Asia_Minor_ca_780_AD Xάρτης  της  Βυζαντινής Μικράς Ασίας με τις κλασσικές εθνο-γεωγραφικές περιοχές και τα βυζαντινά θέματα (πηγή  χάρτη: wikipedia)

.

Π. Δεληγιάννης

Κατά τον 4ο αι. π.Χ., πριν τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Μικρά Ασία ήταν μία πολυφυλετική περιοχή κατοικούμενη από αρκετούς λαούς με διαφορετική καταγωγή. Οι Λυδοί, Κάρες, Λύκιοι και οι αυτόχθονες της Παμφυλίας και της Κιλικίας είχαν λουβική καταγωγή. Οι Λυκάονες, οι Πισίδες και οι Φρύγες ανήκαν στη φρυγική ομάδα λαών. Ειδικά για τους Πισίδες μερικοί θεωρούν ότι ίσως μιλούσαν λουβικές διαλέκτους. Η Ιωνία, η Αιολίδα, η Δωρίδα, η Τρωάδα και οι ακτές της Παμφυλίας και της Κιλικίας είχαν ελληνικό πληθυσμό (προερχόμενο τόσο από τον μυκηναϊκό και τον Αρχαϊκό ελληνικό αποικισμό όσο και από εξελληνισμό των γηγενών). Οι Μυσοί και οι Δολίονες συνιστούσαν πρωτοθρακικούς πληθυσμούς, ενώ οι γειτονικοί τους Βιθυνοί ήταν καθαυτό Θράκες. Οι Καππαδόκες της καθαυτό Καππαδοκίας και του δυτικού Πόντου μιλούσαν διάφορες «υβριδικές» φρυγικές, ιρανικές, λουβικές, χουρριτικές-ουραρτικές και παλαιοκαυκάσιες διαλέκτους, όπως και οι γειτονικοί τους Αρμένιοι, αλλά ο μικτός ιρανοφρυγικός χαρακτήρας με ένα προβάδισμα του φρυγικού στοιχείου, έτεινε να επικρατήσει και στους δύο αναφερόμενους λαούς. Στον ανατολικό Πόντο επικρατούσαν οι καρθβελικοί πληθυσμοί (Παλαιοκαυκάσιοι).

Στην Παφλαγονία, η τοπική παλαϊκή γλώσσα (της χιτττιτικής Πά(φ)λα) είχε υποχωρήσει έναντι της φρυγικής. Πρέπει να γίνει η εξής διευκρίνιση σχετικά με τους όρους «Καππαδοκία» και «Πόντος»: αρχικά οι δύο περιοχές αποτελούσαν γεωγραφική ενότητα, την Καππαδοκία η οποία εκτεινόταν έως τη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου, όμως από την εποχή της συγκρότησης και ανάπτυξης του ελληνιστικού βασιλείου των Μιθριδατιδών στην παράκτια Καππαδοκία (3ος-2ος αι. π.Χ) τη γνωστή ως «Καππαδοκία προς Πόντω», ενδεχομένως και νωρίτερα, η συγκεκριμένη περιοχή διαχωρίσθηκε γεωγραφικά από την ενδοχώρα και τελικά αποκλήθηκε απλά «Πόντος». Εξάλλου υπήρχε ήδη γεωφυσικός διαχωρισμός της περιοχής από την υπόλοιπη Καππαδοκία, λόγω των υψηλών ορέων που εκτείνονται ανάμεσα τους. Τέλος, και η βόρεια μικρασιατική ακτή ήταν διάσπαρτη με ελληνικές πόλεις-αποικίες.

Επίσης πρέπει να επισημάνω ότι στo παρόν μελέτημα δεν ασχολούμαι καθόλου με τη Γαλατία επειδή αυτή η περιοχή είναι αποτέλεσμα εισβολής των Κελτών και όχι εθνική περιοχή. Η Γαλατία αποτελείτο από τμήματα της Καππαδοκίας και της Φρυγίας. Οι Γαλάτες κυρίαρχοι ήταν ολιγάριθμοι ή και ελάχιστοι συγκριτικά με τους γηγενείς υπηκόους τους. Για αυτό τον λόγο, θεωρώ τη Γαλατία ως το δυτικό τμήμα της Καππαδοκίας και το ανατολικό της Φρυγίας.

Όλες οι μικρασιατικές ακτές (δυτικές, βόρειες και νότιες) είχαν αποικισθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από Έλληνες σε διάφορες περιόδους, εκτός από λίγες εξαιρέσεις με σημαντικότερη τη Λυκία. Η πυκνοκατοικημένη χερσόνησος της Λυκίας δεν είχε αρκετό ζωτικό χώρο για αποίκους: δέχθηκε λίγες ελληνικές αποικίες (Φάσηλις, Ροδιάπολις, Γάγαι κ.ά.) ή εποικισμούς (Ξάνθος, Πάταρα, Καρύδαλα κ.ά.) ωστόσο οι Έλληνες δεν ήταν πολλοί στην περιοχή έως την Ελληνιστική Περίοδο. Tότε, ένας μαζικός ελληνικός αποικισμός κατέκλυσε τη Μικρά Ασία. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη μεγάλη χερσόνησο ως πολίτες ή στρατιώτες, εξελληνίζοντας εθνογλωσσικά έως την αρχή της Υστερορωμαϊκής Περιόδου τη δυτική ενδοχώρα της και μερικές περιοχές της ανατολικής.

Οι ιθαγενείς κάτοικοι αυτών των περιοχών απέκτησαν ελληνική συνείδηση ειδικά επειδή εξελληνίσθηκαν κατά την Ελληνιστική και την Πρώιμη Ρωμαϊκή Περίοδο, δηλαδή όταν ο ελληνισμός διατηρούσε ακόμη την πολιτική και πολιτισμική δυναμική του μετά την πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου – μία δυναμική ανεξάρτητη από την ιδιότητα του κατοίκου και έπειτα πολίτη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Γι’αυτό τον λόγο οι συγκεκριμένοι λαοί θεωρούσαν εαυτούς «Ελληνες» και όχι γενικά «Ρωμαίους»: ο ‘εθνικός’ προσδιορισμός «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» προέρχεται ουσιαστικά από την ιδιότητα του κατοίκου της αυτοκρατορίας (Ρωμαϊκής και έπειτα Βυζαντινής) και από το 212 μΧ από την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη επειδή τότε η ρωμαϊκή πολιτεία προσφέρθηκε σε όλους τους ελευθερους κατοίκους της αυτοκρατορίας [1]. Ο εξελληνισμός των προαναφερόμενων λαών υποβοηθήθηκε από την ευρεία ανάμειξη τους με τους Έλληνες αποίκους. Οι γλώσσες τους εξαφανίσθηκαν έως τον 7ο αι. μ.Χ. υπέρ της ελληνικής, ενώ το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα επικράτησε συντριπτικά ανάμεσα τους.

Εως τον 11ο αι. όταν οι Σελτζούκοι Τούρκοι έφθασαν στη Μικρά Ασία, η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της μιλούσε την ελληνική γλώσσα ενώ οι περισσότεροι ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και θεωρούσαν εαυτούς Ελληνες. Ωστόσο η ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα, κυρίως η καθαυτό Καππαδοκία, η Ισαυρία και η εσωτερική Τραχεία Κιλικία, εξελληνίσθηκαν μόνο μερικώς κατά την Υστερορωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, σε αυτή την περιοχή η ελληνική γλώσσα ήταν πιθανώς η πιο διαδεδομένη, αλλά συνυπήρχε με άλλες. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως μόνο ένα μέρος του πληθυσμού της είχε ελληνική συνείδηση και ακολουθούσε την ορθόδοξη πίστη. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της, παρότι διέθεταν παλαιότερα μια ρωμαϊκή αυτοκρατορική συνείδηση, δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και πολλοί ακολουθούσαν αιρετικά δόγματα βασιζόμενα στον Μοντανισμό, στον Μανιχαϊσμό, στον Μεσσαλιανισμό, στον Καθαριανισμό και αργότερα στον Παυλικιανισμό και άλλες παρεμφερείς διδασκαλίες. Επιπρόσθετα, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες των 8ου-11ου μΧ εγκατέστησαν στην ίδια περιοχή πολυάριθμους αρμενικούς πληθυσμούς, καθώς και συριακούς (αραμαϊκούς), κοπτικούς (Αιγυπτίους χριστιανούς), κουρδικούς, αραβικούς κ.ά., οι οποίοι δεν ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι. Στην ανατολική Ρωμαϊκή και έπειτα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, η ελληνική γλώσσα και συνείδηση και η ορθόδοξη πίστη συνήθως χαρακτήριζαν τους πιστούς στην αυτοκρατορική εξουσία πολίτες, ενώ η χρήση των ιθαγενών γλωσσών, η απόρριψη της ελληνικότητας και τα μονοθελητικά-μονοφυσιτικά δόγματα συνήθως συνυπήρχαν στους πληθυσμούς που την αμφισβητούσαν, χωρίς φυσικά αυτές οι ταυτοποιήσεις να έχουν απόλυτο ή έστω γενικό χαρακτήρα.

Παρά τη συντριπτική βυζαντινή στρατιωτική υπερίσχυση επί των Παυλικιανών οι οποίοι είχαν συνταράξει με τη δράση τους την ανατολική Μικρά Ασία, φαίνεται πως μεγάλα τμήματα της Καππαδοκίας, Λυκαονίας, Ισαυρίας και Κιλικίας συνέχισαν να κατοικούνται από αιρετικούς ή κρυπτοαιρετικούς πληθυσμούς έως την τουρκική εισβολή του 11ου αι. Τον 11ο αι., οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να επιβάλουν σε αυτούς το ορθόδοξο δόγμα της συνόδου της Χαλκηδόνος, προκαλώντας τη μήνη τους και ωθώντας τους στη συνεργασία με τους Σελτζούκους. Η γλωσσολογία μας παρέχει σημαντικά στοιχεία σχετικά με την πυκνότητα των αναφερόμενων μη-ελληνικών (και κυρίως μη-ορθοδόξων) πληθυσμών στην ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα. Η αρμενική γλώσσα ομιλείτο ευρέως στην περιοχή, παράλληλα με την επικρατούσα ελληνική. Στα βυζαντινά εδάφη ανατολικά του ποταμού Ευφράτη (τα οποία δεν ανήκουν γεωγραφικά στη Μικρά Ασία) επικρατούσε η αρμενική, η κουρδική και η λαζική γλώσσα, των οποίων οι φορείς ήταν γηγενείς. Εντούτοις, οι μελετητές αποδίδουν συχνά τη χρήση της αρμενικής γλώσσας στην Καππαδοκία και σε άλλες περιοχές δυτικά του Ευφράτη, στις προαναφερόμενες μετεγκαταστάσεις Αρμενίων των 8ου-11ου αι. Παρότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις ήταν πράγματι πυκνές και ενίσχυσαν σημαντικά την αρμενική παρουσία στην ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα, θεωρούμε ότι η «αρμενική» γλώσσα η οποία ομιλείτο εκεί, είχε ως φορείς τους γηγενείς Καππαδόκες (αντίθετα, οι αρμενόφωνοι της Κιλικίας και του Πόντου ήταν επήλυδες από την Αρμενία). Το σκεπτικό και μερικά επιχειρήματα υπέρ αυτής της άποψης μας, ακολουθουν ευθύς αμέσως.

Στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ., η Καππαδοκία δέχθηκε την εισβολή των Φρυγών, προερχομένων από την κεντρική Χερσόνησο του Αίμου. Ο συγκεκριμένος λαός είχε ήδη εγκατασταθεί στη Μεγάλη Φρυγία ή απλά Φρυγία, στην οποία έδωσε την ονομασία του. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή διατήρησε μόνιμα αυτή την ονομασία (έως την έλευση των Τούρκων) σημαίνει ότι επρόκειτο για την κύρια περιοχή συγκέντρωσης και εξόρμησης των φρυγικών φυλών προς τις άλλες περιοχές της μικρασιατικής ενδοχώρας τις οποίες τελικά αποίκισαν. Η Μικρά ή Ελλησποντιακή Φρυγία ήταν η πρώτη περιοχή στην οποία οι Φρύγες στάθμευσαν ερχόμενοι από τη Θράκη, αλλά ήδη πριν την Ελληνιστική περιοχή είχε εκκενωθεί από αυτούς και εποικιστεί από πρωτοθρακικές φυλές οι οποίες τους ακολουθούσαν κατά πόδας. Μερικές φρυγικές φυλές, χρησιμοποιώντας τη Φρυγία σαν ορμητήριο, κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας εμφυτεύοντας σε αυτήν τη φρυγική γλώσσα τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν και οι Μούσκοι (Mushki) των Ασσυριακών πηγών. Οι Πρωτο-Αρμένιοι ήταν άλλος φρυγικός κλάδος ο οποίος εγκαταστάθηκε πέρα από την Καππαδοκία, στα ανατολικά του Ευφράτη, και αποτέλεσε τη βάση του σύγχρονου αρμενικού έθνους. Οι Πέρσες και οι άλλοι Ιρανοί αποκαλούσαν “Αρμινα” την Αρμενία και τους Αρμένιους, το οποίο όνομα θεωρείται ότι ανήκε στους εισβάλλοντες Φρύγες (μερικοί μελετητές θεωρούν ότι οι εν λόγω Φρύγες ήταν οι Μούσκοι). Ωστόσο οι σύγχρονοι Αρμένιοι χρησιμοποιούν το εθνωνύμιο «Χαγέρ» (Hayer) του προαρμενικού πληθυσμού, δηλαδή των Ουραρτιων και Χουρριτών κατοίκων της χώρας Άζζι-Χαγιάσα (Azzi-Hayassa) των χιττιτικών αρχείων. Το σύγχρονο εθνωνύμιο τους υποδεικνύει ότι ο προφρυγικός πληθυσμός διατήρησε σημαντικό ρόλο στο νέο έθνος που δημιουργήθηκε και δεν υποτάχθηκε στους νεοφερμένους Φρύγες αλλά πιθανώς ενώθηκε μαζί τους μετά από συμβιβασμό. Πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι οι Φρύγες είχαν ενισχυθεί αριθμητικά σε όλη την πορεία τους στη Μικρά Ασία και έπειτα στα ανατολικά του Ευφράτη, από πρωτοθρακικές και άλλες φυλές της Χερσονήσου του Αίμου.

Παρότι οι παλαϊκές, χιττιτικές, ουραρτικές και χουρριτικές διάλεκτοι των προ-φρυγικών γηγενών της Καππαδοκίας και της Αρμενίας επιβίωσαν για αρκετούς αιώνες, η νεοφερμένη φρυγική επικράτησε στις δύο χώρες – δείγμα της ζωτικότητας των μάλλον ολιγάριθμων Φρυγών. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η στενή συγγένεια των γλωσσών των καθαυτό Φρυγών (της Μεγάλης Φρυγίας), των Καππαδόκων και των Αρμενίων της Ρωμαϊκής Περιόδου. Ωστόσο, στις χώρες των δύο τελευταίων ένα ισχυρό ιρανικό στοιχείο είχε παρεισφρύσει λίγο μετά τους Φρύγες και κατά τη διάρκεια της αχαιμενιδικής κυριαρχίας, λόγω της εγκατάστασης πολλών Σκυθών, Σακών, Περσών, Μήδων, Ματιηνών, Σαγαρτίων και άλλων Ιρανών. Το ιρανικό στοιχείο αναμείχθηκε με το φρυγικό, με αποτέλεσμα οι ιστορικοί Καππαδόκες και Αρμένιοι να αποκτήσουν έναν μικτό ιρανοφρυγικό χαρακτήρα στη γλώσσα και τον πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως λόγω της έντονης αρχαίας ιρανικής παρουσίας στην Αρμενία, οι παλαιότεροι εθνολόγοι των 19ου-20ου αιώνων είχαν θεωρήσει τους αρχαίους Αρμενίους ως Ιρανούς, πριν εξακριβωθεί τελικά ότι επρόκειτο για φρυγικό λαό ο οποίος δέχθηκε ισχυρή ιρανική επίδραση [2]. Ομοίως οι Καππαδόκες έχουν θεωρηθεί Ιρανοί από μερικούς μελετητές, ενώ και το τοπωνύμιο «Καππαδοκία» θεωρείται ιρανικό. Λόγω της ιρανικής επίδρασης, η καππαδοκική και η αρμενική γλώσσα διαχωρίσθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τη «γνήσια» φρυγική της Φρυγίας, Πισιδίας και Λυκαονίας. Εντούτοις διατήρησαν τη στενή σχέση μεταξύ τους αποτελώντας ενδεχομένως απλές διαλέκτους μιας κοινής καππαδοκικής-αρμενικής γλώσσας. Η βάση της τελευταίας ήταν η αρχαία φρυγική αλλά τα ιρανικά στοιχεία ήταν πολλά, κυρίως στο λεξιλόγιο.

Η ελληνική γλωσσική και πολιτισμική επιρροή έφθασε στην Καππαδοκία και την Αρμενία κυρίως με τον εκχριστιανισμό των λαών τους (πρώτοι μεταχριστιανικοί αιώνες). Η Καππαδοκία είχε δεχθεί έντονη ελληνική επίδραση νωρίτερα, κατά την Ελληνιστική Περίοδο, αλλά ο εξελληνισμός της υπήρξε επιφανειακός και αφορούσε κυρίως ένα μέρος της αριστοκρατίας της. Ωστόσο, είχε προετοιμασθεί το πρόσφορο έδαφος για τον εξελληνισμό πολλών Καππαδόκων κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και κατά τη Βυζαντινή Περίοδο. Από την άλλη πλευρά, πολλοί Καππαδόκες διατήρησαν τη μητρική τους γλώσσα παρότι εκχριστιανίσθηκαν, πιθανώς επηρεαζόμενοι από τους Αρμένιους συγγενείς τους. Οι Αρμένιοι εκχριστιανίσθηκαν χωρίς να εξελληνισθούν ποτέ. Μάλιστα η απόρριψη της συνόδου του 453 μΧ από την αρμενική εκκλησία, μπορεί να θεωρηθεί κάλλιστα ως εθνική εκδήλωση της αρμενικής εθνικής ταυτότητας έναντι της Ελληνικής Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Επίσης η αίρεση του Παυλικιανισμού στηρίχθηκε κυρίως σε Αρμένιους, Καππαδόκες και Αραμαίους (Σύριους) πιστούς. Με την πάροδο των αιώνων, το εθνωνύμιο «Καππαδόκης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον ελληνόφωνο ορθόδοξο χριστιανό της Καππαδοκίας και όχι τον κάτοικο της χώρας που μιλούσε την ιθαγενή γλώσσα, δείγμα ότι οι περισσότεροι Καππαδόκες είχαν εξελληνισθεί και ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα, τουλάχιστον επιφανειακά. Αυτό συνέβη όχι τόσο με τη δημογραφική αύξηση των τελευταίων, αλλά λόγω της μείωσης του άλλου εθνικού στοιχείου της Καππαδοκίας το οποίο υπέστη μεγάλες απώλειες από τους γνωστούς εκτοπισμούς και εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Βυζαντινού Στρατού σε βάρος διαφόρων αιρετικών, κυρίως των Παυλικιανών. Η παρουσία τους στην Καππαδοκία συνιστούσε απειλή για την αυτοκρατορία επειδή δεν δίσταζαν να έλθουν σε συνεννόηση με τους μουσουλμάνους της άλλης πλευράς των συνόρων.

Ωστόσο, οι μη-ελληνόφωνοι Καππαδόκες παρέμεναν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της περιοχής και έπρεπε να επιλέξουν νέα εθνική ταυτότητα, αφού όπως είδαμε η καππαδοκική ταυτότητα δεν υπήρχε πλέον με την αρχαία της έννοια. Έτσι, άρχισαν να ταυτίζονται με τους Αρμένιους με τους οποίους όπως είδαμε μιλούσαν μια συγγενική γλώσσα. Αυτή η ταύτιση επιτάθηκε με την εγκατάσταση κατά τη Βυζαντινή περίοδο πολυάριθμων Αρμένιων στη χώρα τους. Με αυτόν τον τρόπο, έως τη Μεσοβυζαντινή Περίοδο ο αρχαίος καππαδοκικός πληθυσμός διαχωρίσθηκε σε «Έλληνες» οι οποίοι ακολουθούσαν κυρίως το ορθόδοξο δόγμα της Κωνσταντινούπολης, και σε «Αρμένιους» οι οποίοι είχαν τάσεις θρησκευτικής, πολιτισμικής και πολιτικής ανεξαρτησίας από την Κωνσταντινούπολη. Μπορεί να εκτιμηθεί ότι οι πρώτοι πλειοψηφούσαν σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα (Καισάρεια, Σεβάστεια, Ευχαϊτα, Αμάσεια, Κολωνεία, Ναζιανζος, Νυσσα, Σεβαστόπολις κ.ά.) ενώ οι δεύτεροι πλειοψηφούσαν στην ανατολική καππαδοκική ενδοχώρα, από τα συγκεκριμένα κέντρα έως τον Ευφρατη. Αυτός ο διαχωρισμός των πληθυσμών της περιοχής συνεχίσθηκε και κατά την Τουρκοκρατία. Παρότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξισλαμίσθηκε, η ελληνική ορθόδοξη κοινότητα της Καππαδοκίας παρέμεινε σημαντική αριθμητικά και συμπαγής έως τις αρχές του 20ου αι., παρότι πολλά μέλη της μιλούσαν πλέον την τουρκική γλώσσα. Παράλληλα η Καππαδοκία διατηρούσε έως την ίδια εποχή σημαντική αρμενική κοινότητα, η οποία ενισχυόταν με αφίξεις από τη μητροπολιτική Αρμενία και την Κιλικία, και είναι ελκυστικό να υποθέσουμε ότι αρκετοί από τους «Αρμένιους» της κατάγονταν από όσους αρχαίους Καππαδόκες δεν υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα.

Ομοίως, αρκετοί από τους Κούρδους της σύγχρονης Καππαδοκίας (Καραμάν) και του Κουρδιστάν, δεν κατάγονται από τον αρχαίο κουρδικό πυρήνα (τους Γκούτι-Κού(ρ)τι των ασσυροβαβυλωνιακών πηγών και τους Καρδούχους της «Καθόδου των Μυρίων» του Ξενοφώντα), αλλά από τους Σκύθες, Μήδους, Σαγαρτίους και άλλους Ιρανούς που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή από την Αρχαιότητα και οι οποίοι μιλούσαν διαλέκτους παρόμοιες με την ιρανική κουρδική. Αυτοί οι ιρανικοί πληθυσμοί, συχνά απειλούμενοι από εισβολείς, επέλεξαν να συσπειρωθούν εθνικά γύρω από τους ολιγάριθμους Καρδούχους σχηματίζοντας έτσι το σύγχρονο πολυπληθές κουρδικό έθνος των 30.000.000-40.000.000.

Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της Καππαδοκίας διατήρησαν με πείσμα την εθνική ταυτότητα τους και τη χριστιανική θρησκεία τους, παρότι η χώρα υπήρξε η πρώτη μικρασιατική περιοχή που βρέθηκε υπό τουρκική κυριαρχία. Σε αυτό το επίτευγμα βοηθήθηκαν από τα ακόλουθα πλεονεκτήματα. Πρώτον, η ταχεία τουρκική κατάκτηση της Καππαδοκίας εξασφάλισε τη σχετική ηρεμία της. Δεύτερον, οι Σελτζούκοι και οι Καραμάνιοι σουλτάνοι ήταν γενικά ανεκτικοί με τους τοπικούς χριστιανούς. Τρίτον, οι άγριες τουρκομανικές φυλές χρησιμοποιούσαν την περιοχή συνήθως μόνο για τη διάβαση τους προς τη δυτική Μικρά Ασία, η οποία ήταν πλουσιότερη από την ανατολική και υπέφερε περισσότερο από τις επιδρομές τους οι οποίες απέβλεπαν στην αρπαγή αγαθών και ανθρώπων. Ωστόσο, οι Καππαδόκες χριστιανοί έγιναν στόχος διωγμών του ύστερου σουλτανικού καθεστώτος και των Νεοτούρκων, υφιστάμενοι σφαγές, εξοντωτικούς εκτοπισμούς και άλλες αγριότητες.

Το 1923, οι επιζώντες Έλληνες της Καππαδοκίας κατέφυγαν στο Ελληνικό Κράτος κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία, ενώ λίγοι από τους Αρμενίους της Καππαδοκίας είχαν προλάβει να διασωθούν από τη Γενοκτονία του λαού τους, βρίσκοντας καταφύγιο στη ρωσική επικράτεια. Κατέφυγαν κυρίως στην Αρμενία του Καυκάσου (σύγχρονη Αρμενία). Τέλος, όσον αφορά τους μη-ελληνικούς και μη-αρμενικούς πληθυσμούς της ανατολικής Μικράς Ασίας, θα επισημάνουμε την επιβίωση έως τη Μεσοβυζαντινή περίοδο λουβιόφωνων στην Ισαυρία και την ορεινή Κιλικία (οι οποίοι τελικά εξελληνίσθηκαν) και την επιβίωση έως σήμερα καρθβελικών/παλαιοκαυκάσιων (κυρίως Λαζών) στον ανατολικό Πόντο [3].

Είδαμε ότι αρκετοί από τους κατοίκους της ανατολικής μικρασιατικής ενδοχώρας είχαν τάσεις ανεξάρτητης πορείας από το Βυζάντιο, οφειλόμενες στις εθνολογικές και θρησκευτικές καταβολές τους. Όταν η Αυτοκρατορία παρήκμασε και τους υπέβαλε σε υπέρμετρη φορολόγηση προκειμένου να καλύψει τις πιεστικές ανάγκες της, θεώρησαν πως δεν υπήρχε τίποτα που να τους κρατάει συνδεδεμένους με αυτήν. Είναι γνωστό ότι τον 11ο αιώνα πολλοί είδαν τους Σελτζούκους ως ελευθερωτές. Ο προσεταιρισμός των αναφερόμενων πληθυσμών και η κατάληψη των ανατολικών μικρασιατικών υψιπέδων αποτέλεσε το αποφασιστικό έρεισμα των Τούρκων για τη σταδιακή κατάκτηση ολης της Μικράς Ασίας. Με την κατάκτηση της ορεινής, απρόσιτης και γεωφυσικά προστατευμένης ανατολικής μικρασιατικής ενδοχώρας, οι Τούρκοι απέκτησαν ένα φυσικό οχυρό και ορμητήριο από το οποίο μπορούσαν να σαρώνουν με επιδρομές τη δυτική και τη βόρεια Μικρά Ασία και την πεδινή Κιλικία, να ερημώνουν αυτές τις περιοχές και να τις εποικίζουν βαθμιαία με Τουρκομάνους.

Αντίθετα, οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να προσβάλουν σοβαρά το τουρκικό ορμητήριο της ορεινής ανατολικής χώρας. Η αναφερόμενη περιοχή αποτελούσε ανέκαθεν την ανατολική «πύλη» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Επί αιώνες οι Αραβες προσπαθούσαν να την καταλάβουν με στρατιωτική υπερπροσπάθεια, χωρίς αποτέλεσμα. Η κατάκτηση της το 1071 μ.Χ. από τους Σελτζούκους, μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ, σε συνδυασμό με τους πολλούς εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της Αυτοκρατορίας, οδήγησε στη σταδιακή απώλεια της Μικράς Ασίας και εντέλει όλων των βυζαντινών εδαφών.

.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Θεωρώ ότι οι αναγνώστες γνωρίζουν ότι οι Βυζαντινοί δεν αποκαλούσαν εαυτούς με αυτή την ονομασία, αλλά ως «Ρωμαίους». Οι όροι «Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Βυζάντιο, Βυζαντινοί» εμφανίσθηκαν στη Δυτική ιστοριογραφία μόλις κατά τους 17ο-18ο αιώνες, προκειμένου να προσδιορίζεται με ακρίβεια η νέα μεσαιωνική χριστιανική αυτοκρατορία στην οποία μετεξελίχθηκε το ανατολικό τμήμα της παλαιάς Ρωμαϊκής, και έκτοτε επικράτησαν. Προέρχεται δε από το Βυζάντιο, την αρχαία μεγαρική πόλη η οποία βρισκόταν στη θέση της Κωνσταντινούπολης. Εως το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, αυτή ήταν η «Ρωμαίων Βασιλεια» και οι πολίτες της ήταν οι «Ρωμαίοι».

[2] Ωστόσο η φρυγική προέλευση των πρωτο-Αρμενίων δεν είναι σήμερα γενικά αποδεκτή από τους επιστημονικούς κύκλους, αντίθετα υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις. Μερικοί συνεχίζουν να τους θεωρούν πρωτο-Ιρανούς ενώ πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για ιδιαίτερο Ινδοευρωπαϊκό κλάδο.

[3] Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας στη δεκαετία του 1990, Μεσούτ Γιλμάζ, ανήκε σε αυτόν τον πληθυσμό. Ο Ατζάρος (Λαζός μουσουλμάνος)  Γιλμάζ έμαθε την τουρκική γλώσσα στο σχολείο. .

Περικλής Δεληγιάννης

.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ: Η ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΣΥΜΒΟΛΗ

.