Του Γεώργιου Ε. Γεωργά

Προλογίζει ο κ. Δημήτρης Σκουρτέλης αγιογράφος και ιστορικός ερευνητής, μέλος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’

Το λεγόμενο «Μηνολόγιον του αυτοκράτορος Βασιλείου Β’» είναι ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο που περιέχει βίους αγίων. Φιλοτεχνήθηκε σαν δώρο για τον αυτοκράτορα, στην Κωνσταντινούπολη, στο τέλος του δέκατου αιώνα, ή τις αρχές του ενδέκατου.
Πρόκειται για κορυφαίο αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης, και μάλιστα, υπογράφεται από οχτώ καλλιτέχνες, Πανταλέοντα, Γεώργιο, Μιχαήλ Νέο, Μιχαήλ Βλαχερνίτη, Συμεών, Συμεών Βλαχερνίτη, Μηνά και Νέστορα, πράγμα σπανιότατο για την βυζαντινή τέχνη. Σήμερα, το χειρόγραφο βρίσκεται στο Βατικανό.

Στη φωτ. Ας παρατηρηθεί πως οι υψηλές περισκελίδες προσδένονται με ιμάντες στη ζώνη.
Αυτές δεν θα ήταν ορατές εαν ο στρατιώτης δεν είχε “πήξει τας ποδέας του”
δηλαδή ανασηκώσει το χιτώνιό του μπήγοντας τις άκρες του (ποδέες) στη ζώνη,
 για ελευθερία κινήσεων. Η συνήθεια αυτή περιγράφεται έντονα στο Έπος του Διγενή.
Τυπική βυζαντινή συνήθεια και το δέσιμο του μανδύα στο στήθος, με τον ίδιο στόχο.
Ο στρατιώτης έχει τυλίξει την άκρη του μανδύα στο χέρι ως αυτοσχέδια ασπίδα. Αυτή δεν είναι κίνηση δημίου, αλλά ξιφομάχου, και είναι απόδειξη πως τέτοιους ξιφομάχους παρατήρησαν οι καλλιτέχνες που εικονογράφησαν το μηνολόγιο. Και αυτή η αυτοσχέδια ασπίδα αναφέρεται στο Έπος του Διγενή.

Στα μαρτύρια των αγίων που απεικονίζει, οι δήμιοι δεν παρουσιάζονται σαν Ρωμαίοι στρατιώτες, μα σαν σύγχρονοι των ζωγράφων, βυζαντινοί πολεμιστές, με την στολή τους. Τους βλέπουμε εικονισμένους με προσοχή, και συχνά όμορφους, με το τυπικό άκακο πνεύμα της βυζαντινής τέχνης, που θεωρεί τον άνθρωπο Εικόνα του Θεού, και συνεπώς δεν θέλει να τον δείξει κακόμορφο.
Οι εικονογράφοι παρατήρησαν τις μορφές των στρατιωτών της εποχής τους, τους λεγόμενους “αγούρους” ή “παλληκάρια”, και απεικόνισαν πιστά όχι μόνο τις μορφές τους, αλλά και τις σοφά μελετημένες στάσεις μάχης που παίρνουν για να δώσουν το τελικό χτύπημα. Έχουμε έτσι μια καλή εικόνα της βυζαντινής τεχνικής της ξιφομαχίας.
Σε αυτήν την παρουσίαση, με κάθε σεβασμό στη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων, απομονώσαμε τις μορφές των δημίων, και τις παραθέτουμε, πιστεύοντας πως έτσι δίνουμε μια καλή εικόνα των βυζαντινών στρατιωτών.

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, Mail: g_e_georgas@yahoo.gr

Το πρώτο που παρατηρούμε από τις εικονογραφήσεις του χειρογράφου, είναι το είδος του ξίφους που χρησιμοποιούν οι δήμιοι, που στην ουσία οι καλλιτέχνες ‘φωτογράφισαν’ τους στρατιώτες της εποχής τους. Συνεπώς το ξίφος της εποχής αυτής είναι ευθύ, αμφίστομο και μονόχειρο, δηλαδή είναι τύπου σπαθίον που ήταν δημοφηλές την εποχή του Βασιλείου Β’.

Το δεύτερο στοιχείο που μας δίνουν οι καλλιτέχνες, είναι ότι οι συγκεκριμένοι δήμιοι – πολεμιστές δεν φέρουν ασπίδα, αλλά κρατούν το θηκάρι τους στο μη οπλισμένο χέρι. Αυτό θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν είναι κάτι αξιοπρόσεκτο εφόσον ως δήμιοι δε χρειάζονται αμυντικό εξοπλισμό για το συγκεκριμένο σκοπό. Δηλαδή την εκτέλεση ενός άοπλου ανθρώπου. Ωστόσο κατά την άποψη μου το στοιχείο είναι πολύ σημαντικό διότι σε μεταγενέστερες βυζαντινές αγιογραφίες, όπως η εικόνα του Αγίου Θεόδωρου που φονεύει το δράκο, ο άγιος κρατά το ξίφος του αλλά και τη λαβή με τον ίδιο τρόπο όπως και οι δήμιοι – πολεμιστές του «Μηνολόγιον του αυτοκράτορος Βασιλείου Β’». Επίσης σε άλλες πολεμικές τέχνες της ανατολής η χρήση της θήκης είναι σημαντική κάτι που συναντάμε και στην Οθωμανική πολεμική τέχνη του 15ου με 16 αιώνα με χρήση όμως κυρτού μονόκοπου  σπαθιού αυτή τη φορά.

Εικόνα του 15ου αιώνα .Ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων, η εικόνα βρίσκετε στο Βυζαντινό μουσείο Αθηνών

Το πιο σημαντικό όμως είναι πως όλες οι εικονογραφίες των πολεμιστών είναι ίδιες με το θρυλικό ‘βιβλίο μάχης της Walpurgis’ ή αλλιώς MS I.33, όσο αφορά τουλάχιστον τις πάνω θέσεις φύλαξης που δίνει ο άγνωστος συγγραφέας. Άλλωστε οι άλλες θέσεις δε θα είχαν λόγο να χειροτονηθούν στο «Μηνολόγιον του αυτοκράτορος Βασιλείου Β’» εφόσον δείχνει τρόπους εκτέλεσης των αγίων και όχι μονομαχίες. Η διαφορά ωστόσο με το βιβλίο μάχης της Walpurgis,  είναι πως οι πολεμιστές δεν έχουν ασπίδες αλλά στη θέση τους έχουν τη θήκη του ξίφους τους. Αν εξαιρέσουμε αυτό το στοιχείο, οι εικονογραφήσεις του «Μηνολόγιον του αυτοκράτορος Βασιλείου Β’» μας δίνουν πολύ καλές πληροφορίες για τη θέση των ποδιών των ξιφομάχων, μιας και στο MS I.33 δεν δίνονται καλά και ο αναγνώστης θα πρέπει να τις φανταστεί πολύ για να καταλάβει πια είναι η θέση των ποδιών τους.
Επίσης είναι άλλη μια απόδειξη ότι ο άγνωστος συγγραφέα του MS I.33 είχε έρθει σε επαφή ή κατείχε τη Βυζαντινή πολεμική τέχνη της χρήσης του ξίφους κάτι που προσέγγισα σε προηγούμενο άρθρο μου πάνω στην έρευνα που έκανε για το θέμα αυτό.

Ας δούμε όμως τις θέσης φύλαξης :


Εδώ μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε τη 4η θέση φύλαξης, ‘πάνω από το κεφάλι δίνετε η Τετάρτη

Εδώ έχουμε τη 3η θέση φύλαξης, ‘στον αριστερό η Τρίτη

Όπως και εδώ.

Εδώ έχουμε άλλη μια εικονογραφία της 4η θέση φύλαξης.

Εδώ έχουμε αριστερόχειρα στη 2η θέση φύλαξης.

Συνέχεια  ανάγνωσης