03Tα σύνορα των “σταθερών” πόλεων-κρατών της Κυπρου (Wikimedia commons). Ο χάρτης περιέχει ένα λάθος: η Κυρήνεια (σημερ Κερύνεια) ήταν επίσης ανεξάρτητο βασίλειο. Η χώρα της εκτεινόταν ανάμεσα στο σύνορο με τη Σαλαμίνα (αμετάβλητο), στην κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου και έως το σύνορο της Λαπήθου το οποίο συνεπώς βρισκόταν αρκετά δυτικότερα. Συνεπώς οι Χύτροι και η Ληδρα δεν διεθεταν καθόλου ακτές και τα βόρεια σύνορα τους έφθαναν έως την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.
.

Π. Δεληγιάννης

.

Η Κύπρος έχαιρε της ύπαρξης υψηλών πολιτισμών στο έδαφος της πολύ πριν την έλευση των Μυκηναίων. Ηδη τη Νεολιθική περίοδο αναπτύχθηκε στο νησί ο πολιτισμός της Χοιροκοιτίας (6000-5800 π.Χ.) με επίκεντρο τον ομώνυμο οικισμό ο οποίος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους οικισμούς του ευρωπαϊκού χώρου της εποχής, αν όχι ο μεγαλύτερος. Κατά την εποχή του Χαλκού η οποία στην Κύπρο αρχίζει το 2300 π.Χ., η οικονομία του νησιού και ο πληθυσμός της αναπτύσσονται ραγδαία λόγω των πλούσιων κοιτασμάτων χαλκού στο νησί ο οποίος είναι πλέον περιζήτητος. Στο εξής και σε όλη την ιστορία τους, οι Κύπριοι καθίστανται από τους καλύτερους χαλκουργούς και εμπορεύονται τον χαλκό ή τα χαλκουργήματα τους (εργαλεία, όπλα, σκεύη) με τις γειτονικές χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Τότε αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους Μινωίτες και τους Χανααναίους ναυτικούς, προγόνους των Φοινίκων. Φαίνεται ότι από τους Μινωίτες υιοθέτησαν τη λατρεία του ταύρου, αν και υφίσταται και η άποψη ότι την υιοθέτησαν από την ανατολική Μικρά Ασία (πολιτισμός οικισμού Τσατάλ Χουγιούκ).
Οι προελληνικοί κάτοικοι της Κύπρου αποκαλούντο από τους Ελληνες «Ετεοκύπριοι» κατά αναλογία με το «Ετεόκρητες» οι οποίοι ήταν οι απόγονοι του μινωικού πληθυσμού της Κρήτης (από τον όρο ‘ετεός’ ο οποίος σημαίνει τον γνήσιο, τον γηγενή). Σχετικά με την εθνολογία των Ετεοκύπριων κατά την έλευση των Μυκηναίων (περίπου 1400 π.Χ), μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Η ύπαρξη τοπωνυμίων όπως Ταμασσός, Αμαθούς και άλλα, υποδεικνύει την παρουσία του ίδιου Ευρω-Μεσογειακού εθνογλωσσικού υποστρώματος με εκείνο των νησιών του Αιγαίου, της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Δυτικής Μικράς Ασίας. Αυτό το υπόστρωμα εκτεινόταν και στην Ιταλία και την Ιβηρική χερσόνησο και σε αυτό ανήκαν  οι Ιβηρες, οι Βάσκοι, οι Σαρδηνοί, οι Κόρσοι, οι Ετρούσκοι, οι Σικανοί της Σικελίας, οι Μινωίτες, οι Λέλεγες και άλλοι. Είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο υπόστρωμα δεν ανήκε σε μία εθνο-γλωσσική ομάδα αλλά τουλάχιστον σε τέσσερις. Ειδικά οι Ευρω-Μεσογειακοί της Κύπρου, των νησιών του Αιγαίου, της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Δυτικής Μικράς Ασίας ανήκαν στην ίδια ομάδα η οποία χαρακτηρίζεται από τοπωνύμια τα οποία λήγουν σε –σσος, -θος, -νθος κλπ. Μάλιστα η Ταμασσός βρίσκεται στο εσωτερικό του νησιού, το οποίο είναι ένδειξη ότι μάλλον προϋπήρχε ως τοπωνύμιο της έλευσης των Μυκηναίων (οι οποίοι ίδρυσαν τους οικισμούς τους στις ακτές), και ο Αμαθούς ήταν η τελευταία πόλη-κράτος η οποία κατοικείτο από τους Ετεοκυπρίους: αυτά τα δύο στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι οι τελευταίοι ανήκαν στο Ευρω-Μεσογειακό υπόστρωμα. Υπάρχει η πιθανότητα ο Αμαθούς να ιδρύθηκε από τους Φοίνικες και να κατέστη στην πορεία μία πόλη Ετεοκυπρίων, ωστόσο το τοπωνύμιο του δεν θεωρείται σημιτικό αλλά γηγενές κυρίως λόγω της κατάληξης  –θους.


Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι σημαντική ήταν και η παρουσία λουβιόφωνων στο νησί. Κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. οι Λούβιοι ήταν η μεγαλύτερη εθνογλωσσική ομάδα της Μικράς Ασίας, μεγαλύτερη και από τη χιττιτική. Πρόκειται για τους προγόνους λαών της Κλασσικής εποχής όπως οι Λύκιοι, οι Λυδοί και οι Λυκάονες. Αντίθετα, η ύπαρξη δυτικών σημιτικών στοιχείων στη νότια ακτή της Κύπρου σχετίζεται μάλλον με τους Φοίνικες αποίκους του Κιτίου και τη φοινικική κοινότητα του Αμαθούντος και όχι με κάποιο σημιτικό υπόστρωμα. Η ύπαρξη Λουβίων και Σημιτών αποίκων (και όχι γηγενών) στο νησί πριν τους Ελληνες είναι πιθανή λόγω των στενών σχέσεων της νήσου με τη γειτονική Κιλικία (η λουβική Kizzuwatna) και την ακτή της Χαναάν κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού (19ος-17ος αιώνες π.Χ.). Βέβαιη θεωρείται και η παρουσία μινωικών παροικιών λόγω της ισχυρής επίδρασης του μινωικού πολιτισμού και της εμποροναυτικής δραστηριότητας των Μινωιτών. Περί το 1500 πΧ οι Ετεοκύπριοι καθιερώνουν τη δική τους ιδιαίτερη γραφή, τη συλλαβική κυπριακή ή κυπρομινωική, βασισμένη στη μινωική Γραμμική Α΄. Μετά το τέλος της Χαλκοκρατίας, συνέχισαν να τη χρησιμοποιούν στον Αμαθούντα έως τον 4ο αιώνα πΧ, όταν την εγκατέλειψαν οριστικά υπέρ των κλασσικών ελληνικών γραφών οι οποίες χρησιμοποιούντο από αιώνες στο υπόλοιπο νησί.
Οι πρώτοι Ελληνες εγκαθίστανται στην Κύπρο κατά τον 14ο αιώνα πΧ, αρχικά σε μικρούς αριθμούς ως Μυκηναίοι έμποροι και τεχνίτες. Η επίδραση τους γίνεται αμέσως αισθητή και η εγκατάσταση τους συνεχίζεται και τον επόμενο αιώνα. Η μαζική εγκατάσταση τους με τη μορφή αποικισμού πλέον, αρχίζει περί τον ύστερο 13ο αιώνα, όταν παρά την άλωση της Τροίας στα μέσα του ίδιου αιώνα, ο Μυκηναϊκός Κόσμος άρχισε να καταρρέει και οι κάτοικοι του αρχίζουν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Η έλευση Ελλήνων εποίκων συνεχίζεται και γνωρίζει πάλι ένα μέγιστο περί τα μέσα του 12ου αιώνα π.Χ., πιθανώς λόγω των πρώτων διεισδύσεων των Δυτικών Ελλήνων στην ηπειρωτική χώρα (Δωριέων, Θεσσαλών, Αιτωλών κ.α.).
Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες ή ενδείξεις για τη φυλετική προέλευση των Ελλήνων αποίκων στην Κύπρο. Οι Αχαιοί φαίνεται ότι είχαν τον ηγετικό ρόλο σε αυτόν τον αποικισμό και αυτό είναι αναμενόμενο λόγω της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας τους στον ελλαδικό χώρο, όμως η μεταγενέστερη κυπριακή διάλεκτος, οι μύθοι και οι παραδόσεις, κάποια τοπωνύμια και άλλα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι περισσότεροι άποικοι ήταν Αρκάδες και ειδικά όχι από την καθαυτό Αρκαδία αλλά από τις «εξωτερικές» επαρχίες της Πελοποννήσου. Ο ιστορικός-φιλόλογος Μ. Σακελλαρίου έδειξε ότι κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. οι Αρκάδες εκτός από τη χώρα την οποία κατοικούσαν κατά την Κλασσική περίοδο,  κατοικούσαν επιπρόσθετα μεγάλα τμήματα της Αργολίδος, Λακωνίας, Τριφυλίας, Μεσσηνίας και Πισάτιδος. Κατά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού Κόσμου, η μαζική εγκατάλειψη και ερήμωση οικισμών ειδικά από αυτές τις περιοχές, η βέβαιη εγκατάσταση πολυαρίθμων Πελοποννησίων Μυκηναίων αποίκων στην Κύπρο, και η μεταγενέστερη προφανής ομοιότητα της Κυπριακής και της Αρκαδικής διαλέκτου, υποδεικνύει το προαναφερόμενο συμπέρασμα, ότι η Κύπρος αποικίστηκε σε μεγάλο βαθμό από Αρκάδες της «εξωτερικής» Πελοποννήσου. Διευκρινίζω ότι δεν υποστηρίζω τη γνωστή άποψη ότι οι Αχαιοί ήταν οι φορείς της αρκαδικής διαλέκτου στην Κύπρο: θεωρώ ότι οι Αχαιοί και οι Αρκάδες ήταν δύο σαφώς διαχωρισμένα φύλα με ιδιαίτερες διαλέκτους. Πιστεύω ότι η αρκαδική διάλεκτος επικράτησε στην Κύπρο σε βάρος της αχαϊκής, λόγω του αριθμού ή και της μεταγενέστερης επιρροής των Αρκάδων αποίκων.
Στη σημερινή επιστημονική γενεαλογία των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, η Κυπριακή και η Αρκαδική και σύμφωνα με μία άποψη και η Παμφυλιακή της Μικράς Ασίας, συνιστούν ιδιαίτερη ομάδα: την Αρκαδοκυπριακή.
Το χαρακτηριστικότερο αχαϊκό (αιολικό) τοπωνύμιο στο νησί είναι η κορυφή του Ολύμπου στο όρος Τρόοδος, ένα μάλλον τυπικό αιολικό τοπωνύμιο (Ολυμπος, Ολυμπία, Ολυμπος Μ. Ασίας  κ.α.). Το χαρακτηριστικότερο αρκαδικό τοπωνύμιο είναι μάλλον το ίδιο το όνομα του νησιού κατά την Υστερη Χαλκοκρατία: η δημοφιλής ονομασία Αλασία (Alashiya) του νησιού, με την οποία ήταν γνωστή στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού. Θεωρείται ότι φορείς του ήταν Αρκάδες από την Πισάτιδα, δηλαδή την πελοποννησιακή περιοχή περί την Πίσα και την Ολυμπία, όπου υφίστατο το ομηρικό τοπωνύμιο ‘Αλήσιον’ (Αλάσιον σε αιολική απόδοση) το οποίο σχετίζεται με την ονομασία ‘Αλασία’.
Είναι γνωστές οι παραδόσεις και οι μύθοι οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Αχαιών και Αρκάδων: ο Αχαιός Τεύκρος αναφέρεται ως ιδρυτής της Σαλαμίνας, οι Αρκάδες ήταν οι ιδρυτές της Πάφου (Αγαπηνωρ) και της Κυρήνειας (σημερινής Κερύνειας) (ο Κηφεύς, ο οποίος παρότι ενίοτε θεωρείται Αχαιός, ήταν Αρκάς ήρωας), το Κούριο ήταν αποικία των Αργείων (Αχαιών) ενώ άλλοι Αχαιοί αναφέρονται ως ιδρυτές του Ιδαλιου. Αλλοι Αρκάδες εντοπίζονται στην Εγκωμη, την παλαιά προελληνική πόλη του νησιού η οποία καταστράφηκε από τις επιδρομές των Λαών της Θάλασσας κατά τον ύστερο 13ο αιώνα. Φαίνεται πως οι Αρκάδες άποικοι εγκαταστάθηκαν μεταξύ των επιζώντων Ετεοκυπρίων ενισχύοντας τους πληθυσμιακά και τελικά αφομοιώνοντας τους. Αργότερα ο περιορισμένος πληθυσμός της Εγκωμης εγκαταστάθηκε στη γειτονικη νέα πόλη Σαλαμίνα, μάλλον τον 11ο αιώνα πΧ.
Ανιχνεύεται η παρουσία και άλλων ελληνικών φύλων στο νησί όπως Λαπιθών, Ιώνων, Αττικών, Μινύων και άλλων. Λαπιθες της Λακωνίας ήταν πιθανώς οι ιδρυτές της πόλης Λαπήθου όπως υποδεικνύει το όνομα της και η παράδοση για την καταγωγή των Λακώνων ιδρυτών της από την περιοχή του όρους Λαπήθη. Η ομωνυμία της Σαλαμίνας της Κύπρου με τη Σαλαμίνα του Σαρωνικού δεν σημαίνει την παρουσία Ιώνων στην πρώτη όπως θεωρείται ενίοτε, επειδή η δεύτερη κατά τη μυκηναϊκή περίοδο αλλά και αργότερα κατοικείτο από Αχαιούς. Στη Σαλαμίνα της Κύπρου οι Αχαιοί και οι Αρκαδες ήταν ο κύριος πληθυσμός. Οι Ιωνες της Κύπρου συνδέονται μάλλον με την πόλη των Σολων αλλά και με την Κυρήνεια η οποία φέρει το όνομα μιας πόλης της Αιγιαλείας (μετέπειτα Αχαϊας) η οποία τότε δεν κατοικείτο από Αχαιούς αλλά από Ιωνες. Ειδαμε ότι σύμφωνα με τους μύθους, η πόλη ιδρύθηκε από τους Αρκάδες του Κηφέα οι οποίοι μάλλον συνεργάσθηκαν με Ιωνες της Αιγιαλείας.

Η παρουσία Αττικών και Λαπιθών στην Κυπρο πιθανώς υποδηλώνεται από τον μύθο του Θησέα ο οποίος αναφέρει τη στάθμευση της αθηναϊκής αποστολής μετά τον φόνο του Μινώταυρου στην Κύπρο, το οποίο είναι εντελώς ασύμβατο γεωγραφικά και κατά την άποψη μας εξηγείται μόνο ως αποικιστική επιχείρηση. Αττικοί εντοπίζονται και στους Χύτρους αν βασισθούμε σε έναν μύθο για την ίδρυση της πόλης από Αθηναίους. Αλλοι Αττικοί, Κρήτες και Λαπίθες της Αττικής (λόγω της αναφοράς του Λαπίθη ήρωα Φαλήρου) εγκαταστάθηκαν στην πολη Αιπεια αν βασισθούμε πάλι στους ιδρυτικούς μύθους της πόλης. Η Αιπεια δεν επιβίωσε έως την αρχαϊκή εποχή τουλάχιστον ως πόλη-κράτος και φαίνεται πως το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της μετακινήθηκε στη νέα πόλη Σόλοι την οποία ίδρυσε ένας βασιλιάς της πρώτης σύμφωνα με την παράδοση.
Ολα τα προαναφερόμενα φύλα ανήκαν στην Ανατολική (ή Νότια) και την Αιολική ελληνική ομάδα. Αντίθετα δεν ανιχνεύεται κάποια εγκατάσταση Δωριέων και γενικά Ελλήνων της Δυτικής ομάδας στην Κύπρο. Για αυτόν τον λόγο και λόγω της επιμονής του μυκηναϊκής προέλευσης πληθυσμού της στον παλαιό μυκηναϊκό πολιτισμό για αρκετούς αιώνες μετά την πτώση του στο Αιγαίο, κατά την άποψη μου η Κύπρος έμοιαζε με μικρογραφία της προ-δωρικής Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεταγενέστεροι Ασσυρο-Βαβυλώνιοι και ίσως όλοι οι Σημίτες της εποχής τους αποκαλούσαν την Κύπρο και την παράκτια Κιλικία με την κοινή ονομασία «Ιαδνανά, Δανανά ή Αδνανά», το οποίο σημαίνει σύμφωνα με την άποψη ξένων ερευνητών τη «χώρα των Δαναών» δηλαδή τη «χώρα των Ελλήνων». Οι Δαναοί δεν υπήρχαν πλέον από αρκετούς αιώνες ως ανεξάρτητο φύλο και το όνομα τους σήμαινε πλέον τους Αχαιούς οι οποίοι τους απορρόφησαν, και κατ’ επέκταση όλους τους Ελληνες στους οποίους οι Αχαιοί είχαν κυριαρχήσε: είναι ακριβώς το όνομα το οποίο χρησιμοποιεί ο Ομηρος στα έπη του για αυτές τις ομάδες. Οι Ασσυρο-Βαβυλώνιοι χρησιμοποιούσαν για την Κύπρο αυτήν τη παλαιά μετα-μυκηναϊκή ονομασία την οποία προφανώς παρέλαβαν από τους ίδιους τους Κυπρίους επειδή πρόκειται για μη-σημιτική ονομασία. Μάλλον οι ίδιοι οι αρχαϊκοί Κύπριοι αποκαλούσαν το νησί τους «χώρα των Δαναών» μεταξύ άλλων και ως ακούσια υπενθύμιση ότι αποτελούσε την τελευταία «κιβωτό» του μυκηναϊκού κόσμου.
Ο όρος «Ιαδνανά, Δανανά ή Αδνανά» φαίνεται ότι αφορούσε και τη γειτονική παράκτια Κιλικία, ιδίως την Πεδιάδα. Αυτό είναι κατανοητό επειδή αυτή η περιοχή κατέστη πεδίο πυκνής μυκηναϊκής ελληνικής εγκατάστασης τους αιώνες που αποικίστηκε και η Κύπρος. Κατά την Κλασική περίοδο η Πεδιάδα Κιλικία (ανατολική πεδινή χώρα) ήταν σχεδόν εξελληνισμένη. Οι πόλεις της ήταν είτε εξελληνισμένοι ιθαγενείς οικισμοί (Ταρσός, Άδανα, Μαγαρσός, Καστάβαλα, Οινίανδος κ.ά.), είτε αποικίες Αχαιών (Σόλοι, Μαλλός, Μόψου Εστία, Μυρίανδρος, Αγχιάλη, Ποσίδειον Συρίας  κ.ά.).

Enkomi_12._Jh._v._ChrΑγαλματίδιο από την Κύπρο της Υστερης Χαλκοκρατίας, ενός θεού του πολέμου. Ο οπλισμός του ( κερασφόρο κράνος, στρογγυλή ασπίδα μέσου μεγέθους, περίζωμα) ομοιάζει πολύ με εκείνους αναπαραστάσεων πολεμιστών των Λαών της Θάλασσας (αιγυπτιακά ανάγλυφα μάχης του Νείλου), κυρίως Σερντέν, και Υστερων Μυκηναίων (Αγγείο των Πολεμιστών κτλ).
.
Κατά την εποχή της μεγάλης μετανάστευσης των Λαών της Θάλασσας (περί το μεταίχμιο των 13ου-12ου αιώνων) και του χάους που προκάλεσαν, η Κύπρος υπέφερε από τις επιδρομές τους ή από άλλους πρόσφυγες εξαιτίας αυτών, και το νησί (Αλασία) αναφέρεται στα ουγκαριτικά και αιγυπτιακά αρχεία ως μία από τις χώρες που επλήγησαν. Τότε καταστράφηκε η Εγκωμη και το προ-φοινικικό Κίτιο. Η εγκατάσταση Λαών της Θάλασσας στην Κύπρο είναι βέβαιη τουλάχιστον για τους λαούς Σερντέν (Shrdn, μάλλον από τη Λυδία) και Λούκκα (Lqq, Λούβιοι/Λύκιοι). Παρά ταύτα αργότερα δεν ανιχνεύονται και θεωρείται βέβαιο ότι αφομοιώθηκαν από τους Ελληνες του νησιού με τους οποίους ήταν εξάλλου γνώριμοι και μάλλον όχι ανταγωνιστικοί, καθώς θεωρείται πολύ πιθανό ότι οι δύο ηγετικοί λαοί της συμμαχίας τους, δηλαδή οι Denyen (μάλλον Δαναοί) και οι Peleset (πιθανώς Φλεγύες ή εξελληνισμένοι Πελασγοί, μετέπειτα Φιλισταίοι) ήταν ελληνικά φύλα. Γενικά θεωρείται βέβαιο ότι οι Μυκηναίοι συνιστούσαν μεγάλο τμήμα των Λαών της Θάλασσας και οποιαδήποτε εγκατάσταση των τελευταίων στην Κύπρο μάλλον ενίσχυσε το ελληνικό στοιχείο της.
Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η εγκατάσταση των Ελλήνων και η πρώτη επέκταση τους στο νησί είναι ένα θέμα το οποίο έχει μάλλον παραβλεφθεί στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα δίνουν κάποιες κατευθύνσεις ως προς την αποκατάσταση αυτής της διαδικασίας. Υπάρχει γενική συμφωνία ότι οι Μυκηναίοι εγκαταστάθηκαν (αρχικά στις ακτές) ειρηνικά και μάλλον μετά από άδεια των τοπικών Ετεοκυπρίων βασιλέων, αρχόντων ή άλλων κυβερνώντων. Εξάλλου οι τελευταίοι ενδιαφέρονταν για την παρουσία δραστήριων Μυκηναίων εμπόρων, μισθοφόρων, τεχνιτών στην επικράτεια τους οι οποίοι ίδρυσαν αρχικά παράκτιους εμπορικούς σταθμούς οι οποίοι έτσι αύξαιναν τα εισοδήματα των πρώτων προσθέτοντας περαιτέρω εμπορική δραστηριότητα στην ήδη υπάρχουσα των εντοπίων ηγεμονιών.
Επιπρόσθετα οι Ετεοκύπριοι άρχοντες αύξαναν τη στρατιωτική τους δύναμη επειδή οι Μυκηναίοι άποικοι ήταν ικανοί πολεμιστές οι οποίοι εγκαθίσταντο στην περιοχή τους με την υποχρέωση να τους παρέχουν στρατιωτικές υπηρεσίες όποτε τους το ζητείτο, όπως είναι γνωστό από πολλά άλλα παρεμφερή παραδείγματα. Τέλος, οι εντόπιοι άρχοντες αύξαναν την παραγωγή τους σε αγαθά υψηλής ποιότητας τα οποία εμπορεύονταν μέσα ή έξω από τη μεγαλόνησο, τα οποία κατασκεύαζαν οι έμπειροι Μυκηναίοι τεχνίτες, οι οποίοι προστίθεντο στους εξίσου έμπειρους Ετεοκυπρίους. Η ανάγκη για διατήρηση αυτής της παραγωγής σε υψηλά επίπεδα είχε παρουσιαστεί σε όλη την βορειοανατολική Μεσόγειο από τον 13ο αιώνα πΧ λόγω της οικονομικής και κατ’ επέκταση κοινωνικοπολιτικής κρίσης. Το χάος που επέφεραν οι Λαοί της Θάλασσας και η αποψίλωση του πληθυσμού όλης της Ανατολικής Μεσογείου (συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου) θα κατέστησαν πιεστικότερη την ανάγκη των τοπικών αρχόντων για εξασφάλιση Μυκηναίων ειρηνικών εποίκων ή επιδρομέων οι οποίοι μετατρέπονταν σε έποικους μετά από συνδιαλλαγή.
.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
.
Περικλής Δεληγιάννης
.

Advertisements