβηρες. Λόγω αυτής της συνάντησης αποκάλεσαν ολόκληρη την χερσόνησο «Ιβηρική» ενώ στην πραγματικότητα οι Ίβηρες αποτελούσαν περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού της. Στην αναφερόμενη εποχή η (Παλαιο-)Ταρτήσσια ομάδα είχε ήδη διαχωρισθεί σε δύο νέες ομάδες: την περιορισμένη Νεο-Ταρτήσσια και τη μεγαλύτερη Τουρδητανική.
Οι άλλες δύο εθνο-γλωσσικές ομάδες της χερσονήσου ήταν ινδοευρωπαϊκές: οι Λυσιτανοί οι οποίοι ήταν ένας iνδοευρωπαϊκός γλωσσικά πληθυσμός αλλά πιθανώς προ-κελτικός, και οι Κελτίβηρες οι οποίοι ήταν γλωσσικά Κέλτες. Μερικοί ερευνητές θεωρούν ότι οι Λυσιτανοί μιλούσαν πρωτο-κελτικές διαλέκτους, παλαιότερες των κελτιβηρικών γλωσσών (καθαυτό κελτικές) η οποία είναι και η δική μου άποψη, αλλά υπάρχουν αρκετές αντιρρήσεις σε αυτήν.


Οι Κελτίβηρες ζούσαν στην κεντρική ενδοχώρα της χερσονήσου (Μεσέτα), από τον ποταμό Γουαδιάνα έως τη βόρεια ισπανική ακτή. Οι Λυσιτανοί κατοικούσαν στην ενδοχώρα της σημερινής κεντρικής Πορτογαλίας. Οι Κελτίβηρες αποτελούνταν από πολλά ανεξάρτητα φύλα, τους καθαυτό Κελτίβηρες, τους Καρπητανούς, τους Άστουρες, τους Κανταβρούς, κ.α. Ειδικά οι Ουέττονες οι οποίοι θεωρούνται ενίοτε ως Κελτίβηρες, ήταν μάλλον στενοί συγγενείς των Λυσιτανών και μιλούσαν μία γλώσσα στενά συγγενική με τη λυσιτανική. Ακόμη και οι Λυσιτανοί ενίοτε κατατάσσονται (και στις λατινικές πηγές) στις κελτιβηρικές φυλές παρότι εθνολογικά ήταν αρκετά διαφορετικοί από αυτούς, όπως είδαμε. Μάλιστα ο Ουιρίατθος των Λυσιτανών αναφέρεται ως αρχηγός των Κελτιβήρων, αλλά μάλλον είχε ενώσει υπό την αρχηγία του τους δύο λαούς σε συμμαχία εναντίον της Ρώμης. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Β΄ Κελτιβηρικός πόλεμος της Ρώμης περιλαμβάνει και τις ταυτόχρονες συγκρούσεις της με τους Λυσιτανούς.

Οι καθαυτό Κελτίβηρες ήταν μία συνομοσπονδία τεσσάρων φυλών, από τις οποίες οι ισχυρότεροι ήταν οι Αρεβάκοι. Πρωτεύουσα της συνομοσπονδίας ήταν η πόλη Νουμαντία των Αρεβάκων και μετά την καταστροφή της, η Θερμαντία. Έχει εκτιμηθεί ότι τον 3ο αιώνα π.Χ. ολόκληρη η Ιβηρική χερσόνησος είχε 3-5.000.000 κατοίκους (Καβαινιάκ κ.α.), αλλά οι χώρες των Ιβήρων και των Ταρτησσίων-Τουρδητανών είχαν μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα.
Οι Φοίνικες και οι Έλληνες είχαν ιδρύσει από νωρίς αποικίες στην μεσογειακή ακτή της Ισπανίας. Οι Καρχηδόνιοι χρησιμοποίησαν τις παλαιές φοινικικές αποικίες ως βάσεις προκειμένου να φέρουν υπό την επιρροή τους μερικές γηγενείς φυλές αλλά οι Κέλτες της ενδοχώρας έμειναν εκτός αυτής της σφαίρας. Οι λαοί της Ιβηρικής έστειλαν πολλούς άνδρες τους ως μισθοφόρους στους ελληνικούς και τους καρχηδονιακούς στρατούς των 5ου-3ου αιώνων π.Χ. και στους ρωμαϊκούς των 2ου-1ου αιώνων π.Χ. Κατά το διάστημα 237-219, οι Καρχηδόνιοι στρατηγοί της μεγάλης οικογένειας Βάρκα, ο Αμίλκας, ο γαμβρός του Ασδρούβας και ο γιος του, Αννίβας, έφεραν υπό την επιρροή τους τις νότιες κελτιβηρικές φυλές. Ο Αννίβας στρατολόγησε δεκάδες χιλιάδες Ιβηρες και Κελτίβηρες για την εκστρατεία του στην Ιταλία. Οι Ρωμαίοι εκδίωξαν τους Καρχηδονίους από την χερσόνησο έως το 202 πΧ και ίδρυσαν δύο επαρχίες, την «Εσωτερική Ισπανία» (αντιστοιχούσε περίπου στην χώρα των Ιβήρων) και την «Εξωτερική Ισπανία» (η παλαιά χώρα της Ταρτησσού). Οι κελτιβηρικοί πληθυσμοί έμειναν τότε εκτός των ρωμαϊκών συνόρων.

IberiaΛαοί και φυλές της αρχαίας Ιβηρικής (Wikipedia commons)

CeltiberiaΒ΄ Κελτιβηρικός πόλεμος (154-133 π.Χ.) (πηγή: a Historical Atlas of Spain)
.
Κατά το διάστημα 194-178 πΧ οι Κελτίβηρες βοήθησαν τους υποταγμένους Ισπανούς στις επαναστάσεις τους εναντίον της Ρώμης, πολεμώντας σκληρά εναντίον της (Α΄ Κελτιβηρικός πόλεμος). Μετά από μια περίοδο ειρήνης, ξέσπασε ο Β΄ Κελτιβηρικός πόλεμος (154-133 π.Χ.), ένας από τους φονικότερους της ρωμαϊκής Ιστορίας. Οι Λυσιτανοί απάντησαν στις ρωμαϊκές προκλήσεις με επιδρομές στην Εξωτερική επαρχία, παρασύροντας και άλλες κελτιβηρικές φυλές. Το επόμενο έτος, οι Ρωμαίοι πολιόρκησαν την πόλη Νουμαντία, το κέντρο της κελτιβηρικής αντίστασης. Επρόκειτο για ένα φρούριο με πανίσχυρη οχύρωση, στον άνω ρου του ποταμού Δουρίου. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν ακόμη και ελέφαντες για την πολιορκία η οποία κατέληξε τελικά σε πανωλεθρία για αυτούς. Παράλληλα οι Λυσιτανοί νίκησαν τον στρατό του ανθύπατου Σουλπικίου Γάλβα. Αυτός χρησιμοποίησε επαίσχυντο τρόπο προκειμένου να έχει μια επιτυχία. Τους υποσχέθηκε ότι αν κατέθεταν τα όπλα θα τους εγκαθιστούσε σε άλλη, εύφορη περιοχή. Δέκα χιλιάδες Λυσιτανοί μαζί με τις οικογένειες τους αποδέχτηκαν την πρόταση αλλά όταν αφοπλίστηκαν ο Γάλβας διέταξε την μαζική σφαγή τους. Ο ανθύπατος κλήθηκε στην ρωμαϊκή Σύγκλητο προκειμένου να λογοδοτήσει για το «έγκλημα» όπως το χαρακτήρισε ο Κάτων, αλλά εκεί κατόρθωσε να αθωωθεί, ενδεχομένως δωροδοκώντας αρκετά μέλη της. Λίγο πριν από το εν λόγω επεισόδιο, ο Ρωμαίος διοικητής Λούκουλλος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην πόλη Καύκα των Ουακκαίων, σφαγιάζοντας όλους τους κατοίκους της. Ο Κελτιβηρικός πόλεμος εξελισσόταν σε πάλη μέχρις εσχάτων. Ο Πολύβιος παρατηρεί ότι οι Ρωμαίοι τον χαρακτήρισαν «ανελέητο» διότι ενώ οι συνήθεις πόλεμοι κρίνονταν από μια ή δύο μάχες παράταξης, οι μάχες στην Ισπανία συνεχίζονταν ολόκληρη την ημέρα και σταματούσαν μόνο όταν σκοτείνιαζε για να ξεκινήσουν πάλι το ξημέρωμα. Κανένας από τους δύο αντιπάλους δεν επέτρεπε στον εαυτό του να υστερήσει ή να υποχωρήσει και σπανίως κρατούσαν ζωντανούς τους αιχμαλώτους.
Ο Ουιρίαθος, νέος αρχηγός των Λυσιτανών, έφερε τους Ρωμαίους σε απόγνωση χρησιμοποιώντας τακτικές ανταρτοπολέμου. Το 148 συνέτριψε τον ρωμαϊκό στρατό της Εξωτερικής επαρχίας, σκοτώνοντας και τον Έπαρχο. Συνέχισε να προκαλεί τεράστιες απώλειες επί οκτώ χρόνια στους Ρωμαίους, οι οποίοι αδυνατούσαν να τον αντιμετωπίσουν έως ότου χρησιμοποίησαν την πρακτική που συνήθιζαν έναντι αήττητων εχθρών. Δωροδόκησαν κάποιους Λυσιτανούς προδότες οι οποίοι δολοφόνησαν τον Ουιρίαθο (140 π.Χ.). Οι Λυσιτανοί κατέθεσαν τα όπλα το 138 αν και συνέχισαν να είναι ανήσυχοι για πολλά χρόνια στο μέλλον. Στο μέτωπο εναντίον των Κελτιβήρων της Μεσέτα, οι Ρωμαίοι γνώρισαν δύο ακόμη ήττες κάτω από τα τείχη της Νουμαντίας (141-140 π.Χ.). Ηττήθηκαν επίσης όταν επιτέθηκαν εναντίον της Θερμαντίας, άλλης ισχυρής κελτιβηρικής πόλης. Το 137 υπέστησαν την τέταρτη ήττα τους από τους Νουμαντίνους και όταν το 136 πολιόρκησαν την Παλλαντία, την πρωτεύουσα των Ουακκαίων, γνώρισαν την συντριβή. Αναφέρεται ότι οι Ουακκαίοι αιχμαλώτισαν 20.000 λεγεωνάριους ενώ ο ηττημένος Ρωμαίος στρατηγός Μανκίνος, καθαιρέθηκε από την οργισμένη Σύγκλητο. Ωστόσο ο αριθμός των 20.000 αιχμαλώτων Ρωμαίων είναι μάλλον υπερβολικός. Όταν ο Κορνήλιος Σκιπίων (185-129 π.Χ.) έφθασε στην Ισπανία προκειμένου να αναλάβει την ηγεσία των ρωμαϊκών στρατευμάτων, βρήκε τους άνδρες τους σε άθλια κατάσταση, εξουθενωμένους και απελπισμένους λόγω των συνεχών αποτυχιών. Αρκετοί είχαν λιποτακτήσει ενώ οι εναπομείναντες ήταν απείθαρχοι. Πριν ο Σκιπίων κινηθεί εναντίον των Κελτιβήρων, αναδιοργάνωσε και εκπαίδευσε πάλι τον στρατό του επί έναν χρόνο.
.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ Β΄ ΜΕΡΟΣ
.
Περικλής Δεληγιάννης
.