[Λόγω των τελευταίων δραματικών εξελίξεων στην περιοχή, δίνω προτεραιότητα στο παρόν άρθρο το οποίο ανανέωσα]

Π.Δεληγιάννης

fighters

Πηγή φωτογραφίας:  shark-tank.com 


Βρισκόμαστε πλέον στον Σεπτέμβριο, αλλά ήδη από τον Ιούνιο του 2014 ο Δυτικός κόσμος υπέστη ένα μικρό σοκ από τις αναπάντεχες στρατιωτικές επιτυχίες της IS, πρώην ISIS (Islamic State of Iraq and Al-Shams δηλαδή ‘Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε (Συρίας-Λιβάνου)’ και τώρα  απλά ‘Islamic State’/IS  μετά την τρίτη πρόσφατη αλλαγή του ονόματος της). Τοτε η  εν λόγω οργάνωση τζιχαντιστών Σουνιτών η οποία είχε ήδη καταλάβει τη Φαλούτζα και άλλες σημαντικές πόλεις του Ιράκ (Σουλεϊμάν Μπεγκ, τμήμα της Ραμαντι  κ.α.), κατόρθωσε μετά από σύντομη πολιορκία να καταλάβει τη Μοσούλη, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας (2.000.000 κάτοικοι) και άτυπη πρωτεύουσα του σουνιτικού αραβικού τμήματος της.  Η πτώση της Μοσούλης προκάλεσε συναγερμό όχι μόνο στη Βαγδάτη αλλά και σε αρκετές Δυτικές πρωτεύουσες και στη Μόσχα, οι οποίες βρίσκονται ενώπιον μίας ακόμη αναζωπύρωσης της ισλαμιστικής απειλής.
Σε αυτόν τον «κεραυνοβόλο πόλεμο» της IS μαζί με τους περίπου 10.000 πλέον μάχιμους της, επιχειρούν αρκετές ακόμη χιλιάδες Σουνίτες ισλαμιστές από το Ιράκ, τη Συρία και άλλες μουσουλμανικές χώρες, οι οποίοι δεν ανήκουν απευθείας στην οργάνωση αλλά συμπράττουν μαζί της με σκοπό την κατάληψη της Βαγδάτης και την ανατροπή της κυρίως σιιτικής κυβέρνησης της. Οι προελαύνοντες έχουν ενισχυθεί ακόμη και με Τσετσένους και Νταγκεστανούς μαχίμους, αντιπάλους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σήμερα (Σεπτεμβριος 2014) παρότι ο ιρακινός στρατός και οι σιιτικές εθνοφυλακές απέκρουσαν τους εισβολείς, η Βαγδάτη συνέχιζει να απειλείται από τα δυτικά, από την κατεύθυνση της Φαλούτζα και της Ραμαντί, και από τα βόρεια από την πλευρά της Ντουλουίγια και του Τικρίτ.
Ας δούμε τις καταβολές τις ISIS (τωρινή IS) και τα ευρύτερα γεωπολιτικά και ιστορικά πλαίσια εντός των οποίων εντάσσονται τα πρόσφατα γεγονότα στο βόρειο Ιράκ:

situation

Κατάσταση στις 14 Αυγούστου: Οι περιοχές που έχει καταλάβει η ISIS (ΙΚΙΛ) και οι συμμαχικές της οργανώσεις στο Ιράκ και τη Συρία σημειώνονται με μωβ χρωμα (έλεγχος) και ροζ (επιρροή στις ημιέρημες και έρημες εκτάσεις).  Με πράσινο: οι περιοχές των καθεστώτων της Βαγδάτης και του Ασαντ. Με πορτοκαλί: οι φιλοδυτικοί Σύριοι επαναστάτες. Με κίτρινο: οι Κουρδικές περιοχες  (πηγή: Spiegel).


Η ISIS ιδρύθηκε πριν από μία δεκαετία στο Ιράκ, ως μία από τις πολλές φονταμενταλιστικές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις του Αραβικού Κόσμου οι οποίες ενστερνίζονται το παλαιό Βαχαβιτικό δόγμα για αδιάκοπο «Ιερό πόλεμο» (Τζιχάντ). Ο στόχος της ήταν η δημιουργία Ισλαμικού κράτους στο Ιράκ ή τουλάχιστον στο Βόρειο Ιράκ όπου οι Σουνίτες μουσουλμάνοι πλειοψηφούν. Λόγω των καταβολών της αντλεί μαχίμους από δυσαρεστημένους Σουνίτες Αραβες του βορείου Ιράκ, οι οποίοι κατά κανόνα αποκλείσθηκαν από την εξουσία μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεϊν ο οποίος στήριζε την εξουσία του κυρίως στον σουνιτικό πληθυσμό (από τον οποίο άλλωστε προερχόταν). Η νέα Ιρακινή κυβέρνηση Αλ Μαλίκι είναι κυρίως σιιτική και οι στρατιωτικές δυνάμεις της έχουν προβεί κατά καιρούς σε απρόκλητες βιαιότητες εις βάρος του σουνιτικού πληθυσμού, μάλλον εκδικητικού χαρακτήρα. Φαίνεται πως ο ίδιος ο Μαλίκι δεν μπορεί να τις ελέγξει αποτελεσματικά. Η αλήθεια είναι ότι ο σιιτικός πληθυσμός του Ιράκ υπέφερε πολύ, έχοντας χιλιάδες θύματα κατά τις δεκαετίες της κυριαρχίας του κόμματος Μπάαθ και του Χουσεϊν. Όπως θα δούμε, η ISIS ενισχύεται πλέον και από Σουνίτες της Συρίας οι οποίοι αντιτίθενται στο σιιτικό-αλεβιτικό καθεστώς του Ασαντ.
Είναι προφανές ότι η ISIS αύξησε την επιρροή της και τις περιοχές που ελέγχει, εκμεταλλευόμενη σημαντικά την υπερχιλιετή πλέον διαμάχη ανάμεσα στις δύο κύριες τάσεις εντός του Ισλάμ, τους Σουνίτες και τους Σιίτες. Το σχίσμα ανάμεσα στους δύο κλάδους χρονολογείται αμέσως μετά τον θάνατο του Προφήτη Μωάμεθ και ο κύριος λόγος διαφωνίας τους έγγυτο στο ποιος θα έπρεπε να είναι ο ηγέτης του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Οι Σιίτες είναι οι απόγονοι των υποστηρικτών του Αλή, γαμβρού του Μωάμεθ, ενώ οι Σουνίτες είναι οι απόγονοι εκείνων που αντιτάχθηκαν σε αυτήν την προοπτική. Τελικά ο Αλή και οι γιοι του έχασαν τη ζωή τους σε αυτή τη διαμάχη, αλλά το σχίσμα για τον Ισλαμικό Κόσμο (ανάλογο της διαίρεσης των Χριστιανών σε Ορθοδόξους, Καθολικούς, Προτεστάντες κ.α.) είχε συντελεσθεί. Οι Σουνίτες είναι σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία εντός του Ισλάμ συνιστώντας περί το 86-88 % των 1,6 δισεκατομμυρίων μουσουλμάνων του κόσμου. Η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και η Ινδονησία είναι μερικές μεγάλες χώρες στις οποίες οι Σουνίτες συνιστούν άνω του 90 % του ισλαμικού πληθυσμού.
Οι Σιίτες συνιστούν μόλις το 10 % του παγκόσμιου μουσουλμανικού πληθυσμού και πλειοψηφούν μόνο σε τέσσερις από τις περίπου 50 μουσουλμανικές χώρες του πλανήτη: στο Ιράν το οποίο είναι από αιώνες ο κύριος υπερασπιστής των απανταχού Σιιτών, στο Αζερμπαϊτζάν, στο Ιράκ και στο Μπαχρέιν. Μεγάλες σιιτικές μειονότητες υπάρχουν στις Υεμένη, Συρία, Λίβανο, Κατάρ, Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν, Αφγανιστάν και αλλού. Οι Αλεβίτες είναι ένα αρκετά γνωστό παρακλάδι των Σιιτών.

ethnic groups
Οι εθνο-θρησκευτικές ομάδες του Ιρακ και οι σημαντικότερες πόλεις (source:ReliefWeb).

Η εθνο-θρησκευτική σύνθεση του Ιράκ και της Συρίας οι οποίες θα μας απασχολήσουν στο παρόν άρθρο, είναι η ακόλουθη. Στο Ιράκ, οι Σιίτες Αραβες συνιστούν περί το 60 % του πληθυσμού, οι Σουνίτες Αραβες περί το 15-20 %, οι Κούρδοι (κυρίως Σουνίτες) άνω του 15 % και οι άλλες μειονότητες (Τουρκομάνοι, Ασσύριοι κ.α.) το υπόλοιπο ποσοστό. Η τωρινή ηγεσία ελέγχεται από τους Σιίτες, σε αντίθεση με την σουνιτική πρωτοκαθεδρία επί Σαντάμ Χουσεϊν. Στη Συρία, οι Σουνίτες Αραβες συνιστούν το 60 % του πληθυσμού, οι Σιίτες Αραβες το 12 %, οι Κούρδοι (συντριπτικά Σουνίτες) το 10 %, οι χριστιανοί το 10 % και οι άλλες μειονότητες (Τουρκμομάνοι, Δρούζοι κ.α.) το υπόλοιπο ποσοστό. Οι Τουρκμομάνοι είναι Σουνίτες ενώ οι Δρούζοι συνιστούν αποκομμένο κλάδο των Σιιτών. Η οικογένεια Ασαντ και οι περισσότεροι συνεργάτες της είναι Αλεβίτες Σιίτες.
Ο διαχωρισμός των Αράβων των δύο εν λόγω χωρών σε Σουνίτες και Σιίτες τυγχάνει να ταυτίζεται χονδρικά με την απώτερη διαφορετική εθνολογική καταγωγή των συγκεκριμένων αραβικών πληθυσμών, ενδεχομένως όχι τυχαία. Οι Σουνίτες Αραβες του Ιράκ και της Συρίας κατάγονται κυρίως από Χουρρίτες, έναν μη-σημιτικό γηγενή λαό της 3ης-2ης χιλιετίας π.Χ. ο οποίος εκ-σημιτίσθηκε από τα κύματα Σημιτών (Ακκαδίων, Αραμαίων κ.α.) που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του. Οι αρχαίοι Ασσύριοι (του σημερινού βορείου Ιράκ) ήταν κυρίως εκ-σημισθέντες Χουρρίτες. Οι σύγχρονοι Κούρδοι κατάγονται σε μεγάλο βαθμό από το τμήμα του ίδιου λαού το οποίο αντίθετα εξιρανίσθηκε (υιοθέτησε την ιρανική γλώσσα) και συσπειρώθηκε γύρω από την πανάρχαια φυλή/δυναστεία  Γκούτι ή Κούτι, Κούρτι, Κούρντου (Guti, Quti, Qurtie, Qurti ή Kurdu) του Ζάγρου η οποία έδωσε το όνομα της στο νέο λαό που σχηματίσθηκε (Κούρντοι, γνωστοί ως Καρδούχοι στους αρχαίους Ελληνες). Αντίθετα, οι Σιίτες του Ιράκ κατάγονται κυρίως από τους αρχαίους Σουμέριους οι οποίοι εκσημιτίσθηκαν σταδιακά, ενώ οι Σιίτες της Συρίας λόγω της παρουσίας τους κυρίως στα δυτικά της χώρας, φαίνεται πως κατάγονται κυρίως από Αμορρίτες, έναν πρωτοσημιτικό λαό ο οποίος είχε αναμειχθεί σε σημαντικό βαθμό με τους Νεολιθικούς γηγενείς της χώρας. Ενδεχομένως η ιδιοσυγκρασία και η «φυλετική μνήμη» των απώτερων προγόνων των Σουνιτών και Σιιτών Αράβων των δύο χωρών, να τους εξώθησε στην επιλογή του ενός ή του άλλου μουσουλμανικού δόγματος.
Στο Λίβανο όπου οι Αραβες συγκροτούν το 95 % του πληθυσμού, οι Σιίτες συνιστούν το 30 %, οι Σουνίτες το 25 % και οι Δρούζοι το 5%. Οι υπόλοιποι Λιβανέζοι είναι χριστιανοί.
Οι τρεις αναφερόμενες χώρες, εδάφη των οποίων διεκδικεί η ISIS, έχουν υποφέρει αρκετά από την εσωτερική διαμάχη Σιιτών-Σουνιτών κατά τον 20ο αιώνα η οποία συνεχίζεται και κατά τον 21ο. Στο Ιράκ, οι Σουνίτες απάντησαν στην πρόσφατη απώλεια της εξουσίας με φονικές βομβιστικές επιθέσεις που προκάλεσαν εκατοντάδες θύματα και οι Σιίτες ανταπάντησαν με συγκρότηση παραστρατιωτικών ομάδων (ανεξάρτητων από τον «σιιτοκρατούμενο» στρατό) οι οποίες ανταπέδωσαν τα κτυπήματα με απαγωγές και φόνους. Στον δε εμφύλιο της Συρίας, παρότι αρχικά οι αντιμαχόμενες δυνάμεις δεν υποστηρίζονταν με σαφήνεια από ορισμένες θρησκευτικές ομάδες, όσο περνά ο καιρός αυτή η τάση τείνει να επικρατήσει: σήμερα οι εξεγερθέντες εναντίον του καθεστώτος Ασαντ αποτελούνται κυρίως από Σουνίτες, ενώ το καθεστώς υποστηρίζεται κυρίως από τους Σιίτες και τους χριστιανούς. Οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν πετύχει εδώ και μία δεκαετία ένα σημαντικό βαθμό αυτονομίας της περιοχής τους, ενώ και οι Κούρδοι της Συρίας έχουν πετύχει de facto το ίδιο. Γενικά οι Κούρδοι και οι Τουρκομάνοι παρότι κυρίως Σουνίτες, δεν μετέχουν στην εν λόγω ενδοαραβική αντιπαράθεση των δύο μουσουλμανικών τάσεων, εξυπηρετώντας τα εθνικά τους συμφέροντα. Ειδικά οι Κούρδοι προκαλούν μόνιμο εκνευρισμό στη γειτονική Τουρκία της οποίας ο πληθυσμός είναι κουρδικός περί το 30 %, και η οποία βλέπει ανήσυχη άλλο ένα τμήμα των Κούρδων (εκείνους της Συρίας) να αυτονομείται. Ωστόσο χρησιμοποιεί τις τουρκομανικές (τουρκικές) μειονότητες της Συρίας και του Ιράκ ως περιορισμένο αντίβαρο.
Στο Λίβανο, οι Σιίτες είναι αρκετά ισχυροί χάρη και στην παρουσία της δραστήριας σιιτικής φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεσμπολά. Ωστόσο και οι Σουνίτες παραμένουν ισχυροί στη χώρα χάρη στη σαουδαραβική οικονομική υποστήριξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια, αρκετοί Σιίτες και Σουνίτες του Λιβάνου έσπευσαν μαζικά στη Συρία προκειμένου να καταταγούν αντίστοιχα στις δυνάμεις του Ασαντ και στις δυνάμεις των πολέμιων του.

kurd forces
Κούρδοι μάχιμοι «πεσμεργκά» στο βόρειο Ιράκ.

Η ISIS ήταν αρχικά μία οργάνωση μικρής ισχύος η οποία ενισχύθηκε σταδιακά με νέες στρατολογήσεις και οικονομική ενίσχυση από τα σουνιτικά κράτη του Περσικού Κόλπου, κυρίως από τη Σαουδική Αραβία η οποία κατά την πάγια τακτική της, προσπαθεί να περιορίσει τους απανταχού Σιίτες και τους Ιρανούς υποστηρικτές τους. Γενικά η Σαουδική Αραβία και δευτερευόντως η Αίγυπτος έχουν αναλάβει από καιρό τον ρόλο του κύριου υποστηρικτή των Σουνιτών, ενώ το Ιράν τον αντίστοιχο ρόλο για τους Σιίτες. Το Ιράν ενισχύει με διάφορους τρόπους τους Σιίτες του Ιράκ, το καθεστώς του Ασαντ, τη Χεσμπολά στο Λίβανο και την Παλαιστίνη κ.α.
Η εξέγερση εναντίον του Ασαντ στη γειτονική Συρία, έδωσε την ευκαιρία στην ιρακινή ISIS η οποία διέθετε εκεί και νωρίτερα κάποια ερείσματα, να επεκταθεί ραγδαία στις σουνιτικές περιοχές της χώρας και να θέσει πρόσφατα υπό τον έλεγχο της το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής πόλης-κόμβου Αρ-Ρακκά. Επίσης διαθέτει υποστηρικτές μεταξύ των Σουνιτών του Λιβάνου, επιζητώντας πλέον την επέκταση και σε αυτήν τη χώρα, του Ισλαμικού χαλιφάτου που σκοπεύει να ιδρύσει.
Ωστόσο η ISIS υποβοηθήθηκε στο Ιράκ και από την κατάρρευση της οικονομίας και την εξαθλίωση του πληθυσμού. Οι καταστροφικοί πόλεμοι του Ιράκ με το Ιράν (1980-88) και στη συνέχεια οι δύο Πόλεμοι του Κόλπου (1991 και 2003) εναντίον των Δυτικών συμμάχων επέφεραν την αποσύνθεση της οικονομίας τής κατά τα άλλα πλούσιας σε πετρέλαιο χώρας (το Ιράκ διαθέτει το τρίτο μεγαλύτερο κοίτασμα πετρελαίου στον πλανήτη). Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τον ακήρυκτο εμφύλιο Σιιτών-Σουνιτών μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων (2011) και από τη διαφθορά η οποία έχει καταστεί ανεξέλεγκτη. Αυτή η κατάσταση οδήγησε χιλιάδες οργισμένους Σουνίτες στους κόλπους της ISIS και των οργανώσεων και πολεμικών ομάδων που συμπράττουν μαζί της, αλλά και πολλούς δυσαρεστημένους πρώην αξιωματούχους, στρατιώτες και απόστρατους αξιωματικούς του καθεστώτος Χουσεϊν και του κόμματος Μπάαθ οι οποίοι αποκλείσθηκαν από την εξουσία και τον στρατό. Ετσι η ISIS κατόρθωσε να θέσει υπό τον έλεγχο της το βορειοδυτικό τμήμα του Ιράκ.

Syrian civil war

Ο διαμοιρασμός του συριακού εδάφους στα τέσσερα κύρια «στρατόπεδα»: στο καθεστώς Ασαντ (ροζ χρώμα), το φιλο-δυτικό αντι-Ασαντικό κίνημα (πράσινο), την ISIS(γκρι) και τους αυτόνομους πλέον συριακούς Κούρδους (κίτρινο).

Στη γειτονική Συρία, η ISIS βρήκε πολλούς υποστηρικτές ειδικά μεταξύ των αντι-Ασαντικών Σουνιτών οι οποίοι δεν ήθελαν να ενταχθούν στους υποκινούμενους από τη Δύση εξεγερθέντες Σουνίτες ακριβώς λόγω της αντίθεσης τους στις Δυτικές δυνάμεις. Οι συγκεκριμένοι αντι-Ασαντικοί, συνήθως φονταμενταλιστές και τζιχαντιστές, οι οποίοι δεν ήθελαν να ενταχθούν στο «επίσημο» αντι-Ασαντικό αλλά φιλοδυτικό κίνημα, προτίμησαν την ένταξη στην τζιχαντική ISIS. Ετσι σύντομα και «αθόρυβα» η τελευταία έθεσε υπό τον έλεγχο της το ανατολικό τμήμα της χώρας στο οποίο η σουνιτική παρουσία είναι πιο έντονη. Ωστόσο και στη Συρία, η ISIS υποβοηθήθηκε από τη διαφθορά των αξιωματούχων του καθεστώτος και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Σήμερα το συριακό έδαφος έχει διαμοιραστεί στα τέσσερα κύρια «στρατόπεδα»: το καθεστώς Ασαντ, υποστηριζόμενο από τη Ρωσία και το Ιράν, το φιλο-δυτικό αντι-Ασαντικό κίνημα, την ISIS και τους αυτόνομους συριακούς Κούρδους.
Η ISIS συνέχιζε να κτίζει τη δύναμη της με τις Δυτικές δυνάμεις σε θέση παρατηρητή μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ (2011). Το νέο Ιράκ δεν αποδείχθηκε ικανό να αντιμετωπίσει την απειλή των τζιχαντιστών και το πιο απογοητευτικό ήταν οι επιδόσεις του στρατού του. Παρότι οι ιρακινές δυνάμεις στη Μοσούλη ήταν 15 φορές μεγαλύτερες από τους επιτιθέμενους, πολλοί στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους χωρίς καν να εμπλακούν, αφήνοντας τον αμερικανικό εξοπλισμό τους στα χέρια της ISIS. Άλλοι στρατιώτες, μάλλον Αραβες Σουνίτες, προτίμησαν να προσχωρήσουν στους επιτιθέμενους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως τόσες μεγάλες πόλεις του βορείου Ιράκ πέρασαν υπό τον έλεγχο της ISIS, ωστόσο πρέπει να τονισθεί ότι ο πληθυσμός τους ήταν κυρίως σουνιτικός αραβικός, δηλαδή φιλικός προς εκείνη, με την εξαίρεση της Φαλούτζα της οποίας οι κάτοικοι είναι μικτοί Σουνίτες και Σιίτες.

ΝΥ Times Shia militia
Σιίτες εθνοφυλακες στη Βαγδάτη (New York Times).  Παρατηρείστε τα σουμεριακά  χαρακτηριστικά του δεξιού μαχίμου.

Η αυτόνομη Κουρδική πολιτεία του Ιράκ διεκδικούσε ήδη από τη συγκρότηση της την ιδιαίτερα σημαντική πόλη του Κιρκούκ με την πετρελαιοπαραγωγό περιοχή της, με το επιχείρημα ότι ο πληθυσμός της είναι κυρίως κουρδικός. Στην πραγματικότητα ο πληθυσμός του Κιρκούκ είναι μικτός αραβικός-σουνιτικός και κουρδικός. Το Κιρκούκ παρέμεινε υπό τον ιρακινό έλεγχο, ωστόσο ο κίνδυνος να καταληφθεί και αυτή η μεγάλη πόλη από τους εξτρεμιστές της ISIS επέφερε την κατάληψη του από τις κουρδικές δυνάμεις «πεσμεργκά» (οι οποίες φέρουν την παραδοσιακή ονομασία ενός επίλεκτου σώματος του σασσανιδικού και άλλων ιρανικών στρατών), ενδεχομένως με την παρακίνηση των ΗΠΑ και με την ανοχή της κυβέρνησης Αλ Μαλίκι. Οι δύο τελευταίοι προτιμούν την κατάληψη του Κιρκούκ από τους Κούρδους τους οποίους θεωρούν ότι μπορούν να απομακρύνουν μετά την σχεδιαζόμενη ανατροπή της προέλασης της ISIS, παρά την κατάληψη της από την τελευταία η οποία θα εξασφάλιζε έτσι τα έσοδα από την παραγωγή πετρελαίου της πόλης με συνέπεια την υπέρμετρη ισχυροποίηση της με όπλα και μουσουλμάνους μισθοφόρους. Γενικά, με μεγάλα τμήματα του βορείου Ιράκ υπό τον έλεγχο της ISIS και με τις υπόλοιπες βόρειες περιοχές να είναι σχεδόν αποκομμένες από τη Βαγδάτη, οι κουρδικές δυνάμεις «πεσμπεργκά» αποτελούμενες από πεζικό, πυροβολικό και μερικές μηχανοκίνητες μονάδες, φαίνονται οι μόνες αξιόπιστες για να αποτρέψουν την κατάληψη όλου του βορείου Ιράκ από τους φονταμενταλιστές και να τους ασκήσουν πίεση αντιπερισπασμού έτσι ώστε ο (σιιτικός) ιρακινός στρατός και η σιιτική εθνοφυλακή και παραστρατιωτικές δυνάμεις του Νότου να ανασυγκροτηθούν και να περάσουν στην αντεπίθεση με στόχο την ανακατάληψη των απολεσθέντων περιοχών.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το Ιράκ θα επιβιώσει ως κράτος ή αν θα διασπαστεί μέσα στα επόμενα χρόνια σε τρεις νέες κρατικές οντότητες (σιιτική, σουνιτική και κουρδική). Ενδεχομένως και η Συρία διατρέχει ανάλογο κίνδυνο, αν και η κρατική συνοχή της είναι ισχυρότερη από εκείνη του Ιράκ. Η ISIS δεν κρύβει ότι ο στόχος της είναι η δημιουργία ενός χαλιφάτου στις δύο χώρες με προσωρινά πολιτικά κέντρα τη Μοσούλη και την Αρ-Ρακκά και μελλοντικά τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Η πρόσφατη αλλαγή του ονόματος της σε απλά ‘Islamic State’ (Ισλαμικό Κράτος) χωρίς γεωγραφικό προσδιορισμό πλέον, είναι δείγμα της πρόθεσης της οργάνωσης να κυριαρχήσει πλέον σε όλο τον Μουσουλμανικό κόσμο των 1,6 δισεκατομμυρίων  πιστών.


Περικλής Δεληγιάννης