caliph_gif

Η επέκταση του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Με το βαθύτερο χρώμα, η αρχική επέκταση του Ισλάμ υπό τον Μωάμεθ.
.
Οι Άραβες συνιστούν τον κύριο σύγχρονο πληθυσμό της σημιτικής γλωσσικής ομάδας. Οι άλλοι λαοί που τη συγκροτούν είναι οι Ισραηλίτες και οι σημιτόγλωσσοι λαοί της Αιθιοπίας. Ωστόσο οι σημιτόγλωσσοι Αιθίοπες έχουν εξακριβωμένη κουσιτική καταγωγή. Κοιτίδα των αρχαίων Αράβων υπήρξε η εκτεταμένη Χερσόνησος που φέρει έως σήμερα την ονομασία τους (άλλες θεωρίες τοποθετούν το λίκνο τους στη νότια Μεσοποταμία ή στην Αρμενία). Οι βόρειοι Άραβες, δηλαδή οι κάτοικοι της κεντρικής και της βόρειας Αραβικής Χερσονήσου, αποτελούσαν έναν νομαδικό λαό με κτηνοτροφική κυρίως οικονομία, ο οποίος αρεσκόταν σε επιδρομές στις γειτονικές χώρες. Η γλώσσα τους αποτέλεσε τη βάση της μεταγενέστερης κλασσικής αραβικής. Οι νότιοι Άραβες, των οποίων η γλώσσα διέφερε από τη βορειοαραβική, αποτελούσαν έναν λαό μόνιμα εγκατεστημένο στη νοτιοδυτική Αραβία, με μικτή γεωργική και κτηνοτροφική οικονομία. Ανέπτυξαν έναν αξιόλογο αρχαίο πολιτισμό από τις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας (βασίλεια του Σαβά, των Χιμυαριτών κ.ά.). Η προϊσλαμική αραβική θρησκεία υπήρξε πολυθεϊστική και ομοίαζε αρκετά με αυτές των άλλων σημιτικών λαών.
Με την ισλαμική επικράτηση στις χώρες της «Εύφορης Ημισελήνου» (Συρία, Παλαιστίνη και Μεσοποταμία), οι Άραβες αφομοίωσαν τους προϋπάρχοντες σημιτικούς λαούς, δηλαδή τους Αραμαίους, τους Χανααναίους-Φοίνικες, τους απογόνους των Ασσυροβαβυλωνίων κ.ά., οι οποίοι μιλούσαν πλέον στο σύνολο τους την αραμαϊκή γλώσσα, η οποία είχε επικρατήσει πλήρως στην περιοχή από τον 2ο αι. π.Χ. και ομοίαζε αρκετά με την αραβική. Αντίθετα, οι σύγχρονοι Άραβες της βόρειας Αφρικής δεν έχουν σημιτική καταγωγή στη συντριπτική τους πλειοψηφία, επειδή αποτελούν εξαραβισμένους ισλαμικούς λαούς οι οποίοι είναι απογόνοι Χαμιτών, δηλαδή Αιγυπτίων και Λιβύων-Βερβέρων (στη Λιβύη και στο Μαγκρέμπ). Ωστόσο οι Χαμίτες είναι οι στενότεροι συγγενείς των Σημιτών ενώ οι συγκεκριμένοι λαοί έχουν υιοθετήσει πλήρως την αραβική γλώσσα και τα αραβικά ήθη και έθιμα. Η μόνη εξαίρεση είναι οι Βέρβεροι της Τυνησίας, Αλγερίας, Μαρόκου, Μάλι και άλλων δυτικών αφρικανικών χωρών που διατήρησαν τη γλώσσα και τα έθιμα τους αλλά έχουν επηρεαστεί βαθιά από τον αραβικό πολιτισμό. Οι Άραβες του Σουδάν, της Μαυριτανίας, του Μάλι, της Ζανζιβάρης κ.ά. είναι κυρίως απόγονοι εξαραβισμένων Κουσιτών, Βερβέρων και μαύρων Αφρικανών.


Οι Άραβες ήταν γνωστοί στον ελληνορωμαϊκό και στον ιρανικό κόσμο. Αρκετές φυλές τους είχαν προωθηθεί και εγκατασταθεί στην «Εύφορη Ημισέληνο» πριν τη μουσουλμανική κατάκτηση (7ος αι. κ.ε.). Τέτοιοι αραβικοί λαοί ήταν οι Ιτουραίοι, οι Σαφαϊτες (πιθανώς κλάδος των Νοτιοαράβων Σαβαίων), οι Ναβαταίοι, οι Εμεσηνοί, οι Άραβες της Παλμύρας, οι Χιρανοί, οι Γασανίδες, οι Λαχμίδες κ.ά. Εξάλλου οι Αραμαίοι οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην ίδια περιοχή κατά την απώτερη Αρχαιότητα, θεωρούνται από μερικούς μελετητές ως ένα πρωτοαραβικό αποικιστικό «κύμα». Σε άλλες περιπτώσεις, οι προϋπάρχουσες σημιτικές φυλές αναμειγνύονταν με τις νεοφερμένες αραβικές δίνοντας τους την ονομασία τους, όπως συνέβη στην περίπτωση των Εδωμιτών που εξαραβίσθηκαν, αποκαλούμενοι στη συνέχεια «Ιδουμαίοι» (εξελληνισμένη απόδοση του εθνωνυμίου «Εδώμ»).
Ειδικά οι Ναβαταίοι και οι Παλμυρηνοί ίδρυσαν ισχυρά βασίλεια. Οι Παλμυρηνοί κατόρθωσαν να απειλήσουν και αυτήν τη ρωμαϊκή εξουσία στη Μέση Ανατολή κατά τον 3ο αι. μ.Χ. Ο βασιλιάς της Παλμύρας Οδέναθος (Ουντχάυνα στην αραβική) και η σύζυγος του Ζηνοβία (Ζαϋνάμπ) υπήρξαν δύο από τους σημαντικότερους προϊσλαμικούς Άραβες ηγεμόνες. Κατά το πιθανότερο, ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Φίλιππος ο Άραψ (244-249) είχε αραβική καταγωγή (από την περιοχή νοτιοανατολικά και νότια της Παλαιστίνης). Κατά την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο, οι ισχυρότερες αραβικές φυλές της «Εύφορης Ημισελήνου» ήταν αυτές των παρυφών της αραβοσυριακής ερήμου, κυρίως οι Γασανίδες, ο λαός του πριγκηπάτου της Χίρα και οι Λαχμίδες. Οι πρώτοι αποτελούσαν τους βασικούς Άραβες υποτελείς-συμμάχους («φοιδεράτους») των Βυζαντινών ενώ οι άλλοι δύο λαοί ήταν εξαρτημένοι των Σασσανιδών. Εντούτοις, λίγο πριν την ισλαμική κατάκτηση της περιοχής, οι Γασανίδες και οι Λαχμίδες ήταν δυσαρεστημένοι με τις δύο αυτοκρατορίες που υπηρετούσαν, με αποτέλεσμα να καταστούν πολύτιμοι σύμμαχοι των μουσουλμάνων ομοεθνών τους, όταν αυτοί έκαναν την εμφάνιση τους στη Συρία και τη Μεσοποταμία.
Ο Αμπού αλ Κουασίμ Μωάμεθ ιμπν Αμπντ Αλλάχ ιμπν Αμπντ αλ Μουταλίμπ ιμπν Χασίμ, ο μετέπειτα προφήτης Μωάμεθ, γεννήθηκε στη Μέκκα περί το 570 μ.Χ. και ανήκε στο γένος των Χασεμιτών, κλάδο της αραβικής φυλής των Κουρεϋσιτών. Ο βασιλιάς της Αιθιοπίας, ο οποίος κατείχε ήδη εδάφη στην Αραβία, προσπάθησε να προσαρτήσει τη Μέκκα τη χρονιά που γεννήθηκε ο Μωάμεθ, αλλά αποκρούσθηκε από τους πολίτες της. Η επεκτατικότητα των Σασσανιδών και των Αιθιόπων στα αραβικά εδάφη υπήρξε ένα σημαντικό κίνητρο για συσπείρωση και ενοποίηση των Αράβων σε μια πολιτική ενότητα, κατάσταση η οποία επιτεύχθηκε με τη θρησκευτική ενοποίηση τους υπό την ισλαμική πίστη.
Ο Μωάμεθ έμεινε ορφανός από παιδί, αλλά σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής υιοθετήθηκε πρώτα από τον παππού του κι έπειτα από τον θείο του. Ο βίος του ήταν πτωχικός ώσπου παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη του χήρα Χαντιτζά. Η Χαντιτζά διενεργούσε μέσω αντιπροσώπων της, επικερδές διαμετακομιστικό εμπόριο με γειτονικές χώρες και είχε μεγάλη περιουσία. Ο Μωάμεθ ανέλαβε τις εμπορικές συναλλαγές της με τη Συρία. Από το 610 διαμόρφωσε τη νέα θρησκεία, το Ισλάμ. Τότε άρχισε να θέτει τις βασικές αρχές της νέας μονοθεϊστικής πίστης, μια εξέλιξη η οποία συνεχίσθηκε έως τον θάνατο του με τις διδασκαλίες του οι οποίες αποτέλεσαν το κείμενο του Κορανίου.

islam expansion

Οι κυριότερες μάχες και επιδρομές κατά την επέκταση του Ισλάμ υπό τον Μωάμεθ (copyright: Blue Marble maps  LLC)

.
Οι πρώτοι πιστοί του Ισλάμ προέρχονταν από τον οικογενειακό και τον φιλικό κύκλο του Μωάμεθ. Η νέα θρησκεία αποτέλεσε απειλή για τους Κουρεϋσίτες επειδή αναπτύχθηκε ραγδαία και περιόριζε την παραδοσιακή ειδωλολατρική πίστη και το κύριο ιερό της, Καάμπα, στη Μέκκα. Οι Κουρεϋσίτες ήλεγχαν το ιερό και την πόλη και θεώρησαν ότι η εξουσία τους απειλείται. Αρχικά ενέπαιζαν τον Μωάμεθ για τα κηρύγματα του, αλλά όταν διαπίστωσαν πως είχαν απήχηση προέβησαν σε διώξεις εναντίον του. Επειδή δεν είχαν αποτέλεσμα, πίεσαν τους Χασεμίτες να αποβάλουν τον Μωάμεθ από το γένος τους, κάτι το οποίο πέτυχαν το 616. Ο Μωάμεθ δεν διέθετε πλέον τη χασεμιτική προστασία και έζησε έξι χρόνια υπό διαρκή απειλή, ακόμη και για τη ζωή του.
Το 622 προσκλήθηκε από δύο γένη της γειτονικής πόλης Αιθρίβου να μεταβεί εκεί και να διαιτητεύσει σε μια διαμάχη που είχαν μεταξύ τους. Ο Μωάμεθ και οι Μεκκανοί πιστοί του εγκαταστάθηκαν στην Αίθριβο, μια εξέλιξη τόσο αποφασιστική για το Ισλάμ ώστε το έτος 622 να ονομασθεί έτος της Εγίρας («αποκοπής» από τη Μέκκα) και να αποτελέσει την αφετηρία της μουσουλμανικής χρονολόγησης. Βαθμιαία ο Μωάμεθ προσηλύτισε τους κατοίκους της Αιθρίβου χρησιμοποιώντας την πειθώ και τη βία, ακόμη και σε βάρος των δυο γενών που τον είχαν προσκαλέσει. Με αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το πρώτο μουσουλμανικό κράτος (Ούμμα), η πολιτεία της Αιθρίβου (η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε Μεδίνα). Ο Μωάμεθ επιχείρησε να προσηλυτίσει βιαίως και ανεπιτυχώς τους Ιουδαίους κατοίκους της πόλης. Το 623 οργάνωσε και εξαπέλυσε την πρώτη επιδρομή εναντίον των εμπορικών καραβανιών των Κουρεϋσιτών-Μεκκανών εχθρών του. Οι τελευταίοι αντεπιτέθηκαν και αντιμετώπισαν τους μουσουλμάνους πολεμιστές στη μάχη της όασης Μπαντρ, όπου ηττήθηκαν (624). Επρόκειτο για την πρώτη ισλαμική στρατιωτική νίκη, αν και μικρής έκτασης. Οι Κουρεϋσίτες θορυβήθηκαν από την αποτυχία τους και αντεπιτέθηκαν πάλι. Ο ικανός πολέμαρχος τους Χαλίντ ιμπν αλ Ουαλίντ ((Khalid ibn al-Walid) οδήγησε 3.000 άνδρες εναντίον της Αιθρίβου και πέτυχε μια περιορισμένη νίκη στο Ουχούντ (625).

Η τελική αναμέτρηση έγινε το επόμενο έτος, στη «μάχη της τάφρου». Οι Μεκκανοί εξεστράτευσαν με πανστρατιά εναντίον της Αιθρίβου συγκεντρώνοντας 10.000 Βεδουϊνους πολεμιστές, αριθμός εντυπωσιακός για τις συνθήκες της εποχής. Πολιόρκησαν την πόλη αλλά οι επιθέσεις τους αποκρούσθηκαν από τους μουσουλμάνους. Τελικά οι Κουρεϋσίτες ηττήθηκαν κατά κράτος και η ισχύς της Μέκκας άρχισε να φθίνει υπέρ της δυνάμεως της Αιθρίβου και του Μωάμεθ. Οι Ιουδαίοι της Αιθρίβου συνέχισαν να απορρίπτουν το Ισλάμ, με αποτέλεσμα ο Μωάμεθ να τους εκδιώξει και να αλλάξει τον προσανατολισμό του ισλαμικού ιερού προσκυνήματος από την Ιερουσαλήμ στη Μέκκα. Το μουσουλμανικό κράτος της Αιθρίβου ισχυροποιείτο ραγδαία, επεκτείνοντας την εξουσία του σε γειτονικές νομαδικές φυλές και στην εβραϊκή κοινότητα της όασης Χαϊμπάρ, η οποία υποτάχθηκε με πολιορκία.
Η δύναμη των Μεκκανών μειωνόταν συνεχώς, ώσπου υποχρεώθηκαν να συνομολογήσουν τη συνθήκη της Χουνταϋμπίγια με τον Μωάμεθ (628). Με την εφαρμογή της, οι Κουρεϋσίτες επέτρεψαν στους μουσουλμάνους Μεκκανούς που είχαν καταφύγει στην Αίθριβο να επισκέπτονται τη γενέτειρα τους. Ένα κλίμα ηττοπάθειας κυρίευσε τους Μεκκανούς και έως το 630 πολλοί από την ανώτερη τάξη τους κατέφυγαν στον Μωάμεθ και ασπάσθηκαν το Ισλάμ. Το έτος 630, η επίθεση συμμάχων της Μέκκας εναντίον κάποιων συμμάχων της Αιθρίβου, έδωσε την ευκαιρία στον Μωάμεθ να καταγγείλει και να ακυρώσει τη συνθήκη της Χουνταϋμπίγια. Κινήθηκε με 10.000 πολεμιστές εναντίον της Μέκκας, την οποία κατέλαβε σχεδόν χωρίς αντίσταση. Εξάλλου, πολλοί Μεκκανοί ήταν ήδη οπαδοί του. Ο προφήτης και οι πολεμιστές του βάδισαν τελετουργικά γύρω από το ιερό της Καάμπα. Στη συνέχεια έδωσε εντολή να καταστραφούν τα είδωλα που βρίσκονταν στο ιερό και απαγόρευσε τη λατρεία τους. Πολλοί Μεκκανοί έγιναν τότε μουσουλμάνοι, παρότι ο Μωάμεθ δεν το απαίτησε.
Η υποταγή της ισχυρής Μέκκας στο μουσουλμανικό κράτος εντυπωσίασε τις βόρειες αραβικές φυλές, πολλές από τις οποίες ασπάσθηκαν το Ισλάμ. Όσες φυλές δεν δέχονταν τη νέα πίστη συσπειρώθηκαν εναντίον του Μωάμεθ, ο οποίος τις αντιμετώπισε στη μάχη του Χουναϋν (630). Παρότι ένα μέρος του στρατού του κατατροπώθηκε και διαλύθηκε, ο ίδιος και οι παλαιότεροι πολεμιστές του αναχαίτισαν τους εχθρούς ανατρέποντας τελικά την κατάσταση υπέρ του ισλαμικού στρατού και νικώντας τους. Το μουσουλμανικό κράτος επεκτάθηκε έως την Υεμένη και τις ακτές του Περσικού Κόλπου, περιλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της Αραβικής Χερσονήσου. Περί τα τέλη του 630, ο Μωάμεθ οδήγησε 30.000 πολεμιστές έως τα σύνορα της βυζαντινής Συρίας κάνοντας συμμαχίες με τις φυλές της αραβοσυριακής ερήμου, ένα προμήνυμα της επερχόμενης αραβικής εισβολής στα αυτοκρατορικά εδάφη.

early muslim warriorsΜία αρκετά ικανοποιητική απεικόνιση πρώιμων Αραβων μουσουλμάνων πολεμιστών με δερματοθώρακες και γενικά τον χαρακτηριστικό τους λιτό εξοπλισμό, από την κινηματογραφική ταινία «The Message» του Mοustapha Akkad (1976).
.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Μωάμεθ πέθανε στην Αίθριβο και ο θάνατος του επέφερε τις πρώτες εξεγέρσεις φυλάρχων εναντίον της μουσουλμανικής εξουσίας. Έτσι, εξερράγη ο «πόλεμος της αποστασίας». Ο προαναφερόμενος στρατηγός Χαλίντ (Χαλέδος κατά τους Βυζαντινούς), ο οποίος είχε ασπασθεί το Ισλάμ, εκστράτευσε το 632-633 εναντίον των επαναστατημένων φυλών, νικώντας τες μια προς μια και εδραιώνοντας την ακεραιότητα του κράτους. Ο Χαλίντ ο οποίος επονομάσθηκε «μάχαιρα ή ξίφος του Θεού», αναδείχθηκε στον ικανότερο μουσουλμάνο στρατηγό του 7ου αι. Στο μεταξύ, διάδοχος του Μωάμεθ και χαλίφης των πιστών (πολιτικός, θρησκευτικός και στρατιωτικός ηγέτης όλων των μουσουλμάνων) είχε εκλεγεί ο πεθερός του, Αμπού Μπακρ (Αβουβάχαρος στην ελληνική), μια εκλογή που αμφισβητήθηκε έντονα από τους υποστηρικτές του Αλή, του αγαπημένου γαμβρού του προφήτη. Η διαμάχη για αυτήν την εκλογή διαιωνίσθηκε, οδηγώντας αργότερα στο βαθύτερο σχίσμα που γνώρισε ο ισλαμικός κόσμος: στη θρησκευτική διαίρεση σε Σουνίτες (οπαδούς της επιλογής του Αμπού Μπακρ) και Σιίτες (οπαδούς του Αλή).

Περνώντας στην πολεμική τέχνη των πρώτων ισλαμικών στρατών έως και τα μέσα του 7ου αι., το ιππικό υπήρξε το κύριο Όπλο τους. Όλοι οι εύποροι Άραβες, νομάδες ή μόνιμα εγκατεστημένοι σε οικισμούς και οάσεις, πολεμούσαν ως ιππείς, μαχόμενοι κυρίως με λόγχη και ξίφος. Οι μόνιμα εγκατεστημένοι έστελναν τους γιους τους στις νομαδικές φυλές για να διδαχθούν την πολεμική τέχνη. Οι πεζοί πολεμιστές ήταν πολλοί πριν το 638 μ.Χ. και περιελάμβαναν ξιφομάχους, συχνά προστατευμένους με αλυσοθωράκιση, ακοντιστές, τοξότες, σφενδονήτες και λίγους λογχοφόρους. Οι Υεμενίτες ακοντιστές ήταν φημισμένοι ως ένοπλοι συνοδοί των εμπορικών καραβανιών.
Έως τη μάχη του Χουναϋν (630), όσοι από τους μουσουλμάνους πεζούς προέρχονταν από τις νομαδικές φυλές, μετακινούνταν στο πεδίο της μάχης επιβαίνοντας σε καμήλες, χωρίς να τις χρησιμοποιούν στη σύρραξη. Μετά το 630, όλοι οι πεζοί επέβαιναν σε καμήλες, ενώ αρκετοί καμηλιέρηδες δρούσαν ως ανιχνευτές. Ένας συνήθης αραβικός σχηματισμός μάχης περιελάμβανε το πεζικό, διηρημένο σε κέντρο και δύο πλάγιες, πτέρυγες και το ιππικό σε ελεύθερο ή εφεδρικό ρόλο. Οι τακτικές των Αράβων μουσουλμάνων στηρίζονταν σημαντικά στην προσπάθεια υπερκέρασης της αντίπαλης παράταξης από το ιππικό τους. Αντίθετα, το πεζικό τους σπάνια έκανε εφόδους, αλλά αντιστεκόταν έως το τέλος στις εχθρικές επιθέσεις. Ωστόσο, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις πεζών αξιωματικών ή στρατιωτών οι οποίοι εισορμούσαν μόνοι τους εναντίον του εχθρού, κραδαίνοντας τα λάβαρα του Ισλάμ και επιδιώκοντας να φονευθούν προκειμένου να καταστούν μάρτυρες της πίστης.
Μετά την κατάκτηση χωρών εκτός της αραβικής κοιτίδας, πολλοί Άραβες στελέχωσαν τα στρατεύματα μόνιμης υπηρεσίας «Τζουντ» (Jund). Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες «Τζουντ», σχεδόν όλοι ιππείς, έδρευαν σε μεγάλα στρατόπεδα εγκατεστημένα σε κατακτημένα εδάφη. Τα αναφερόμενα στρατόπεδα ήλεγχαν τις κατακτημένες χώρες και παράλληλα απομόνωναν τους Άραβες πολεμιστές από τους εντόπιους – οι οποίοι υποτίθεται πως δεν ήταν τόσο ικανοί μαχητές όσο οι πρώτοι – προκειμένου να μη χάσουν την πολεμική τους δεινότητα. Με την πάροδο του χρόνου, οι Άραβες «Τζουντ» συγχρωτίσθηκαν ευρέως με τους γηγενείς και οι περισσότεροι έκαναν οικογένειες με εντόπιες γυναίκες. Μετά το 638, πλήθος όπλων και κοπαδιών αλόγων πέρασαν ως λάφυρα στους μουσουλμάνους και παραδόθηκαν στους πεζούς στρατιώτες. Με αυτόν τον τρόπο, οι περισσότεροι πεζοί εντάχθηκαν στο ιππικό των «Τζουντ».

battle_of_Badr

Πολεμικό συμβούλιο των μουσουλμάνων πριν τη μάχη της Μπαντρ (624 μΧ)  σε περσική εικόνα του 1314. Οι Αραβες απεικονίζονται ορθά ως ελαφρύ νομαδικό ιππικό, οπλισμένο με λόγχες, ξίφη και σχεδόν καμμία θωράκιση.

.
Οι ιππείς έγιναν η πλειοψηφία των ισλαμικών στρατευμάτων ενώ οι αριθμοί και η σημασία του πεζικού περιορίσθηκαν πολύ. Οι καμήλες μετέφεραν εφόδια και ανθρώπους και ήταν ιδιαίτερα χρήσιμες σε μακρινές εκστρατείες. Οι Άραβες ιππείς επέβαιναν σε αυτές κατά τη διάρκεια της πορείας, προκειμένου να μην κουράζονται τα άλογα τα οποία ιππεύονταν σχεδόν μόνο στις μάχες. Οι καμήλες διέθεταν ανεξάντλητη αντοχή στην πείνα, τη δίψα και τις μακρινές πορείες. Μπορούσαν να διασχίζουν μεγάλες αποστάσεις χωρίς να σταματούν συχνά, προκειμένου να ξεκουράζονται και να σιτίζονται, δίνοντας έτσι σημαντικό πλεονέκτημα στα αραβικά στρατεύματα έναντι των εχθρών τους. Με αυτές τις μεθόδους πορείας, οι Άραβες πολεμιστές έφθασαν στη Δύση έως τη Γαλατία και την Αφρικανική ακτή του Ατλαντικού και στην Ανατολή έως την Ινδία και τα σύνορα των Κινέζων της δυναστείας Τανγκ.
Οι Ιρανοί ήταν οι πρώτοι μη-άραβες πολεμιστές που εντάχθηκαν στον ισλαμικό στρατό. Πολλοί Ιρανοί αριστοκράτες, μαχόμενοι ως «κλιβανάριοι» ιππείς (Clibanarii) με τη γνωστή βαριά μεταλλική θωράκιση αναβάτη και αλόγου και με όπλα τη λόγχη, το ξίφος, το ρόπαλο και το τόξο, ασπάσθηκαν το Ισλάμ κατά την πτώση της Σασσανιδικής Αυτοκρατορίας μετά τη μάχη της Καδησίας. Αποκαλούνταν «Ασαουίρα» στην αραβική (Asawira, όρος προερχομενος από τον αντίστοιχο ιρανικό Αsavaran για τους συγκεκριμένους ευγενείς) και ο απώτερος σκοπός τους ήταν να διατηρήσουν τις περιουσίες και τα προνόμια τους στα πλαίσια του ισλαμικού χαλιφάτου.
Επιπρόσθετα, πολλοί Δαϋλαμίτες (Daylami) σωματοφύλακες του Σασσανίδη βασιλιά και διαφόρων αξιωματούχων κατατάχθηκαν στις μουσουλμανικές στρατιές, παρότι η μικρή χώρα τους ήταν σχεδόν η μόνη περιοχή του παλαιού Σασσανιδικού βασιλείου που δεν υποτάχθηκε στους Αραβες (αργοτερα απορροφήθηκε από το Χαλιφάτο). Οι πολεμοχαρείς Δαϋλαμίτες ήταν ένας γηγενής προϊρανικός αλλά πλέον εξιρανισμένος λαός των ορέων νοτίως της Κασπίας Θάλασσας, ο οποίος διέθετε ένα ακαταμάχητο πεζικό. Οι Δαϋλαμίτες κατόρθωσαν να γίνουν οι σωματοφύλακες του Σασσανίδη μονάρχη, αντικαθιστώντας τους παλαιούς επίλεκτους «Αθάνατους» φρουρούς του. Οι Άραβες ενέταξαν με προθυμία τις δύο αναφερόμενες ομάδες στον στρατό τους, προκειμένου να ενισχυθούν. Ειδικά οι Δαϋλαμίτες έπαιξαν αργότερα σημαντικό ιστορικό ρόλο στις ιρανικές χώρες και την Ινδία, παρέχοντας διαρκώς στρατιώτες για το Ισλάμ και εγκαθιδρύοντας δικές τους δυναστείες.
Οι προϊσλαμικοί Άραβες δεν υπήρξαν ναυτικός λαός, εκτός από μερικές εξαιρέσεις. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, όταν οι μουσουλμάνοι βρήκαν εδαφική διέξοδο στη Μεσόγειο χρησιμοποίησαν τους στόλους των πρώην Βυζαντινών επαρχιών της Αιγύπτου, της Συρίας, της βόρειας Αφρικής, της Σικελίας κ.ά., οι οποίοι συγκροτούνταν από σκάφη σχεδόν ίδιου τύπου με τα βυζαντινά. Αρχικά, τα πληρώματα τους ήταν εντόπιοι ενώ οι μάχιμοι πεζοναύτες ήταν Άραβες.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Σασσανίδης κλιβανάριος με τη χαρακτηριστική βαριά μεταλλική θωράκιση αναβάτη και αλόγου.  Οι Ιρανοί προμήθευσαν τους μουσουλμάνους με ένα υψηλής ποιότητας βαρύ ιππικό το οποίο συγκρότησε ένα ακαταμάχητο σύνολο μαζί με το προϋπάρχον αραβικό ελαφρύ ιππικό.

.
Από την ανθρωπολογική άποψη, ο μορφολογικός τύπος των αρχικών Αράβων ήταν ο ανατολικός μεσογειακός (γνωστός και ως «οριενταλικός») με μια μικρή παρουσία του ουραρτικού (γνωστού και ως «αρμενοειδή», «προσθιοασιατικού», «ανατολικού αλπικού» κτλ.). Στην «Εύφορη Ημισέληνο», οι Άραβες ήρθαν σε ευρεία ανάμειξη με τον ουραρτικό τύπο, ο οποίος κατέκλυσε βαθμιαία και την Αραβική Χερσόνησο. Οι εξαραβισμένοι Αιγύπτιοι δεν διέφεραν σημαντικά από τους Άραβες, ανήκοντες κυρίως στον ίδιο ανατολικό μεσογειακό κλάδο. Ωστόσο, η Κάτω Αίγυπτος (Δέλτα του Νείλου) είχε σημαντική ουραρτική φυλετική παρουσία ήδη από την 2η χιλιετία π.Χ. Οι εξαραβισμένοι Βέρβεροι της βορειοδυτικής Αφρικής είναι συγγενείς ανθρωπολογικά των προηγουμένων, ανήκοντες στον ατλαντικό κλάδο της ευρύτερης μεσογειακής ομάδας και δευτερευόντως στον ευρωπαϊκό μεσογειακό, στον αλπικό κ.ά.
Το κύριο πλεονέκτημα του μουσουλμανικού στρατού ήταν ο θρησκευτικός φανατισμός του «ιερού πολέμου» («τζιχάντ»), ο οποίος έκανε πολλούς άνδρες του να πολεμούν αψηφώντας τον θάνατο, σκεπτόμενοι μόνο τα λόγια του προφήτη για τη μεταθανάτια ανταμοιβή τους στον Παράδεισο. Επιπρόσθετα, οι Άραβες βελτίωσαν σε μεγάλο βαθμό την πολεμική τέχνη και τις τακτικές τους, διδασκόμενοι συχνά από τη στρατιωτική παράδοση των λαών που κατακτούσαν ή αντιμετώπιζαν. Τέλος, ευτύχησαν να διαθέτουν αρκετούς ικανούς στρατιωτικούς ηγέτες, όπως ο Χαλίντ, ο Άαμρ, ο Μωαβίας κ.ά.

.
Περικλής Δεληγιάννης

.