Metropolitan museum of art

Ο τυπικός αρχαίος ελληνικός μυώδης θώρακας της Υστερης Κλασσικής και της Ελληνιστικής περιόδου. Ο συγκεκριμένος ανήκει στον 4ο αι. πΧ. Μετά τη μάχη των Λευκτρων, ο Σπαρτιατικός και οι άλλοι ελληνικοί οπλιτικοί στρατοί  υιοθέτησαν τη χρήση του  (Metropolitan Museum of Art,  photo by ‘Emiliano Zapata’).

Ο  παλαιός κωδωνόσχημος θώρακας (προερχόμενος από τη Γεωμετρική περιοδο) αποτέλεσε τον βασικό θώρακα του Έλληνα οπλίτη της Αρχαϊκής (700-479 πΧ) και ήταν ο πλέον δημοφιλής για τους Σπαρτιάτες της εποχής. Περί τα τέλη του 6ου αιώνα πΧ, οι οπλίτες που έφεραν μεταλλικό θώρακα προσάρμοσαν σε αυτόν μια μονή και αργότερα διπλή σειρά από μεταλλικές, δερμάτινες ή λινές λωρίδες (πτέρυγες), συμπληρώνοντας την προστασία του κάτω μέρους του σώματος τους. Την ίδια εποχή υπήρξε μια μαζική στροφή των Ελλήνων οπλιτών προς τον λινό θώρακα, και δευτερευόντως προς τον δερμάτινο. Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. ο λινός εκτόπισε σε μεγάλο βαθμό τον δερμάτινο και περιόρισε την χρήση του μεταλλικού, γινόμενος ο πιο δημοφιλής ελληνικός θώρακας. Οι λινοί και οι δερμάτινοι θώρακες δεν χρησιμοποιήθηκαν σε αξιόλογο βαθμό από τους Σπαρτιάτες (ομοίους), ωστόσο φαίνεται ότι επικρατούσαν στις άλλες κατηγορίες Λακεδαιμόνιων. Οι θώρακες από εύκαμπτο υλικό μπορούσαν να είναι εν μέρει καλυμμένοι με ορειχάλκινες φολίδες ή πλάκες που ήταν ραμμένες στην βάση (υποκάμισο) από λινό ή δέρμα. Αυτές οι παραλλαγές δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν ποτέ από τους Σπαρτιάτες ή γενικά τους Λακεδαιμόνιους.
Μετά τους Περσικούς πόλεμους, η εγχάρακτη απόδοση της ανδρικής ανατομίας του κωδωνόσχημου θώρακα έγινε ανάγλυφη, εξελίσσοντας τον σε νέο τύπο, τον μυώδη ή ανατομικό. Παράλληλα η κωδωνοειδής απόληξη του «κατέβηκε» βαθμιαία προς τα κάτω, καλύπτοντας την κοιλιά και την βουβωνική περιοχή, υποκαθιστώντας έτσι την αρχαϊκή μήτρα. Στην τελική μορφή του ανατομικού θώρακα, οι μύες αποδίδονται πιστά επί της επιφάνειας του. Παράλληλα η προστασία του κάτω μέρους του κορμού δίδεται από δύο σειρές δερμάτινων ή λινών πτερύγων (αλλά όχι πλέον ορειχάλκινων). Ο μυώδης θώρακας ήταν αυτός που επικρατούσε συντριπτικά μεταξύ των ομοίων (πλήρεις πολίτες). Επρόκειτο για έναν ακριβό θώρακα, ωστόσο ήταν ο επικρατέστερος στους Σπαρτιάτες οπλίτες της επειδή η μόνη πολυτέλεια που τους επιτρεπόταν ουσιαστικά, ήταν η αγορά ακριβού στρατιωτικού εξοπλισμού.

Thorax1

Αυθεντικός κωδωνόσχημος θώρακας της Αρχαϊκής περιόδου,  με  εκτεταμένη  την  κωδωνοειδή  προεξοχή  της μέσης,  για  την  αποστράκιση  των  εχθρικών  βλημάτων (βελών, λίθων  κτλ).

Η θεωρία ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τον λινό θώρακα, δεν ισχύει. Οι Σπαρτιάτες «όμοιοι» των 6ου-4ου αιώνων π.Χ. μάλλον χρησιμοποιούσαν ελάχιστα τον λινό θώρακα, ο οποίος ήταν κατάλληλος για τον μέσο Έλληνα οπλίτη, αλλά όχι για ένα σώμα επιλέκτων όπως ήταν αυτοί. Το γεγονός ότι κάθε Σπαρτιάτης διέθετε εκτεταμένο γεωργικό κλήρο, του έδινε την οικονομική άνεση να αποκτήσει ορειχάλκινο θώρακα, οπότε δεν υπήρχε λόγος χρήσης του λινού. Επιπροσθέτως, η σκληρή εκπαίδευση του έδινε την απαραίτητη αντοχή που απαιτούσε η χρήση του μεταλλικού θώρακα, σε συνδυασμό με την υψηλή πολεμική απόδοση κατά την διάρκεια της μάχης, κάτι το οποίο ήταν δύσκολο να επιτύχουν οι άλλοι Έλληνες οπλίτες (έχει υπολογιστεί ότι ο οπλιτικός εξοπλισμός, με ορειχάλκινο θώρακα, ζύγιζε συνολικά περί τα 30-35 κιλά, δηλαδή βάρος ίσο με το 50 % περίπου του βάρους του οπλίτη σύμφωνα με τη σωματική διάπλαση της εποχής). Εντούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι Λακεδαιμόνιοι δεν ήταν μόνο οι Σπαρτιάτες, αλλά και οι πολλαπλάσιοι αυτών περίοικοι, υπομείονες κ.α. Οι περιορισμένοι κλήροι και γενικά τα χαμηλά εισοδήματα των Λακεδαιμόνιων εκτός των Σπαρτιατών, δεν επέτρεπαν την αγορά μεταλλικού θώρακα στην συντριπτική πλειοψηφία τους. Πάντως είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι πολεμούσαν ως οπλίτες. Αυτό θα προϋπέθετε κάποια θωράκιση κορμού, τουλάχιστον έως λίγο πριν την μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.), όταν ο στρατός των Λακεδαιμονίων εγκατέλειψε συνολικά τον θώρακα. Τα λακωνικά αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής θεωρείται ότι απεικονίζουν ειδικά Σπαρτιάτες, για αυτό τους απεικονίζουν με ορειχάλκινους θώρακες. Υπάρχουν όμως, αρχαίες αναφορές και αρχαιολογικά τεκμήρια που υποδεικνύουν την θωράκιση των λοιπών Λακεδαιμονίων εκτός των Σπαρτιατών.

bell-muscle  cuirass

Cuirasses Marmesse
Ανω: Αρχαίοι ελληνικοι θώρακες οι οποίοι ανήκουν στην ‘ενδιάμεση’ φάση μεταξύ κωδωνόσχημου και μυώδη. Ο εν λόγω τύπος  εξελίχθηκε στον μυώδη της Υστερης Κλασσικής και της Ελληνιστικής περιόδου.
Κάτω: Κελτικοί θώρακες από τη Γαλατία (Marmesse). Τα κοινά στοιχεία τους με τον ελληνικό θώρακα υποδεικνύουν την παλαιότερη αλληλεπίδραση του Υστερου Μυκηναϊκού και του Πρωτο-κελτικού πολιτισμού, ενδεχομένως διαμέσου του εμπορίου ή μισθοφορικών υπηρεσιών. Η ίδρυση της ελληνικής Μασσαλίας και των αποικιών της στις μεσογειακές ακτές της Γαλατίας ενίσχυσε αυτά τα στοιχεία.

Ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών αναφέρουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι θωρακίζονταν με την «σπολάδα». Δύο λεξικά αναφερόμενα στην αρχαιότητα, μας πληροφορούν ότι αυτή η ονομασία αντιστοιχεί κατά κανόνα στην δερμάτινη θωράκιση. Αυτό έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί από αρκετούς σύγχρονους ερευνητές, παρότι οι εν λόγω αναφορές υπονοούν ότι οι εξαιρέσεις ήταν συχνές. Μερικές φορές οι σπολάδες αναφέρονται από τους αρχαίους συγγραφείς μαζί με τους «λινοθώρακες», επιβεβαιώνοντας την αναφορά των λεξικών. Σε άλλες περιπτώσεις, ο όρος «σπολάς» φαίνεται ότι εννοεί ή συμπεριλαμβάνει τους λινούς θώρακες. Ο Ξενοφών μιλάει για σπολάδες σε μια εποχή (περί το 400 π.Χ.) κατά την οποία οι οπλίτες έχουν εγκαταλείψει κάθε είδος θώρακα, όπως αποδεικνύεται από πολλά στοιχεία, εκτός του χοντρού υφασμάτινου ρούχου που χρησιμοποιείτο ως θωράκιση. Για αυτό τον λόγο αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Ξενοφών εννοεί αυτήν τη θωράκιση με τον όρο «σπολάς».

linos thorakas

Πιστή ανακατασκευή αρχαίου ελληνικού λινού θώρακα από το University of  Winsconsin -Green Bay (copyright).

H άποψη μου  είναι ότι η «σπολάς» είχε διττή έννοια: σήμαινε την δερμάτινη θωράκιση ή γενικά τις θωρακίσεις που δεν ήταν μεταλλικές. Θεωρώ ότι  ο όρος «σπολάς» γεννήθηκε σε μια αρκετά πρώιμη εποχή, όταν το δέρμα ήταν η πρωταρχική θωράκιση, και αργότερα συμπεριέλαβε κάθε θώρακα ο οποίος δεν ήταν μεταλλικός. Ίσως μάλιστα οι έννοιες της σπολάδας να διέφεραν ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή και το ελληνικό φύλο. Η αναφορά του Θουκυδίδη επιβεβαιώνεται από αθηναϊκά ανάγλυφα του 5ου αιώνα, που απεικονίζουν όπλα Λακεδαιμονίων ως λάφυρα. Αυτά τα όπλα αποτελούν τυπικό οπλιτικό εξοπλισμό με το χαρακτηριστικό ότι οι εικονιζόμενοι θώρακες είναι φανερά λινοθώρακες ή δερμάτινοι. Ωστόσο, η εικαστική απόδοση τους και η προχωρημένη εποχή κατά την οποία ο λινός θώρακας είχε εκτοπίσει σε μεγάλο βαθμό τον δερμάτινο σε όλη την Ελλάδα, δείχνουν μάλλον ότι το υλικό τους είναι το λινό. Τα αθηναϊκά λάφυρα προέρχονταν από διάφορες αποτυχίες σπαρτιατικών εκστρατευτικών σωμάτων σε επιχειρήσεις εκτός της Πελοποννήσου. Αυτά τα σώματα στελεχώνονταν από τις άλλες κατηγορίες Λακεδαιμονίων με ελάχιστους «ομοίους» ανάμεσα τους, κατά την συνήθεια της Σπάρτης να μην στέλνει τους τελευταίους σε μακρινές αποστολές. Οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι αποτελούσαν και την πλειοψηφία των ανδρών της απολεσθείσας σπαρτιατικής φρουράς της Σφακτηρίας (425 π.Χ.). Αναφέραμε την επιλογή των Σπαρτιατών «ομοίων» να φορούν ορειχάλκινο θώρακα. Λαμβάνοντας την υπόψιν στην εξέταση των προαναφερόμενων στοιχείων, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω  είναι ότι οι θώρακες των αθηναϊκών αναγλυφων ανήκαν στις κατηγορίες των Λακεδαιμονίων εκτός των Σπαρτιατών.

aggeiografia
Αρχαία ελληνική αγγειογραφία με απεικόνιση οπλίτη ο οποίος φέρει λινοθώρακα. Πρόκειται για μία από τις πηγές για την ανακατασκευή του ανωτέρω λινού θώρακα.

Οι νέες τακτικές οπλιτικού πολέμου που αναπτύχθηκαν κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου –κυρίως η ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία κατά την διάρκεια της μάχης και για την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων κατά τις εκστρατείες–, τα οικονομικά προβλήματα των αντιμαχομένων και άλλες παράμετροι, οδήγησαν τους Σπαρτιάτες στην πλήρη εγκατάλειψη της θωράκισης του κορμού πριν από την μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.). Αυτό συνέβη ενδεχομένως στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου και σύντομα αυτήν την εξέλιξη ακολούθησαν όλοι οι οπλιτικοί στρατοί. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε περίπου μέχρι την μάχη των Λεύκτρων (371). Μετά από αυτήν επανεισήχθησαν  η θωράκιση του κορμού και οι περικνημίδες, όπως θα δούμε σε μελλοντικό  άρθρο.

Περικλής Δεληγιάννης