574848_351945891555654_1916636754_n

Ο ετρουσκικός στρατός του Λαρθ Πορσήνα συγκεντρώνεται κοντά στη Ρώμη (άνω αριστερά) στην αντίπερα όχθη του Τίβερη. Ενας κλασσικός πίνακας του Πήτερ Κόννολλυ. Διακρίνεται μία μεγάλη ποικιλία της ετρουσκικής οπλοσκυεής. Η έντονη ελληνική επίδραση είναι προφανής, όπως και τα εντόπια ιταλικά στοιχεία.
.

ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ –Μέρος Α΄

.
Παρά την αναφορά του Λίβιου στους «πολυάριθμους» Τυρρηνούς πολεμιστές, αυτοί θα ήταν αρκετά πολυαριθμότεροι αν η κοινωνία τους ήταν οργανωμένη πιο δημοκρατικά, μια λαμπρή εξέλιξη των ελληνικών πόλεων-κρατών την οποία αρνήθηκαν επίμονα να ακολουθήσουν. Ο Λίβιος ανεβάζει σε 50.000 πεζούς και 4.000 ιππείς, τις δυνάμεις που συγκέντρωσαν συνολικά οι Ετρούσκοι και οι Σαβίνοι για να συνδράμουν την Ρώμη το 225 π.Χ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το έτος η παλαιά πυκνοκατοικημένη Νότια Ετρουρία ήταν πλέον ρωμαϊκό έδαφος, καθώς και άλλες παραμέτρους, καταλήγουμε σε έναν συνολικό αριθμό 80.000 Ετρούσκων μαχίμων για τα τέλη του 6ου αι π.Χ. Φτωχός αριθμός για μια χώρα που υπολογίζεται ότι είχε τότε 600-800.000 κατοίκους. Συγκριτικά, οι ελληνικές περιοχές της Ιταλίας και Σικελίας διέθεταν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό μαχίμων επί του συνολικού πληθυσμού τους, λόγω του ανώτερου πολιτικο-οικονομικού συστήματος, κυρίως λόγω της δημοκρατικής οργάνωσης τους. Λόγω αυτής της έλλειψης, σημαντικό τμήμα των τυρρηνικών στρατών αποτελούσαν οι υποτελείς ή μισθοφόροι στρατιώτες, οι Ούμβροι, οι Λατίνοι, οι Όσκοι, οι Κέλτες του πολιτισμού Γκολασέκα (Golaseca) κ.α.
Εκτός από το πεζικό, υπήρχε σημαντικό ιππικό. Ωστόσο οι Τυρρηνοί ιππείς πολεμούσαν συνήθως πεζοί, δηλαδή τα άλογα τους ήταν περισσότερο μεταφορικό μέσο. Πολεμούσαν έφιπποι μόνο όταν είχαν να αντιμετωπίσουν αντίπαλους ιππείς. Για αυτό και ο εξοπλισμός τους ήταν ουσιαστικά οπλιτικός. Οι εξαρτύσεις των αλόγων ανήκαν στον ελληνικό τύπο. Το πολεμικό άρμα εισήχθη στην Ετρουρία γύρω στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., αλλά είναι αμφίβολο αν χρησιμοποιείτο ως όπλο κρούσης. Με την επικράτηση της οπλιτικής φάλαγγας έγινε μεταφορικό μέσον των στρατηγών, μέχρι που εξαφανίστηκε από το πεδίο της μάχης τον 5ο αιώνα π.Χ. Από εκεί και πέρα, κοσμούσε τους θριάμβους των Ετρούσκων στρατηγών, μια κληρονομιά που πέρασε και στους θριάμβους των Ρωμαίων υπάτων.


Οι καλά οργανωμένοι Τυρρηνοί δεν θα αμελούσαν την διατήρηση επιλέκτων μονάδων. Αυτές ήταν οι αδελφότητες των «αφοσιωμένων» Ετρούσκων πολεμιστών. Επιλέγονταν από τους καλύτερους μαχητές και έδιναν όρκο στην διάρκεια ειδικής τελετής, να πεθάνουν παρά να υποχωρήσουν μπροστά στον εχθρό. Είναι άγνωστο αν ήταν οπλίτες, ιππείς ή πελεκυφόροι. Ενδεχομένως πολεμούσαν και με τους τρεις προαναφερόμενους τρόπους. Συχνά αποτελούσαν την σωματοφυλακή στρατηγών, ακόμη και αλλοεθνών. Ο Κυμαίος Αριστόδημος αιχμαλώτισε αρκετούς Τυρρηνούς κατά τη μάχη της Αρικίας (505 π.Χ.). Εκτιμώντας την πολεμική ικανότητα τους, σχημάτισε από αυτούς μια σωματοφυλακή «αφοσιωμένων», στην οποία στηρίχθηκε για να γίνει και να παραμείνει τύραννος στην Κύμη.

ggggg
Ετρουσκικό κράνος ιλλυρικής ή/και εντόπιας ιταλικής προέλευσης.
.
Μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα του τυρρηνικού συστήματος μάχης ήταν οι θωρακισμένοι πελεκυφόροι, οι οποίοι προσπαθούσαν με τα δυνατά χτυπήματα των βαρειών πελέκεων τους να προκαλέσουν ή να εκμεταλλευθούν ρήγματα στην αντίπαλη φάλαγγα, ανοίγοντας δρόμο για τους φίλιους οπλίτες που τους ακολουθούσαν. Αυτή η μέθοδος ήταν τοπικής ιταλικής προέλευσης και εγκαταλείφθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας της εναντι της συμπαγούς οπλιτικής φάλαγγας.
Οι παράκτιες πόλεις διέθεταν ισχυρό ναυτικό, αποτελούμενο από πεντηκοντόρους, διήρεις και τριήρεις. Ενώ απέκτησαν από νωρίς τριήρεις χάρη στις στενές σχέσεις με τους Ελληνες εφευρέτες του συγκεκριμένου πλοίου (κυρίως της μητροπολιτικής Ελλάδας), επέμειναν στην παράλληλη χρήση των απηρχαιωμένων πεντηκοντόρων. Αυτή η επιλογή τους έθετε σε μόνιμη μειονεκτική θέση έναντι των ελληνικών στόλων της Δύσης, οι οποίοι αποτελούνταν κυρίως από τριήρεις. Οι Ελληνες χρησιμοποιούσαν πλέον τις διήρεις και τις πεντηκοντόρους κυρίως ως ανιχνευτικά ή περιπολικά. Η Πρώτη Τάξη των ενόπλων έδινε τους πλοιάρχους και τους «επιβάτες» (πεζοναύτες). Οι άλλες τέσσερις Τάξεις παρείχαν τους τοξότες, ναύτες και ερέτες (κωπηλάτες). Οι Τυρρηνοί ήταν ικανοί ναυτικοί και πειρατές, όντας άλλωστε απόγονοι ενός τμήματος των Λαών της Θάλασσας. Ίδρυσαν αποικίες στην Ισπανία (πιθανώς οι πόλεις Ταρραγών, Tύριχαι, κ.α.) και έφτασαν μέχρι τον Ατλαντικό Ωκεανό. Σύντομα, όμως, το πολεμικό ναυτικό τους περιορίστηκε έως την Κορσική στα δυτικά, μόνο στην Τυρρηνική Θάλασσα που φέρει έως σήμερα το όνομα τους – ακριβέστερα μόνο στο βόρειο τμήμα της. Ο λόγος του περιορισμού ήταν τα ισχυρά ναυτικά της Μεγάλης Ελλάδας, της ελληνικής Μασσαλίας και της φοινικικής Καρχηδόνας. Μετά τη θαλάσσια πανωλεθρία των Ετρούσκων από τον Συρακουσιανό στόλο στα ανοιχτά της Κύμης (474 π.Χ.), ο αριθμός των σκαφών τους περιορίστηκε πολύ. Δεν ακολούθησαν τις ναυπηγικές εξελίξεις του 4ου αιώνα π.Χ. και δεν απέκτησαν ποτέ πλοία μεγαλύτερα των τριήρεων. Εντούτοις επάνδρωσαν με κωπηλάτες, πληρώματα καταστρώματος και πιθανώς πεζοναύτες, τις ρωμαϊκές πεντήρεις κατά τον «διπλό» Καρχηδονιακό πόλεμο (264-201 π.Χ.).
Επόμενο της πολεμικής δεινότητας των Ετρούσκων ήταν η συχνή μισθοφορική υπηρεσία τους. Αναφέρεται ή αποδεικνύεται ότι υπήρξαν μισθοφόροι της Καρχηδόνας και διάφορων ελληνικών πόλεων-κρατών της Δύσης (Κύμη, Συρακούσες των τυράννων Διονυσίου και Αγαθοκλή, Τάραντας, κ.α.). Από νωρίς πολεμούν για λογαριασμό πλουσίων φυλάρχων της Ισπανίας, ενώ από το τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. εμφανίζονται στους ελληνιστικούς στρατούς της ανατολικής Μεσογείου, όπου κατατάσσονται μαζί με Όσκους (Σαμνίτες κ.α.). Οι Ετρούσκοι και Όσκοι μισθοφόροι των ελληνικών στρατών των 3ου-2ου αιώνων π.Χ. ήταν κυρίως φυγάδες, οι οποίοι αρνήθηκαν να υποταχθούν στην Ρώμη.
Οι Τυρρηνοί δεν πολεμούσαν όπως οι Ρωμαίοι, δηλαδή σε τρεις εναλλασόμενες γραμμές μάχης, αλλά συνήθως σε μία. Η κατεξοχήν δύναμη κρούσης ήταν η Πρώτη Τάξη που τασσόταν στο κέντρο του μετώπου. Οι δύο επόμενες Τάξεις παρατάσονταν είτε ως κέρατα του μετώπου, προστατεύοντας από δεξιά και αριστερά την Πρώτη Τάξη, είτε πίσω από αυτήν. Η Τέταρτη και η Πέμπτη τάξη πολεμούσαν με τον συνήθη ελεύθερο τρόπο των «ψιλών». Σε μια μάχη, αναφέρονται Ετρούσκοι ιερείς παραταγμένοι μπροστά από τον στρατό τους, οι οποίοι προχωρούσαν εναντίον των Ρωμαίων «σαν δαιμονισμένοι… κραδαίνοντας ζωντανά φίδια και αναμμένους δαυλούς» (Λίβιος). Κατά πάσα πιθανότητα οι ιερείς «επιστρατεύονταν» πριν από κρίσιμες μάχες. Σε άλλες περιπτώσεις οι Τυρρηνοί προσπάθησαν να παραπλανήσουν ή να στήσουν ενέδρα στους Ρωμαίους. Χρησιμοποιούσαν λοιπόν και αυτές τις τακτικές.
Ο Λίβιος γράφει στο έργο του για την Ρωμαϊκή Ιστορία, ότι τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι φοβόντουσαν τους Ετρούσκους περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εχθρό, εκτός των Κελτών. Ωστόσο σε άλλο σημείο –περιγράφοντας μια μάχη του 310 π.Χ.– κάνει σαφή υπαινιγμό ότι οι «γιοι της Λύκαινας» δεν είχαν σε εκτίμηση την πολεμική ικανότητα ή το θάρρος των Τυρρηνών. Αν πράγματι είχαν τέτοια άποψη, αυτή αφορούσε μάλλον το άμεσο διάστημα πριν το 310. Η πρώτη ουσιαστική νίκη της Ρώμης επί των Ετρούσκων χρονολογείται λίγο μετά το 400 π.X., όταν κατέστρεψε την πόλη Βήιοι (Ουήιοι, Veii). Αλλά αυτό το κατάφερε επειδή, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οι μεγάλες τυρρηνικές πόλεις εγκατέλειψαν τους ομοεθνείς τους Βηίους, από φθόνο για την συνεχή ισχυροποίηση τους.
Από την άλλη πλευρά, κατά την άποψη μου είναι πιθανό ότι ένα μέρος του βηιεντίνου στρατού είχε σταλεί στα βόρεια, στην κοιλάδα του Αρνου και στα Απέννινα, όπου η Ετρουσκική Συμπολιτεία προσπαθούσε απεγνωσμένα να συγκρατήσει τους Γαλάτες εισβολείς, κάτι που θα αποδυνάμωσε την πόλη. Επιπροσθέτως, οι δουλοπάροικοι των Βηίων ήταν Λατίνοι, ομοεθνείς των Ρωμαίων, τους οποίους φυσικά βοήθησαν επαναστατώντας εναντίον των Ετρούσκων δεσποτών τους. Σύντομα η Ρώμη «πληρώθηκε με το ίδιο νόμισμα». Η ταυτόχρονη επίθεση Γαλατών από τον βορρά και Ρωμαίων από τον νότο, λύγισε την τυρρηνική αντίσταση. Η γαλατική πλημμυρίδα κατέστρεψε πρώτα το πάλαι ποτέ κραταιό Κλούσιο στην κεντρική Ετρουρία, και έπειτα την ίδια την Ρώμη, αφού πρώτα εξολώθρευσε τον στρατό της στη φονική μάχη του ποταμού Αλλία (387/6 π.Χ.).

ffffff
Ετρουσκική οπλιτική φάλαγγα σε αγγειογραφία.
.
Μετά από αυτά οι ετρουσκικές πόλεις πέρασαν σε φάση ραγδαίας παρακμής η οποία επηρέασε τους στρατιώτες τους. Για αυτό ο υπαινιγμός του Λιβίου για την ποιότητα τους αφορά μόνο το διάστημα μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. Ένας ακόμη λόγος αυτής της κατάπτωσης είναι ο θρησκευτικός. Σύμφωνα με το τυρρηνικό ημερολόγιο, τον 4ο αιώνα τελείωνε μια μακροχρόνια περίοδος, το τέλος της οποίας θα σήμαινε τον θάνατο του ετρουσκικού έθνους. Την απαισιοδοξία επιδείνωναν και οι περίφημοι Ετρούσκοι μάντεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το 400 π.Χ. η θεματολογία των περίφημων παραστάσεων των ετρουσκικών τάφων αλλάζει ριζικά. Κυρίαρχες μορφές δεν είναι πια τα συμπόσια, οι αθλητές, ο έρωτας αλλά η ζοφερή μορφή του Χάροντα, δείγμα της στροφής προς την αυτοεγκατάλειψη.
Συμπερασματικά, οι Ετρούσκοι κατά τους 6ο-5ο αιώνες π.Χ., εν μέρει και κατά τον 4ο αιώνα, διατήρησαν υψηλό ηθικό και πολεμική ικανότητα, αποτελώντας τον «εφιάλτη» της Ρώμης (την οποία κατείχαν στο διάστημα του 6ου αιώνα).
Ο εκλεπτυσμένος πολιτισμός και η πολυτελής ζωή των Τυρρηνών, δίνουν ίσως την ψευδαίσθηση ότι ασχολούντο με τον πόλεμο περιστασιακά και εξ ανάγκης. Αντίθετα, επρόκειτο για έναν πολεμοχαρή λαό. Σημαντικό στοιχείο του ετρουσκικού χαρακτήρα είναι η σκληρότητα. Είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν αργότερα αυτό το στοιχείο ως πολιτικό όργανο για την επέκταση και διατήρηση της αυτοκρατορίας τους. Αυτό το χαρακτηριστικό –όπως και πλήθος άλλων– το κληρονόμησαν από τους Ετρούσκους.
Θεωρείται βέβαιο ότι οι Τυρρηνοί ασκούσαν την ανθρωποθυσία. Συχνό θέμα στις περίφημες τοιχογραφίες τους είναι η θυσία των Τρώων αιχμαλώτων από τον Αχιλλέα προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου, επειδή το συνήθιζαν και οι ίδιοι. Συνήθως εξόντωναν τους αιχμαλώτους, για να συνοδεύσουν τις ψυχές των δικών τους νεκρών στον Άδη. Μερικές φορές αυτό γινόταν με λιθοβολισμό από τους απλούς πολίτες. Σε άλλες περιπτώσεις οι αιχμάλωτοι δένονταν για ημέρες με αποσυντιθέμενα πτώματα συμπολεμιστών τους, καταβροχθίζονταν από άγρια σκυλιά σε αρένες ή εξαναγκάζονταν να μονομαχούν. Στην πρώτη περίπτωση είναι προφανές ότι πολλοί αιχμάλωτοι έχαναν τη λογική τους από τη φρίκη. Σχετικά με τις άλλες δύο μεταχειρίσεις των αιχμαλώτων, οι Ρωμαίοι έκαναν αργότερα αυτά τα θεάματα βασικό στοιχείο της ζωής τους. Ο πλούτος τους επέτρεψε να αντικαταστήσουν τα σκυλιά με λέοντες, λεοπαρδάλεις και άλλα «ακριβά» θηρία, αλλά η μεταχείριση των μονομάχων ήταν σαφώς καλύτερη. Έχει υπολογιστεί ότι η πιθανότητα να σκοτωθεί ένας μονομάχος στους μεταγενέστερους ρωμαϊκούς αγώνες μονομάχων ήταν μόνο 10 %. Αντίθετα, στους ετρουσκικούς αγώνες οι μονομάχοι μάχονταν μέχρι θανάτου. Ο πλέον αγαπητός μύθος των Τυρρηνών ήταν η μονομαχία Ετεοκλή και Πολυνείκη – συχνά επαναλαμβανόμενη στις νεκρικές τοιχογραφίες – ίσως επειδή οι δύο ήρωες αλληλοθανατώνονται ταυτόχρονα. Στις παραστάσεις συνήθως κοιτάζονται με ικανοποίηση την στιγμή που ξεψυχούν.

Temple of Jupiter in RomeΟ ναός του Δία στην ετρουσκική Ρώμη (Αρουμα).
.
Πολλοί αντίπαλοι των Ετρούσκων θα προτιμούσαν τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την αιχμαλωσία. Αυτή η μεταχείρηση των αιχμαλώτων από τους Τυρρηνούς εξηγεί μερικώς το εκδικητικό μένος των Ρωμαίων για τους δεύτερους. Προφανώς ο λαός της Ετρουρίας χρησιμοποιούσε την φοβερή φήμη του ως ψυχολογικό όπλο εναντίον των εχθρών. Όσοι υποστηρίζουν την ανατολική καταγωγή του, βρίσκουν ιστορικά παράλληλα της ίδιας σκληρότητας σε αρκετούς λαούς της Ανατολής, περισσότερο στους Ασσυρίους. Ωστόσο αυτό το «βάναυσο» στοιχείο δεν πρέπει να στρεβλώνει αρνητικά την εικόνα των θαυμαστών Ετρούσκων. Ήταν ένας ολιγάριθμος λαός ξενόφερτων που ζούσε σε εχθρικό περίγυρο και κυβερνούσε ένα πλήθος ακόμη πιο εχθρικών αλλοεθνών εξαρτημένων. Η κατάσταση τους επέφερε την ψυχική σκληρότητα και ακαμψία τους. Για τους Έλληνες, οι Τυρρηνοί άντρες ήταν βάρβαροι πειρατές και οι Τυρρηνές γυναίκες ανήθικες. Για τους Ρωμαίους, η ετρουσκική κοινωνία ήταν παρηκμασμένη και χωρίς ηθική, καταδικασμένη να χαθεί. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για τους Τυρρηνούς περισσότερο από όσο ισχύει για τους «κατήγορους» τους, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν ότι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν βαθιά προκατειλημμένοι για τον λαό της Ετρουρίας.
.
Περικλής Δεληγιάννης
.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Τίτος Λίβιος, ΡΩΜΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (Ab Urbe Condita), Loeb Classical Library, London 1948-1953
(2) Livy (Τίτος Λίβιος) : ROME AND ITALY Penguin, London 1982
(3) Livy (Τίτος Λίβιος) : THE EARLY HISTORY OF ROME Penguin, London 1960
(4) Parlavecchia Paolo (Editor) : GLI ETRUSCHI E L’ EUROPA, Milano 1992
(5) Connolly, Peter: GREECE AND ROME AT WAR, Greenhill Books, London 1981
(6) Cornell, T.J.: THE BEGINNINGS OF ROME: ITALY AND ROME FROM THE BRONZE AGE TO…, Routledge, 1995
(7) Τoynbee, Αrnold : A STUDY OF HISTORY, London 1965
(8) Hencken, Η. : TARQUINIA AND ETRUSCAN ORIGINS (Ancient peoples and places), London 1971
(9) Fogolari, G. & Prosdocimi, A.L.: I VENETI ANTICHI: LINGUA E CULTURA, Padova 1988
(10) Naso, Alessandro: I PICENI: STORIA E ARCHAEOLOGIA DELLE MARCHE IN EPOCA PREROMANA, Milano: Longanesi, 2000
(11) Anati, Emm. (Editor): I SARDI, Milano: Jaca book, 1984
(12) Cristofani, Mauro : THE ETRUSCANS – A NEW INVESTIGATION, London 1979
(13) Pallotino, Massimo : THE ETRUSCANS, London 1974