harquebus
Κοντόκαννο αρκεβούζιο (κάτω) και πιστόλα (ανω) Πολωνών ουσάρων (πηγή: kismeta.com).

429Πανοπλίες και κράνη ουσάρων, περί τα μέσα του 17ου αιώνα (Εθνικό Μουσείο, Κρακοβία). Η πανοπλία στο βάθος συνοδεύεται από την περίφημη κατασκευή φτερών η οποία προσαρμοζόταν στη σέλα.

Το 1386 το Πολωνικό Bασίλειο και το Λιθουανικό Mεγάλο Δουκάτο συνδέθηκαν με προσωπική ένωση υπό τους Λιθουανούς Γιαγκελόνους (Jagiello) μονάρχες. O Λαδίσλαος (Βλαδίσλαος) Β΄ Γιαγκέλo, δούκας της Λιθουανίας, νυμφεύθηκε τη βασίλισσα της Πολωνίας Εδβίγη. Το βασιλικό ζεύγος ένωσε τις κτήσεις του σχηματίζοντας ένα ισχυρό ρωμαιοκαθολικό βασίλειο με κέντρο την Κρακοβία, το οποίο περιελάμβανε μεγάλες ανατολικοευρωπαϊκές εκτάσεις. Το νέο κράτος περιελάμβανε μεγάλο μέρος της σύγχρονης Πολωνίας, τη Λιθουανία, τη μεταγενέστερη Λευκορωσία, το μεγαλύτερο μέρος της Ουκρανίας και τμήματα της σύγχρονης Ρωσίας. Τα γιαγκελόνια σύνορα βρίσκονταν αρκετά κοντά στις ρωσικές μητροπόλεις Μόσχα, Νόβγκοροντ και Τβερ. Το 1410 οι πολωνικές-λιθουανικές δυνάμεις συνέτριψαν τους Τεύτονες Ιππότες στη μάχη του Γκρούνβαλντ (Τάννενμπεργκ), εξασφαλίζοντας οριστικά τη διέξοδο στη Βαλτική για το δυαδικό βασίλειο τους. Τότε οι Λιθουανοί ανέκτησαν από το Τευτονικό Τάγμα τη Σαμογιτία. Λίγο αργότερα οι ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας έγιναν υποτελείς του Λαδίσλαου, με αποτέλεσμα η πολωνική-λιθουανική ισχύς να επεκταθεί έως τον Εύξεινο Πόντο. Η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία κυβερνάτο από μία Δίαιτα (κοινοβούλιο) αριστοκρατών και έναν αιρετό μονάρχη, ο οποίος εκλεγόταν από τους Πολωνούς ευγενείς μεταξύ των Λιθουανών δουκών. Οι ευγενείς επισφράγισαν την πολωνική-λιθουανική ενότητα το 1413 με σχετική συνθήκη. Η καθολική Κοινοπολιτεία αντιμετώπιζε την απειλή των Οθωμανών στα νότια σύνορα της και των ορθοδόξων Ρώσων στα ανατολικά. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των υπηκόων της είχε ρωσική καταγωγή (οι οποίοι αργότερα μετεξελίχθηκαν στα έθνη των Ουκρανών και των Λευκορώσων). Παράλληλα, η Πολωνία-Λιθουανία ακολουθούσε επεκτατική πολιτική έναντι των Γερμανών με τους οποίους συνόρευε στα βόρεια και στα δυτικά της. Ο Λαδίσλαος Γ΄, ο οποίος ήταν και βασιλιάς της Ουγγαρίας, προσπάθησε να ανακόψει την τουρκική προέλαση στη Βάρνα της Βουλγαρίας αλλά ηττήθηκε (Νοέμβριος 1444) και η Κοινοπολιτεία έχασε οριστικά τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Αντίθετα, οι Πολωνοί-Λιθουανοί πέτυχαν μεγάλες νίκες επί των Γερμανών. Το 1454 απέσπασαν εδάφη από τους Τεύτονες Ιππότες με τους οποίους ενεπλάκησαν στον σκληρό «Δεκατριαετή πόλεμο». Ο πόλεμος έληξε το 1466 βρίσκοντας νικήτρια την Κοινοπολιτεία η οποία επέβαλε την επικυριαρχία της στους Τεύτονες και τους απέσπασε την Πομερελλία, την Ερμλανδή και τον στρατηγικό λιμένα του Γκντανσκ (Ντάντσιχ). Οι Πολωνοί-Λιθουανοί κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τη γερμανική αντεπίθεση και τους Οθωμανούς, αλλά δεν κατάφεραν το ίδιο με τους Ρώσους. Από τα μέσα του 15ου αι. το επιθετικό μεγάλο δουκάτο της Μοσχοβίας πίεσε αφόρητα τη Λιθουανία κατορθώνοντας να της αποσπάσει μεγάλες εκτάσεις με ρωσικό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων πόλεων Σμολένσκ και Τσερνίγκοφ. Το 1514 οι Πολωνοί-Λιθουανοί νίκησαν συντριπτικά τον μοσχοβίτικο στρατό στη μάχη της  Όρζα (Orsza, 1514) .

1658

Η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία (αποκαλούμενη και άτυπα ως  “αυτοκρατορία”) το 1658. Ηταν ένα από τα μεγαλύτερα κράτη του κόσμου με πληθυσμό περίπου 10.000.000 κατοίκων.

Tο 1569 τα δύο συμβαλλόμενα μέρη της Πολωνικης-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας ενώθηκαν και συνταγματικά ενισχύοντας τη συνοχή του κράτους.  Το 1592 το δυαδικό Bασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας (στην πραγματικότητα μία βασιλευόμενη «δημοκρατία» και ουσιαστικά μία ολιγαρχία των ευγενών των δύο χωρών), είχε φθάσει στο απόγειο της ισχύος του εξουσιάζοντας τεράστιες εκτάσεις από τις ακτές της Βαλτικής Θάλασσας έως τις μητροπόλεις της Ρωσίας Σμολένσκ και Τσερνίγκοφ και τα σύνορα του Χανάτου της Κριμαίας. Το βασίλειο ευημερούσε διαθέτοντας σφριγηλή οικονομία και έναν ολιγάριθμο αλλά ισχυρό στρατό, ο οποίος βασιζόταν στο εξαίρετο ιππικό των ουσάρων και των κοζάκων.

Οι κοζάκοι, οι ελεύθεροι ιππομάχοι της στέππας, κυρίως σλαβικής και ταταρικής προέλευσης, είναι αρκετά γνωστοί. Ειδικα όμως οι ουσάροι κατέστησαν  η «αιχμή του δόρατος» του πολωνικού-λιθουανικού στρατού αποτελώντας ένα σώμα βαρέου ιππικού υψηλής εκπαίδευσης, μεγάλης ευελιξίας και μεγάλης ισχύος κρούσης.

Το πρώτο σώμα ουσάρων της Κοινοπολιτείας ιδρύθηκε περί το 1500, από Σέρβους, Ούγγρους και Κροάτες μισθοφόρους ιππείς, οι οποίοι αποκαλούντο «ουσάρια» (usaria). Οι αναφερόμενοι ιππείς δεν έφεραν θωράκιση, φέροντας μόνο λόγχη ιππικού, ασπίδα και ξίφος. Λόγω της ταχύτητας τους στον καλπασμό χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των Τατάρων της νότιας Ουκρανίας και της Κριμαίας οι οποίοι λυμαίνονταν τις νότιες επαρχίες της Πολωνίας-Λιθουανίας και τους οποίους συνέτριψαν σε αιματηρή μάχη το 1506. Οι Πολωνοί, οι οποίοι διέθεταν ήδη εξαίρετο ιππικό, εντυπωσιάσθηκαν από τον ουσαρικό τρόπο πολέμου. Τον συνέκριναν με τον άτεχνο τρόπο πολέμου των μεσαιωνικών δυτικοευρωπαίων ιπποτών, τον οποίο ακολουθούσαν έως τότε, και διαπίστωσαν ότι η πολεμική τέχνη των ουσάρων ήταν καταλληλότερη για το πολωνικό ιππικό. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί Πολωνοί και ακολούθως Λιθουανοί ευγενείς, εξοπλίσθηκαν ως ουσάροι. Ο πολωνικός-λιθουανικός στρατός ο οποίος συνέτριψε τους Ρώσους το  1514  περιελάμβανε σημαντικό ποσοστό ουσάρων. Στο εξής ο αριθμός των τελευταίων αυξήθηκε ραγδαία. Κατά το πρώτο μισό του 16ου αι., ο αριθμός των Πολωνών-Λιθουανών ιπποτών μειωνόταν διαρκώς υπέρ εκείνου των ουσάρων, με αποτέλεσμα οι δεύτεροι να εξελίσσονται στο κύριο όπλο του κοινοπολιτειακού στρατού.

Hussaria
Σύγχρονη αναπαράσταση επέλασης Πολωνών-Λιθουανών «φτερωτών» ουσάρων. Παρατηρείστε την κατασκευή των φτερών στη ράχη τους.

Σταδιακά οι ουσάροι άρχισαν να φορούν πανοπλία, καθιστάμενοι ένα ημιθωρακισμένο ταχύ ιππικό, το οποίο δεν έφερε τη βαριά και περιττή πλέον πανοπλία των ιπποτών η οποία θα μείωνε πολύ την ταχύτητα του καλπασμού τους. Εκτός από την ασπίδα τους, έφεραν μόνο κράνος και αλυσοθωράκιση και μερικοί ήταν προστατευμένοι με καρδιοφύλακες (ελασμάτα θωράκισης στήθους). Έως το 1600 ολόκληρη η θωράκιση τους αποτελείτο από μεταλλικά ελάσματα (στήθους, ράχης, άκρων κ.α.). Η κατασκευή των φτερών στη ράχη τους ήταν το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της εμφάνισης τους, παρότι δεν την έφεραν πάντοτε στη μάχη. Η αναφερόμενη κατασκευή χρησιμοποιείτο στη μάχη για λόγους «ψυχολογικού πολέμου»: ο κυματισμός και ο θόρυβος των μακρών φτερών καθιστούσε την ουσαρική επέλαση περισσότερο τρομακτική. Ο επενδύτης των ουσάρων, πέρα από τα παντελόνια και τις μπότες τους, αποτελούσε μετεξέλιξη του αντίστοιχου ενδύματος των Ούγγρων και Νοτιοσλάβων ευγενών. Επίσης φορούσαν, κυρίως ως επίσημη στολή αλλά και στη μάχη, δέρμα αγρίων ζώων αναρτημένο γύρω από τους ώμους τους. Τα δέρματα λεοπαρδάλεων ή τίγρεων ήταν τα προτιμότερα, εντούτοις λόγω της δυσκολίας προμήθειας τους από τις τροπικές χώρες, πολλοί ουσάροι έφεραν δέρματα λύκου, αρκούδας ή λύγκα.

Ο μεγάλος Πολωνός βασιλιάς Στέφανoς Μπάτορυ (1576-1586) ασχολήθηκε συστηματικά με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ουσάρων, τελειοποιώντας την εκπαίδευση τους και θέτοντας κανονισμούς στην προστασία τους με πανοπλία, έτσι ώστε η επέλαση τους να μην απωλέσει την ταχύτητα της. Επίσης ο Μπάτορυ αύξησε τους μισθούς των ουσάρων σε επίπεδο μεγαλύτερο από εκείνους των κοζάκων (οι οποίοι ήταν έως τότε οι καλύτερα αμειβόμενοι ιππείς) και καθιέρωσε πρόσθετες αμοιβές για όσους ουσάρους υπηρετούσαν στον κοινοπολιτειακό στρατό για διάστημα μεγαλύτερο του προβλεπόμενου. Ήδη από τον (πρώτο) Λιβονικό πόλεμο (1557-70) οι ουσάροι ήταν διπλάσιοι σε αριθμό από τους ιππότες. Έως το τέλος του 16ου αι., οι τελευταίοι είχαν εξαφανισθεί. Από την άποψη της εθνικής καταγωγής, οι περισσότεροι ουσάροι ήταν Πολωνοί, ακολουθούμενοι από Λιθουανούς και λιγότερο από άνδρες άλλων εθνοτήτων, κυρίως Ουκρανούς και Λευκορώσους. Κατά τις περιόδους ειρήνης, οι ολιγάριθμες μόνιμες δυνάμεις της Πολωνίας-Λιθουανίας αποτελούντο κυρίως από ουσάρους.

swords
Ουσαρικές σπάθες ιππικού.

Οι τακτικές των ουσάρων υπήρξαν υψηλού επιπέδου, καθιστώντας κατά την άποψη πολλών μελετητών το πολωνικό ιππικό το καλύτερο ευρωπαϊκό από τις αρχές του 16ου αι. έως το 1626 περίπου. Η ταχύτητα της επέλασης τους και η δυνατότητα εκτέλεσης δύσκολων ελιγμών επέτρεψαν στους Πολωνούς ουσάρους να συντρίψουν ταταρικούς, οθωμανικούς, ρωσικούς, γερμανικούς και σουηδικούς στρατούς κατά τα 100 και πλέον χρόνια της μεγάλης ακμής τους. Κατά κανόνα οι ουσάροι παρατάσσονταν σε 3 ή 4 γραμμές μάχης ανάλογα με τον αριθμό τους ή τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά του πεδίου της μάχης. Συχνά η τελευταία γραμμή χρησιμοποιείτο προκειμένου να αποτρέψει ελιγμούς υπερκέρασης από τον εχθρό. Μετά τα μέσα του 17ου αι. οι ουσάροι παρατάσσονταν σε δύο γραμμές. Κατά την επέλαση εναντίον του εχθρού, καθώς πλησίαζαν για να συγκρουσθούν μαζί του, πύκνωναν τις τάξεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο με σχηματισμό «γόνατου παρά γόνατο» όπως αποκαλείται, και αύξαναν την ταχύτητα καλπασμού προκειμένου να καταφέρουν το μέγιστο δυνατό πλήγμα στον αντίπαλο. Η ελαφριάς κατασκευής πανοπλία τους, συγκριτικά με την πανοπλία των παλαιότερων δυτικών ιπποτών, τους έδινε τα πλεονεκτήματα της μεγάλης ταχύτητας καλπασμού, της δυνατότητας ταχείας αλλαγής κατεύθυνσης και εκτέλεσης δύσκολων ελιγμών, και της ταχείας επιτάχυνσης του καλπασμού μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αφού τα άλογα τους δεν καταπονούνταν από το βάρος του μετάλλου. Εξάλλου οι παλαιότεροι δυτικοευρωπαίοι ιππότες ενδιαφέρονταν περισσότερο για την προστασία τους με βαριά αδιάτρητη πανοπλία, παρά για την ταχύτητα της επέλασης.
Όταν οι ουσάροι κινούντο σε πορεία εκστρατείας ή όταν λάμβαναν θέσεις μάχης, κινούντο με ελεύθερο τρόπο. Η παρακμή τους αρχίζει με την ήττα τους από τους Σουηδούς πυροβολητές του Γουσταύου Αδόλφου το 1626. Ο μεγάλος Σουηδός βασιλιάς δεν μπορούσε να βρει άλλη «απάντηση» στις ουσαρικές εφόδους από τη χρήση ισχυρών πυροβόλων όπλων. Από την άλλη πλευρά, ο Γουσταύος Αδόλφος ζητούσε από τους βαρείς ιππείς του να μιμούνται την επίθεση των Πολωνών-Λιθουανών ουσάρων.

Περικλής Δεληγιάννης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
(1) THE CAMBRIDGE HISTORY OF POLAND TO 1696, Cambridge University Press 1950.
(2) Fedorowicz J.K. (editor): A REPUBLIC OF NOBLES: STUDIES IN POLISH HISTORY TO 1864, University of Western Ontario, Cambridge University Press 1982.
(3) Brzezinski Rich. & McBride Angus: POLISH ARMIES 1569-1696 (1) και (2), Oxford 2000.