Περικλής Δεληγιάννης

agia sophia

Η εθνολογική προέλευση του σύγχρονου τουρκικού (οθωμανικού) έθνους είναι ένα ζήτημα το οποίο με έχει απασχολήσει  ιδιαίτερα, έχοντας δημοσιεύσει ήδη  μία σύνοψη της έρευνας μου πάνω σε αυτό (ως  τμήμα μίας  μελέτης μου με διαφορετικό γενικό θέμα). Ο στόχος μου είναι να δημοσιεύσω κάποια στιγμή ολόκληρη τη σχετική μελέτη μου, με την περιγραφή των μεθόδων που ακολούθησα, τους υπολογισμούς, τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν και την επίλυση τους, παραπομπές, λεπτομερή βιβλιογραφία κλπ. Για την ώρα παραθέτω μόνο μερικά στοιχεία:
Η έρευνα  της φυλετικής υπόστασης του σύγχρονου τουρκικού (οθωμανικού) έθνους και γενικά της ανθρωπολογικής Ιστορίας της Μικράς Ασίας, αποκαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της τουρκικής προώθησης στη Βυζαντινή Ανατολία. Κατά την Αρχαιότητα, υπήρχε έντονη ανθρωπολογική (μορφολογική) διαφορά ανάμεσα στους πληθυσμούς του δυτικού και του ανατολικού τμήματος της Μικράς Ασίας. Ο κυρίαρχος μορφολογικός ανθρωπολογικός τύπος στο πρώτο ήταν ο μεσογειακός, ενώ στο δεύτερο επικρατούσε ο ουραρτικός (γνωστός παλαιότερα στη διεθνή βιβλιογραφία και ως «αρμενοειδής», «προσθιοασιατικός», «ανατολικός αλπικός» κτλ.). Μαζί με αυτούς τους τύπους συνυπήρχαν σε μικρότερα ποσοστά ο ευρωπαϊκός αλπικός, ο διναρικός κ.ά.

Ήδη από την απώτερη Αρχαιότητα υπήρξε μία εξάπλωση του ουραρτικού τύπου προς τη δυτική Μικρά Ασία, σε βάρος του μεσογειακού, μία επέκταση η οποία μπορεί να αποδοθεί στις διαρκείς μεταναστευτικές πιέσεις που δέχονταν οι ανατολικοί Μικρασιάτες από την αχανή ασιατική ενδοχώρα. Αυτή η διολίσθηση δεν ανακόπηκε ούτε με τον μαζικό ελληνικό αποικισμό, φορέα κυρίως του μεσογειακού ανθρωπολογικού τύπου, και εντέλει επιταχύνθηκε από τον 11ο αιώνα μ.Χ. με την εμφάνιση των Σελτζούκων.
Οι τουρκικές εισβολές των 11ου-15ου σάρωσαν τον δυτικό μικρασιατικό πληθυσμό και έως τους νεότερους χρόνους ο ουραρτικός τύπος, έντονα αναμεμειγμένος με τον ημιμογγολοειδή των εισβολέων καθώς και με άλλους ασιατικούς τύπους (ανατολικομεσογειακό, βορειοκαυκάσιο κ.ά.), είχε επικρατήσει σχεδόν σε ολόκληρη την έκταση της Μικράς Ασίας, με τον μεσογειακό τύπο να ανιχνεύεται ως μειονότητα ή να έχει απωθηθεί σε απομακρυσμένες περιοχές. Επίσης, πρέπει να επισημάνω ότι αρκετοί ειδικοί (Vampery κ.ά.) θεωρούν ότι οι Ογούζοι Τούρκοι (στην ομάδα των οποίων ανήκουν οι Σελτζούκοι και οι Οθωμανοί) που εισέβαλαν στο Ιράν-Αφγανιστάν και στη Μικρά Ασία διατηρούσαν σε μεγάλο βαθμό τον αρχέγονο τουρκικό μογγολοειδή τύπο. Και να υπενθυμίσω ότι ο αρχέγονος φυσικός τύπος των Τούρκων/Τουρανών δεν  ειναι  ένα κράμα ευρωποειδούς και μογγολειδούς όπως θεωρείται συχνά (και εσφαλμένα) αλλά ο βόρειος μογγολοειδής, δηλαδή ο ακραιφνέστερος μογγολικός (των Βορείων Κινέζων, Μογγόλων, Τουγγούσων/Μαντσού κ.α.). Ωστόσο οι Σελτζούκοι και Οθωμανοί που εισέβαλαν στη Μικρά Ασία είχαν ήδη σε μεγάλο βαθμό ιρανική όψη λόγω των μακρόχρονων επιγαμιών τους με τους Ιρανούς της Κ. Ασίας, του Ιράν και Κουρδιστάν.

Σχετικά με την προέλευση διαφόρων πληθυσμών της σύγχρονης Τουρκίας, τα συμπεράσματα μερικών ερευνητών είναι χαρακτηριστικά. Ο Τζ. Κουκ (J.Μ. Cook, 1973) στο βιβλίο του για την Τρωάδα, θεωρεί ότι ο αρχαίος-μεσαιωνικός πληθυσμός της αντικαταστάθηκε από τους νεοφερμένους Τούρκους, χωρίς να αναφέρεται σε εξισλαμισμό των εντοπίων Βυζαντινών. Από την άλλη πλευρά, ο Φον Λούσαν (Von Luschan, 1899) είχε μελετήσει ανθρωπολογικά τους εντόπιους μουσουλμάνους της Λυκίας και της γειτονικής Μιλυάδος-Κιβυρραιάτιδος (Κιβυρραιώτιδος), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κατάγονται από τον προτουρκικό πληθυσμό (μεσογειακού τύπου στην περιοχή). Σήμερα, ο μεσογειακός φυσικός τύπος συναντάται κυρίως στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στην ανατολική Θράκη και στους παλαιότερους μουσουλμάνους της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτές τις περιοχές κατοικεί ο χαρακτηριστικά ονομαζόμενος τύπος του «Μπεγιάζ Τουρκ» (Beyaz Turk), δηλαδή ο «Λευκός Τούρκος», όπως αποκαλείται από τους ομοεθνείς του της μικρασιατικής ενδοχώρας, οι οποίοι λίγο διαφέρουν από τους Ιρανούς και τους Άραβες γείτονες τους.

Σήμερα, η βυζαντινή φυλετική συμμετοχή στον σχηματισμό του σύγχρονου τουρκικού έθνους υπερεκτιμάται συχνά. Αυτή η υπερεκτίμηση «υποθάλπτεται» συνήθως από το τουρκικό κράτος, το οποίο επιδιώκει την «εξασφάλιση» των Βυζαντινών ως ένδοξων προγόνων των σύγχρονων Οθωμανών. Παράλληλα, οι σύγχρονοι Τούρκοι φαίνεται πως αποφεύγουν στο μέτρο του δυνατού τον συσχετισμό τους με τους αλταϊκούς Τουρανούς νομάδες, οι οποίοι κάθε άλλο παρά για τον πολιτισμό τους φημίζονταν. Μερικοί σύγχρονοι ερευνητές εκτιμούν συχνά ότι οι δεκάδες εκατομμυρίων των σύγχρονων Τούρκων δεν μπορούν να κατάγονται από μερικές δεκάδες χιλιάδων Τουρανών νομάδων που εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και επομένως η προέλευση τους αφορά τον μαζικό εξισλαμισμό του βυζαντινού πληθυσμού. Παρά ταύτα, η αναφερόμενη εκτίμηση έχει υπεραπλουστευμένο χαρακτήρα και γίνεται πάνω σε εσφαλμένες βάσεις. Σχετικά με την άποψη ότι οι Τούρκοι εισβολείς που εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες χιλιάδων, πρέπει να παρατηρηθεί πως στην πραγματικότητα κατά τους αιώνες μετά το 1071 υπήρξε διαρκής ροή τουρκικών και τουρκοϊρανικών πληθυσμών στη χώρα, η οποία συνεχίσθηκε έως τους νεότερους χρόνους. Ειδικά οι εισβολές των Μογγόλων και στη συνέχεια των Ταμερλανικών ορδών στη Μέση Ανατολή, απώθησαν αρκετές νέες τουρκικές φυλές στη Μικρά Ασία (μία από τις οποίες ήταν οι Πρωτοοθωμανοί). Ωστόσο, υπήρξε και η αντίστροφη μετακίνηση πληθυσμών: η οθωμανική διοίκηση εξεδίωξε προς το Ιράν αρκετούς Τουρκομάνους αντιφρονούντες ή «ταραχοποιούς», κυρίως Κιζιλμπάσηδες-Αλεβίτες.
Επιστρέφοντας στην πρώτη αναφερόμενη μετακίνηση, αν περιορισθούμε στους 11ο-15ο αιώνες, οι Ογούζοι-Τουρκομάνοι που διέβησαν τον Ευφράτη για να εγκατασταθούν στα παλαιά βυζαντινά εδάφη αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδων κατά τις εγκυρότερες εκτιμήσεις (ενδεικτικά μια από αυτές, προερχόμενη από το Πανεπιστήμιο Stanford, τους υπολογίζει σε 200.000-300.000). Ένα από τα αίτια του ισχυρού αριθμητικά τουρκικού αποικισμού της Μικράς Ασίας είναι η γεωγραφική θέση της. Η χώρα είναι η δυτικότερη ασιατική περιοχή πριν το ευρωπαϊκό έδαφος (το οποίο «προστατευόταν» από τη θαλάσσια περιοχή Ελλησπόντου-Προποντίδας-Βοσπόρου), αποτελώντας ένα «γεωγραφικό αδιέξοδο», το πλέον ακραίο σημείο στο οποίο κατέληγαν τα πολυπληθή «κύματα» των Τούρκων σκηνιτών, που προωθούνταν διαρκώς από την κεντρική Ασία και το Ιράν με κύρια επιδίωξη τους την εξασφάλιση βοσκοτόπων. Επειδή δεν υπήρχε άλλος χώρος για εγκατάσταση πριν το ευρωπαϊκό έδαφος, επήλθε τουρκική πληθυσμιακή συσσώρευση στη Μικρά Ασία. Σχετικά με τη ραγδαία αύξηση του τουρκικού πληθυσμού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πολυγαμία των εισβολέων, οι οποίοι πέρα από τις δικές τους γυναίκες διατηρούσαν αρκετές Ελληνίδες και Αρμένισσες συζύγους (προερχόμενες από αιχμαλωσία-εξανδραποδισμό) από τις οποίες αποκτούσαν απογόνους. Οι τελευταίοι είχαν ενδιάμεση εθνολογική και φυλετική θέση, μεταξύ Τούρκων και γηγενών.
Σχετικά με τον αποδεκατισμό του βυζαντινού πληθυσμού, μια οθωμανική απογραφή του 1520-1535 είναι αρκετά διαφωτιστική: ο χριστιανικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας (Έλληνες, Αρμένιοι, Σύριοι κ.α.) αριθμούσε 78.783 οικογένειες, αποτελώντας περί το 10 % του συνολικού εκείνη την περίοδο, και ήταν συγκεντρωμένος περισσότερο στο ανατολικό τμήμα της. Στη δυτική Μικρά Ασία είχαν απομείνει πολύ περιορισμένες χριστιανικές «νησίδες» ανάμεσα στο μουσουλμανικό πλήθος. Αργότερα, από τον 17ο αι., οι ελληνικοί πληθυσμοί των μικρασιατικών ακτών του Αιγαίου αναζωογονήθηκαν και τελικά γιγαντώθηκαν με τη μαζική μετανάστευση από την κυρίως Ελλάδα και τα νησιά, την οποία ευνόησε η οθωμανική διοίκηση προκειμένου να έχει οικονομικά οφέλη. Επιστρέφοντας στην απογραφή του 1520-1535 και υπολογίζοντας 5-6 μέλη για κάθε οικογένεια, οι επιζώντες χριστιανοί Μικρασιάτες θα αριθμούσαν 400.000-470.000. Εκτιμώντας ότι οι Έλληνες αποτελούσαν το 70 % των χριστιανών, οι επιζώντες Μικρασιάτες Έλληνες του 1520-1535 θα αριθμούσαν 280.000-330.000, από τους οποίους οι περισσότεροι κατοικούσαν στον Πόντο. Ο αριθμός των 400.000-470.000 χριστιανών είναι εξαιρετικά μικρός αν συγκριθεί με τα 10.000.000-15.000.000 της βυζαντινής Μικράς Ασίας τον 10ο αι. σύμφωνα με τις εγκυρότερες εκτιμήσεις (με αφετηρία τις προτάσεις του Stein), και προκαλεί εντύπωση η μείωση τους κατά 96-97 % μέσα σε έξι αιώνες (10ος-16ος αι.). Παρά ταύτα, η αναφερόμενη μείωση μπορούσε να συμβεί στο διάστημα έξι αιώνων.
Προκειμένου να διατηρηθεί σταθερός ο μικρασιατικός πληθυσμός του 10ου αι., κάθε οικογένεια θα έπρεπε να έχει τέσσερα ή πέντε τέκνα, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της εποχής (υψηλή παιδική θνησιμότητα κ.ά.). Όμως, είναι μάλλον απίθανο για τις περισσότερες χριστιανικές μικρασιατικές οικογένειες των 11ου-15ου αι. να κατόρθωσαν να συντηρήσουν και να διασώσουν 4-5 παιδιά εν μέσω διαρκών πολέμων ανάμεσα σε Βυζαντινούς, Σελτζούκους, Δανισμεντίδες, Αρμενίους της Κιλικίας και της Αρμενίας, Μογγόλους, Οθωμανούς, Βυζαντινούς της Τραπεζούντας, Καραμάνογλου ηγεμόνες, πολυάριθμους Τουρκομάνους φυλάρχους, Τιμουρίδες και άλλους. Οι θάνατοι από σφαγές ή από πείνα και επιδημίες λόγω της καταστροφής των καλλιεργειών, της εγκατάλειψης των χωραφιών και της έλλειψης τροφίμων, ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ο εξισλαμισμός, συνήθως εκούσιος, είχε επίσης ευρύ χαρακτήρα, όπως και η αιχμαλώτιση χριστιανών, ανδρών και γυναικόπαιδων, που κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα ή στα χαρέμια.
Σημαντικός παράγοντας ελάττωσης των χριστιανών υπήρξε και η φυγή τους προς τη Χερσόνησο του Αίμου, την Κωνσταντινούπολη, την Καυκασία και τη Ρωσία. Λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους, είναι προφανές ότι πέρα από τις απώλειες λόγω θανάτων, εξισλαμισμού, εξανδραποδισμού και φυγής, θα υπήρξε σημαντική ελάττωση των γεννήσεων και αύξηση της παιδικής θνησιμότητας. Αν υποθέσουμε μια εύλογη μείωση του πληθυσμού των Μικρασιατών Βυζαντινών κατά 20 % ανά γενεά (διάρκειας περίπου 25 χρόνων), τότε τα 10.000.000-15.000.000 μπορούσαν πράγματι να περιορισθούν σε 400.000-470.000 περίπου μέσα σε 16 γενεές (τέσσερις αιώνες). Βέβαια, ο μικρασιατικός πληθυσμός δεν έφτασε ποτέ σε τόσο χαμηλά επίπεδα επειδή το μεγαλύτερο μέρος των επιζώντων του εξισλαμίσθηκε: έχει εξακριβωθεί ότι σημαντικό φυλετικό «συστατικό» του σύγχρονου τουρκικού έθνους είναι το εξισλαμισμένο βυζαντινό (σύμφωνα με εκτίμηση του γράφοντος συγκροτεί περί το 30 % της φυλετικής «σύστασης» του, βλ. παρακάτω). Μπορεί να εκτιμηθεί ότι περισσότεροι από τους μισούς Μικρασιάτες μουσουλμάνους του 1520-1535 προέρχονταν από το αναφερόμενο εθνικό στοιχείο. Επίσης, πρέπει να παρατηρηθεί ένα ιστορικό παράλληλο στην ίδια σχεδόν περιοχή, το οποίο μας βοηθά να κατονοήσουμε τη ραγδαία ελάττωση του βυζαντινού μικρασιατικού πληθυσμού: πρόκειται για τη δραματική μείωση του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, που οφειλόταν αποκλειστικά στην εγκατάλειψη της από τους πολίτες της. Ενώ κατά τη μέγιστη ακμή της η πρωτεύουσα αριθμούσε 375.000-500.000 κατοίκους (Jacoby κ.ά.), λίγο πριν την Άλωση (1453) είχε μόλις 40.000-50.000 κατοίκους, έχοντας πληθυσμιακή μείωση 90 %. Με τη σφαγή και τους διωγμούς που ακολούθησαν την άλωση της το 1453, αυτή η μείωση έφθασε στο 99 %.
Άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της ραγδαίας ελάττωσης του βυζαντινού μικρασιατικού πληθυσμού είναι ο φονικός χαρακτήρας των επιδρομών και των πολέμων των Ασιατών νομάδων στους οποίους ανήκουν και οι Τούρκοι/Τουρανοί. Συγκριτικά, θα αναφέρουμε τις περιπτώσεις των Ούννων οι οποίοι προέβησαν σε μαζικές εξοντώσεις διαφόρων πληθυσμών (Σαρματών, Γερμανών, Σλάβων, Ρωμαίων κ.ά.) στην Ευρώπη, και των Μογγόλων του Τζένγκις Χαν και των διαδόχων του. Οι Μογγόλοι εξόντωσαν μέσα σε πέντε δεκαετίες τον μισό περίπου πληθυσμό μιας τεράστιας έκτασης από την Κορέα στην Ανατολή έως την Ουγγαρία στη Δύση, η οποία συμπεριελάμβανε μεταξύ άλλων τη Βόρεια Κίνα, τη Χορασμία, το Ιράν, τη Μεσοποταμία, τη Ρωσία και άλλες πολυάνθρωπες χώρες. Τα περισσότερα ανθρώπινα θύματα πέθαναν από πείνα και επιδημίες λόγω της καταστροφής της γης τους από τους Μογγόλους και λόγω των πολυάριθμων άταφων σωμάτων που είχαν συσσωρευθεί σε πολλές πόλεις και οικισμούς. Ομοίως, κατά την Αρχαιότητα οι Σκύθες νομάδες είχαν φονεύσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους κατά τις επιδρομές τους στη Μέση Ανατολή, στην ανατολική και στην κεντρική Ευρώπη. Οι Τσουρτσένοι και Μαντσού κατακτητές της Κίνας (αμφότεροι της Τουγγουσικής ομάδας) προκάλεσαν θανάτους εκατομμυρίων.
Οι νομαδικοί λαοί προέβαιναν συχνά σε μαζικές εξοντώσεις ή διωγμούς πληθυσμών, προκειμένου να ερημώσουν μεγάλες εκτάσεις για να τις χρησιμοποιήσουν ως βοσκοτόπια. Αντίθετα, οι βαρβαρικοί λαοί που δεν ήταν νομαδικοί, όπως οι Γερμανοί (Γότθοι, Αγγλοσάξονες, Φράγκοι κ.ά.) και οι Σλάβοι, σπάνια προέβαιναν σε εξόντωση ή εκδίωξη των ηττημένων αγροτικών πληθυσμών. Αντίθετα, τους υπότασσαν προκειμένου να εκμεταλλευθούν το ανθρώπινο δυναμικό τους. Το ίδιο ισχύει για τους Άραβες, παρότι επρόκειτο για νομάδες (αλλά όχι της βόρειας στέπας). Επίσης, η σελτζουκική και η οθωμανική ηγεσία που είχε εκπολιτισθεί από νωρίς, ακολούθησε την ίδια ήπια πολιτική έναντι των ηττημένων πληθυσμών. Παρότι οι Σελτζούκοι σουλτάνοι έκαναν προσπάθειες για να προστατεύσουν τον μικρασιατικό πληθυσμό από τους διωγμούς και την εξόντωση, αποβλέποντας στην οικονομική-φορολογική και στρατιωτική εκμετάλλευση του, οι προσπάθειες αυτές ευδοκίμησαν κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο. Εντούτοις, τότε ήταν μάλλον αργά για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού από τους άγριους Τουρκομάνους, αφού ο αριθμός του είχε ελαττωθεί τραγικά.
Οι σύγχρονοι Τούρκοι εκμεταλλεύονται τον ισχυρισμό περί βυζαντινής καταγωγής τους, συσχετίζοντας τον με την ακόλουθη  θεωρία τους: Η επιστημονική κοινότητα τους δεν αναγνώρισε ποτέ την ενότητα του νέου ελληνικού έθνους. Οι Τούρκοι ειδικοί θεωρούν ότι υπάρχουν δύο ελληνόφωνοι λαοί, οι οποίοι δεν έχουν σχέση μεταξύ τους παρά μόνο κοινή γλώσσα, η οποία μεταδόθηκε από τον έναν στον άλλο: οι Έλληνες (Yunan) και οι «Ρωμαίοι» (Rum) ή «Βυζαντινοί» όπως τους αποκαλούν ενίοτε. Θεωρούν «Έλληνες» μόνο τους κατοίκους της νότιας Ελλάδας έως τον Όλυμπο, ενώ χρησιμοποιούν τον όρο «Ρωμαίοι-Βυζαντινοί» για τους κατοίκους των Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, Κύπρου και για τον ξεριζωμένο Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Γι’ αυτό έχουν διεκδικήσεις στις εν λόγω περιοχές, θεωρώντας ότι εκείνοι είναι οι διάδοχοι του Βυζαντίου. Εξάλλου όπως θα δούμε, θεωρούν τους «Νεορωμαίους» δικούς τους στενούς συγγενείς λόγω της κοινής βυζαντινής καταγωγής τους (κατά την άποψη τους πάντα). Επιπρόσθετα, οι Τούρκοι κατηγορούν τους σύγχρονους Έλληνες πως «εκμεταλλεύονται» το γεγονός ότι οι «Νεορωμαίοι» («Ρωμαίοι-Βυζαντινοί») έχουν χριστιανική θρησκεία και μιλούν ελληνικά, για να «κατέχουν» τη σύγχρονη βόρεια Ελλάδα και να διεκδικούν τα «ρωμαϊκά-βυζαντινά» εδάφη, δηλαδή την ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο, καθώς και τον έλεγχο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για τους ίδιους λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και οικειοποίησης ενός ένδοξου παρελθόντος, οι Τούρκοι ιστορικοί δεν θεωρούν ελληνική τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά τη λογίζουν ως ένα πολυεθνικό κράτος που χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και προβάλουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ιστορική διάδοχο της. Οι Τούρκοι προβάλουν αυτές τις θέσεις τους στα διεθνή επιστημονικά συνέδρια, προσπαθώντας να οικειοποιηθούν τη βυζαντινή κληρονομιά, πολιτισμική και εδαφική, ενώ παράλληλα παρουσιάζουν την Ελλάδα ως κατακτητικό κράτος, το οποίο τριπλασίασε την έκταση του κατά το διάστημα 1880-1947, πάντοτε εις βάρος της Τουρκίας όπως ισχυρίζονται.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κληρονόμησε από τη Βυζαντινή αρκετά στοιχεία πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού, πολιτισμικού και στρατιωτικού χαρακτήρα, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της για πολλούς λόγους, που δεν μπορούν να αναλυθούν φυσικά εδώ (θα χρειαζόταν ένα ογκώδες σύγγραμμα για ένα τέτοιο εγχείρημα). Θα επισημάνουμε μόνο τα εξής σχετικά με αυτό το ζήτημα: οι Τούρκοι, παρά την προσπάθεια τους να αυτοπροβληθούν με αντιεπιστημονικές μεθόδους ως «γηγενείς» της Μικράς Ασίας, αποτελούν έναν λαό απωανατολικής καταγωγής, ξένο στην περιοχή και κυρίως στην ελληνική και τη χριστιανική κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Επιπρόσθετα, αρκεί για οποιονδήποτε ερευνητή να μελετήσει τα διάφορα πολιτικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά, στρατιωτικά κ.ά. στοιχεία και δομές που χαρακτήριζαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να διαπιστώσει ότι αυτά έλκουν την καταγωγή περισσότερο από τις προγενέστερες ιρανικές αυτοκρατορίες (Σασσανιδική κ.ά.), από τα ισλαμικά χαλιφάτα των Ομεϋαδών και των Αββασιδών, από άλλα μουσουλμανικά σουλτανάτα και από τα ουννικά, τουρκομογγολικά και τουγγουσικά χανάτα της κεντρικής Ασίας και της Μογγολίας, παρά από τη βυζαντινή κληρονομιά.
Γενικά, τα τελευταία χρόνια οι Τούρκοι, στα πλαίσια της προσπάθειας τους να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αυτοπροβληθούν ως ένα εθνολογικό κράμα ευρωπαϊκών και μεσανατολικών πληθυσμών το οποίο απλά χρησιμοποιεί μια αλταϊκή γλώσσα, έχουν μεθοδεύσει μια σειρά από ‘επιστημονικές’ προσπάθειες σε διάφορους τομείς προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους και να «απαλλαγούν» από την αλταϊκή κληρονομιά τους (ενδεχομένως προσωρινά, ώσπου να επιτευχθούν κάποιοι πολιτικοί στόχοι). Μια τέτοια χαρακτηριστική προσπάθεια αποτελεί η μελέτη του Τούρκου γενετιστή και ιατροδικαστή Τσενγκίζ (Τζένγκις) Τσιννίογλου, που έγινε με τη συνεργασία δύο άλλων Τούρκων ιατροδικαστών και διαφόρων γενετικών επιστημόνων εκτός Τουρκίας (κυρίως του Πανεπιστημίου Stanford των ΗΠΑ)/ (Cinnioglu Cengiz et al., 2004), και η οποία αποτέλεσε αντικείμενο αρκετών συζητήσεων τα τελευταία χρόνια. Η μελέτη βασίσθηκε στην έρευνα γονιδιακών απλοομάδων. Η απλοομάδα (haplogroup) αποτελεί ένα σύνολο χρωμοσωμάτων Υ, τα οποία παρουσιάζουν έναν συγκεκριμένο κοινό πολυμορφισμό. Οι άνδρες που διαθέτουν τα συγκεκριμένα χρωμοσώματα έχουν κοινό πατρικό πρόγονο. Έτσι, η μελέτη των απλοομάδων επιτρέπει στους γενετικούς επιστήμονες («βιοϊστορικούς», σύμφωνα με έναν νέο όρο) να εξετάζουν το απώτερο παρελθόν της προέλευσης ενός άντρα ή και ενός λαού, πέρα από το σημείο που λήγουν τα γενεαλογικά αρχεία ή οι ιστορικές πηγές, και ακόμα βαθύτερα στον χρόνο, έως τις απαρχές του Homo Sapiens. Ωστόσο, πρέπει να τονισθεί πως το χρωμόσωμα Υ αφορά μόνο τμήμα της καταγωγής ενός άνδρα, αφού «ανιχνεύει» μόνο το ανδρικό τμήμα της γενεαλογίας του.
Ο Τσιννίογλου και οι συνεργάτες του καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατανομή των διακεκριμένων απλοομάδων του σύγχρονου τουρκικού λαού αντιστοιχεί σε απλοομάδες χαρακτηριστικές ευρωπαϊκών και μεσανατολικών πληθυσμών σε ποσοστό 94,1 %, σε απλοομάδες ινδικών πληθυσμών σε ποσοστό 1,5 % (από Αθίγγανους), σε απλοομάδες Αφρικανών κατά 1 % (προερχόμενες κυρίως από Αφρικανές σκλάβες) και τέλος σε απλοομάδες κεντροασιατικών (τουρκομογγολικών) πληθυσμών μόλις κατά 3,4 %. Στην ίδια μελέτη υπολογίζουν την πιθανή κεντροασιατική φυλετική συμμετοχή στους σύγχρονους Τούρκους το πολύ σε 4,6-8,5 %, βασιζόμενοι πάντοτε στις απλοομάδες. Εντούτοις, για να φθάσουν σε αυτό το συμπέρασμα, θεωρούν ως κεντροασιατικής προέλευσης μόνο δύο απλοομάδες περιορισμένης έκτασης, τις C-RPS4Y και O3-M122, για τις οποίες έχει εξακριβωθεί πράγματι αυτή η καταγωγή, ενώ αγνοούν στον τελικό υπολογισμό εκείνες για τις οποίες δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα η γεωγραφική προέλευση τους, αφήνοντας να εννοηθεί (εσφαλμένα) ότι είναι ευρωπαϊκής και μεσανατολικής καταγωγής (και πράγματι, ως τέτοιες τις υπολογίζουν σιωπηρά στα στατιστικά στοιχεία που παραδίδουν). Άλλη «ατασθαλία» των συντακτών της μελέτης είναι ότι τα δείγματα DNA που έλαβαν από τους πολίτες της Τουρκίας προκειμένου να καταλήξουν σε αυτά τα συμπεράσματα, λήφθηκαν σε μεγάλο ποσοστό από κουρδικούς, λαζικούς και αραβικούς πληθυσμούς, οι οποίοι θα έπρεπε να αποκλεισθούν ως μη-τουρκικοί. Αντίθετα, η παλαιότερη βιολογική έρευνα που διενήργησε η γενετίστρια Τζουλιέττα Ντι Μπενεντέττο και οι συνεργάτες της (Di Benedetto et. al.,2001) και η οποία βασίσθηκε σε τρεις διαφορετικές μεθόδους γονιδιακής έρευνας (και όχι αποκλειστικά στη μελέτη των απλοομάδων) αποτελώντας έτσι μια πολύ εγκυρότερη μελέτη, έδειξε ότι η κεντροασιατική φυλετική συμμετοχή στους σύγχρονους Τούρκους είναι κατά προσέγγιση 30 %. Αυτό που διαφαίνεται είναι πως η μεταγενέστερη χρονικά έρευνα του Τσενγκίζ Τσιννίογλου διενεργήθηκε ως «απάντηση» πολιτικής σκοπιμότητας σε εκείνη της Ντι Μπενεντέττο. Ωστόσο, η εκτίμηση του 30 % φαίνεται αρκετά υψηλή σε σύγκριση με το ποσοστό 15-25 % που υπολογίζουν οι περισσότεροι ανθρωπολόγοι και άλλοι επιστήμονες.
Η ταυτότητα των δύο αναφερόμενων μελετών:
Cinnioglu Cengiz, King Roy, et al.: EXCAVATING Y-CHROMOSOME HAPLOTYPE STRATA IN ANATOLIA στο AMERICAN JOURNAL OF HUMAN GENETICS, No 114 (2004), pag. 127-148.
Di Benedetto Giulietta, Erguven Ayse, et al.:  DNA DIVERSITY AND POPULATION ADMIXTURE IN ANATOLIA στο AMERICAN JOURNAL OF PHYSICAL ANTHROPOLOGY, Νο 115 (2001), pag. 144-156.

.

Περικλής  Δεληγιάννης

.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ: ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ, ΑΡΜΕΝΙΟΙ και ΕΛΛΗΝΕΣ στην ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ: ΜΙΑ ΕΘΝΟΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

.