chariotΕτρουσκικό πολεμικό άρμα ειδικά για τελετές.
.
Τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εθνο-γλωσσικές ομάδες εθνών μοιράζονταν την αρχαία Ιταλία και τα γειτονικά μεγάλα νησιά. Η πλούσια γη της προσείλκυσε διάφορους αποικιστές και εισβολείς. Μόνο δύο από αυτές τις ομάδες ήταν καθαυτό ιταλικές, η λατινική και η οσκο-ουμβρική, οι οποίες αποτελούσαν θλιβερή μειοψηφία απέναντι στα έθνη των νεοφερμένων. Οι Ιάπυγες και οι Πικηνοί της Ανατολικής Ιταλίας αποτελούσαν ιλλυριογενείς λαούς, καταγόμενοι εν μέρει από την απέναντι δαλματική ακτή. Οι Λίγυρες της βορειοδυτικής χώρας ήταν ένας πανάρχαιος λαός που ζούσε παλαιότερα σε μεγάλο τμήμα της Δυτικής Ευρώπης. Ανάλογη είναι η θέση των Ενετών της βορειοανατολικής Ιταλίας (τους οποίους μερικοί θεωρούν ιλλυρικό έθνος). Οι Σικελοί, Σαρδοί και Κόρσιοι που κατοικούσαν στις Σικελία, Σαρδηνία και Κορσική αντίστοιχα, θεωρείται ότι σχετίζονται με δύο από τους διαβόητους «Λαούς της Θάλασσας» του Αιγαίου, οι οποίοι συνετάραξαν την Ανατολική Μεσόγειο στο τέλος της Χαλκοκρατίας, τους Σεκελές (Shklsh) και Σερντέν (Shrdn). Οι συγκεκριμένοι λαοί που ηταν μάλλον μικρασιατικοί αναμείχθηκαν με Λίγυρες και Ίβηρες (προερχόμενους από την Ισπανία) που προϋπήρχαν σε αυτά τα νησιά. Οι άλλοι δύο λαοί της Σικελίας, Έλυμοι και Σικανοί, έχουν ενδεχομένως ιβηρική καταγωγή. Οι Φοίνικες, ικανοί Χανααναίοι ναυτικοί και αποικιστές, εγκαταστάθηκαν αργότερα στην Σικελία και την Σαρδηνία.
Είναι γνωστός ο ευρύς ελληνικός αποικισμός στα ιταλικά εδάφη. Πρωτοπόροι ήταν οι Κρήτες και οι Μυκηναίοι θαλασσοπόροι. Eκτός από τον γνωστό οργανωμένο αποικισμό από πόλεις-κράτη σημειώθηκαν και μετακινήσεις ολόκληρων ελληνικών φύλων, όπως για παράδειγμα ενός τμήματος Πελαγόνων Μακεδόνων το οποίο σε άγνωστη χρονολογία διέσχισε το στενό του Οτράντο και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου το εθνωνύμιο του αποδόθηκε ως «Πελιγνοί» στην οσκική. Οι Πελαγόνες/Πελίγνοι υιοθέτησαν την οσκική γλώσσα αλλά διατήρησαν αρκετά στοιχεία της ελληνικής καταγωγής τους. Οι Έλληνες αποτελούσαν τον 5ο αι π.Χ. την πολυπληθέστερη εθνότητα της Ιταλίας, συγκεντρώνοντας περίπου το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της (στα σημερινά της σύνορα τα οποία ωστόσο είναι πολύ διαφορετικά από τα αρχαία). Ο τελευταίος, χρονολογικά, λαός μεταναστών στην ιταλική γη ήταν οι Κέλτες (Γαλάτες) που κατέλαβαν την Παδανία (κοιλάδα του Πάδου) τον 4ο αιώνα π.Χ.. Οι προαναφερόμενοι λαοί προέρχονταν σχεδόν από όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου– από την μεσανατολική Συρία μέχρι την Ισπανία στην Δύση και την παγωμένη κελτική κοιτίδα στον Βορρά – κάνοντας έτσι την αρχαία Ιταλία μια «μικρογραφία» του. Το γεγονός ότι οι γλώσσες και οι πολιτισμοί τους δεν σχετίζονταν καθόλου, εξηγεί τις έντονες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους.

etruria
Ετρουσκική επέκταση: η Ετρουρία σημειώνεται με καφέ χρώμα, η επέκταση σε άλλες περιοχές με κίτρινο.

.
Ένα από τα έθνη αποικιστών στη μεγάλη χερσόνησο ήταν οι Ετρούσκοι. Οι θεωρίες για την προέλευση αυτού του σημαντικότατου λαού είναι αμέτρητες και η συζήτηση ανάμεσα στους ειδικούς συνεχίζεται έως σήμερα. Εντούτοις τα τελευταία χρόνια τείνει να επικρατήσει η άποψη ότι οι Ετρούσκοι γεννήθηκαν από την ανάμιξη αυτοχθόνων Ιταλών με νεοφερμένους από την μικρασιατική ακτή του Αιγαίου, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κατά το τέλος της Χαλκοκρατίας στην περιοχή της Τοσκάνης. Στην εθνογένεση τους συμμετείχε ένα ποσοστό μεμονωμένων ομάδων Ελλήνων εποίκων, καθώς και ένα εθνικό στοιχείο προερχόμενο από τις Άλπεις (Πρωτο-Ραιτοί). Οι Μικρασιάτες άποικοι ήταν ένας ακόμη «Λαός της Θάλασσας», οι Τερές-Τούρσα-Τυρσηνοί (Trsh) που αποτέλεσαν την άρχουσα τάξη της χώρας. Οι Έλληνες τους αποκαλούσαν με το εθνωνύμιο που τους γνώριζαν από την Αιγαία κοινή πατρίδα τους, δηλαδή Τυρσηνούς ή Τυρρηνούς, οι Ρωμαίοι τους ονόμαζαν Ετρούσκους ή Τούσκους. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούντο Ρασήννες (Rasen(n)a).
Οι Ετρούσκοι μεταμφύτευσαν τον πολιτισμό τους στη νέα πατρίδα τους, όπου τον ανάμειξαν με τον τοπικό ιταλικό, αλλά πολύ περισσότερο με αυτόν των ελληνικών αποικιών. Με τις τελευταίες είχαν μια παράδοξη σχέση συνεχούς εμπορίου και ταυτόχρονης πολεμικής αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα της ανάμειξης ήταν ένας νέος, υψηλού επιπέδου, πολιτισμός, ο οποίος άφησε μέσω της Ρώμης μεγάλη παρακαταθήκη για τον σημερινό κόσμο και σπουδαία ευρήματα για τους αρχαιολόγους. Οι Τυρρηνοί υιοθετούσαν αμέσως κάθε ελληνικό επινόημα που αφορούσε οποιαδήποτε πτυχή της ζωής ενός λαού, μη εξαιρουμένης της πολεμικής τέχνης.
Οι πόλεις-κράτη τους, παρότι ήταν ενωμένες σε συμπολιτεία, πολεμούσαν συχνά μεταξύ τους (όπως άλλωστε και τα ελληνικά πρότυπα τους). Εξίσου συχνά ένωναν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους για την κοινή επέκταση σε νέα εδάφη. Έχοντας κληρονομήσει τον πολεμοχαρή χαρακτήρα των Αιγαίων προγόνων τους, πέτυχαν πολλά: μέχρι το 510 π.Χ. κατέκτησαν και αποίκισαν την Παδανία, την παράκτια Λιγυρία, το Λάτιο , την Καμπανία και την Κορσική, τετραπλασιάζοντας την έκταση των εδαφών τους. Τότε ήλεγχαν περίπου 90.000 τ. χλμ. με 1 έως 1,5 εκατομμύριο κατοίκους.
Οι κατακτήσεις επιτεύχθηκαν μέσω της ετρουσκικής πολεμικής τέχνης, η οποία κληροδότησε πολλά στοιχεία της στον μεταγενέστερο ρωμαϊκό στρατό, κατακτητή της μισής «Οικουμένης». Οι τυρρηνικοί στρατοί αντιμετώπισαν με επιτυχία αρκετούς διαφορετικούς εχθρούς, πριν παρακμάσουν από τα αποφασιστικά χτυπήματα Ελλήνων, Γαλατών και Ρωμαίων.
Οι Ετρούσκοι, αφού διένυσαν την Βιλλανόβια φάση του πολιτισμού τους (αντίστοιχη των «Σκοτεινών Αιώνων» της Ελλάδας), οργανώθηκαν τον 7ο αιώνα π.Χ. σε πόλεις-κράτη έχοντας ως πρότυπο τις ελληνικές. Υπήρχαν κατά καιρούς πάνω από είκοσι τέτοιες πόλεις στην κυρίως Ετρουρία και περίπου άλλες τόσες στις περιοχές όπου επεκτάθηκαν οι Τυρρηνοί μετά το 600 π.Χ. Ωστόσο μόνο οι δώδεκα ισχυρότερες πόλεις επιτρεπόταν να συμμετέχουν στην ετρουσκική συμπολιτεία, μία χαλαρή πολιτική ένωση τους η οποία στηριζόταν στην κοινή καταγωγή, γλώσσα και λατρεία. Η Ρώμη (Aruma στην τυρρηνική γλώσσα) ήταν ένα από τα μέλη της ετρουσκικής Δωδεκάπολης κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Κέντρο της συμπολιτείας ήταν το Ιερό του Βολτούμνα (ταυτιζόμενος με τον ελληνικό Δία), στην πολιτική χώρα των Βολσινίων. Οι τυρρηνικές αποικίες της Παδανίας και της Καμπανίας είχαν συμπτύξει ανάλογες συμπολιτείες. Οι συνασπισμοί ετρουσκικών στρατών σε περιπτώσεις ανάγκης ή κοινού συμφέροντος, οφείλονταν συχνά σε εμπνευσμένους ηγέτες μιας πόλης-κράτους, οι οποίοι συγκέντρωναν την γενική εκτίμηση, όπως ο Λάρος Πορσήνας (Larth Porsen(n)a) του Κλουσίου, o Βέλθουρ (Velthur Spurin(n)a) της Ταρκυνίας, κ.α.

Etruscans 21

Ετρουσκικός πολεμικός πέλεκυς.
.
Αφήνοντας την ευρύτερη πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση και περνώντας στο επίπεδο της πόλης-κράτους, υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την οργάνωση και σύνθεση των επιμέρους στρατών κάθε πόλης. Η πιο δημοφιλής είναι αυτή που αποδέχεται τον ετρουσκο-ρωμαϊκό στρατό του 6ου αιώνα π.Χ. ως το γενικό τυρρηνικό πρότυπο. Ο στρατός αυτός οργανώθηκε από έναν Τυρρηνό πολέμαρχο, προερχόμενο από την πόλη Βούλκοι και αναφερόμενο ως Μακστάρνα (Macstarna), το οποίο δεν είναι ανθρωπωνύμιο αλλά το αξίωμα του (στην ετρουσκική σημαίνει «μάγιστρος»). Η Ρώμη είχε ιδρυθεί ως πόλη-κράτος το 600 π.Χ. από τον Ταρκύνιο Α΄ ο οποίος δολοφονήθηκε από Λατίνους πολίτες της (578 π.Χ.). Ο Μακστάρνα και οι άντρες του –μάλλον σταλμένοι από την ετρουσκική συμπολιτεία– πάταξαν την επανάσταση και ανακατέλαβαν την Ρώμη. Ο Ετρούσκος πολέμαρχος έγινε ο νέος ηγεμόνας της (μάγιστρος-magister) και για να «κολακεύσει» τους εγχώριους Ρωμαίους έλαβε το λατινικό όνομα Σέρβιος Τύλλιος. Είναι επομένως φυσικό, ο τελευταίος να ακολούθησε το γενικό ετρουσκικό πρότυπο στην οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού, της οποίας η περιγραφή ακολουθεί ευθύς αμέσως.
Ο Μακστάρνα διαίρεσε τους άντρες που βρίσκονταν εντός των ηλικιακών ορίων στράτευσης σε πέντε Τάξεις (Κλάσεις), ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση. Κάθε τάξη διαιρείτο σε λόχους (centuries). Κάθε λόχος, με την σειρά του, αποτελείτο από τέσσερις ενωμοτίες, όσον αφορά το βαρύ πεζικό τουλάχιστον.
Στην Πρώτη Τάξη ανήκαν ουσιαστικά οι ευγενείς, που πολεμούσαν ως ιππικό και βαρύ πεζικό. Αυτή η ομάδα βρισκόταν μόνιμα σε κατάσταση στρατιωτικής ετοιμότητας, κάτι που χαρακτήριζε τις αριστοκρατικές τάξεις γενικά στην Ιταλία. Η Πρώτη τάξη της ετρουσκικής Ρώμης αποτελείτο από 80 λόχους πεζικού, έξι λόχους ιππικού και δύο μηχανικού. Ο εξοπλισμός τους ήταν ελληνικός του οπλιτικού τύπου και περιελάμβανε κράνος, θώρακα, οπλιτική ασπίδα, κνημίδες, λόγχη και ξίφος, όλα ορειχάλκινα.

Etruscans 1
Ετρούσκος οπλίτης Πρώτης Τάξεως της Αρχαϊκής περιόδου. Φέρει κορινθιακό κράνος, κωδωνόσχημο θώρακα, κνημίδες, οπλιτική ασπίδα και βραχύ οπλιτικό ξίφος (Νέα Υόρκη).
.

Porsena's armyΕτρούσκοι μάχιμοι των Τάξεων Α΄ και Γ΄ στον στρατό του Λαρθ Πορσήνα (πίνακας άγνωστου δημιουργού).

.
Οι Τάξεις Δεύτερη και Τρίτη αντιστοιχούσαν στα μεσαία κοινωνικά στρώματα, τα οποία επιστρατεύονταν μόνο σε καιρό πολέμου. Στην Ρώμη, κάθε μια από αυτές διαιρείτο σε 20 λόχους. Η Δεύτερη Τάξη έφερε τον ίδιο εξοπλισμό με την Πρώτη, αλλά χωρίς θώρακα, και με ιταλική ασπίδα (scutum) αντί της ελληνικής. Η θωράκιση πρέπει να συμπληρωνόταν με καρδιοφύλακα (pactorale). Η Τρίτη Τάξη είχε την ίδια οπλοσκευή με την Δεύτερη, εξαιρουμένων των κνημίδων. Τον στρατό συμπλήρωναν οι Τάξεις Τέταρτη και Πέμπτη, οι οποίες περιελάμβαναν αντίστοιχα τους ακοντιστές και τους σφενδονήτες, δηλαδή τους «ψιλούς» (οι άλλες ετρουσκικές πόλεις διέθεταν και τοξότες). Αυτές οι τάξεις διαιρούντο σε 20 και 30 λόχους αντίστοιχα, όσον αφορά τον ετρουσκο-ρωμαϊκό στρατό.
Εντούτοις ο όγκος των φτωχών ήταν απαλλαγμένος από την στρατιωτική θητεία, τουλάχιστον ως μάχιμοι. Μπορεί να εκτιμηθεί ότι σε περίπτωση πολέμου θα απασχολούνταν στην παραγωγή, στον εφοδιασμό του στρατού, ως μεταφορείς κλπ.
Αυτός ο διαχωρισμός σε Τάξεις, ο οποίος εφαρμοζόταν και στο σύστημα μάχης, ίσως ήταν το πρότυπο για την διαίρεση του ρωμαϊκού στρατού, μεταγενέστερα, σε αστάτους, πρίγκηπες, τριαρίους, βέλητες και ροραρίους. Αλλά ο ρωμαϊκός διαχωρισμός ήταν δημοκρατικότερος επειδή γινόταν με κριτήρια την ηλικία και την εμπειρία των πολεμιστών. Η ετρουσκική ταξική διαίρεση είχε επιπλέον και εθνολογικά κριτήρια, κατά την γνώμη μερικών ερευνητών. Αυτοί θεωρούν ότι οι «γνήσιοι» Ετρούσκοι ήταν οι Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στην Τοσκάνη και έγιναν εκεί ένα ανώτερο επίστρωμα (αντίθετα η σημερινή ιταλική «πατριωτική» άποψη τους θεωρεί γηγενή λαό), αποτελώντας τον κύριο όγκο της Πρώτης Τάξης. Έχει μάλιστα εκτιμηθεί ότι το εθνωνύμιο «Ετρούσκοι» (Rasenna) ίσχυε μόνο για τους αριστοκράτες. Οι εντόπιοι – Oύμβροι (ή Άμβρωνες), Λίγυρες και Λατίνοι – έγιναν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των υπόλοιπων μάχιμων αντρών και των αμάχων δουλοπάροικων. Οι κύριοι πόροι των τυρρηνικών κρατών προέρχονταν από την γεωργική παραγωγή των πολυπληθών δουλοπάροικων. Αυτό το εξαρτημένο πλήθος αποτέλεσε μόνιμη πληγή για την δύναμη των ετρουσκικών στρατών.
.
Περικλής Δεληγιάννης
.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ Β΄ ΜΕΡΟΣ