Yalta

O ηγέτης της ΕΣΣΔ  Ιωσήφ Στάλιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φρ. Ντ. Ρούσβελτ και ο πρωθυπουργός του ΗΒ Ουίνστον Τσώρτσιλ στο ανάκτορο της Λιβαδειάς κοντά στη Γιάλτα.

crimea

.

            Η μεγάλη χερσόνησος της Κριμαίας έχει μακρά και πολυτάραχη ιστορία, κυρίως λόγω της γεωπολιτικής θέσης της και της ευφορίας της. Η θέση της ως γεωφυσική προεξοχή στον Εύξεινο Πόντο, ελέγχει τις βόρειες ακτές της συγκεκριμένης θάλασσας ενώ ο κάτοχος της Κριμαίας μπορεί να απειλεί  και τις υπόλοιπες ακτές της. Ο κάτοχος της Κριμαίας μπορεί να ελέγχει σε σημαντικό  βαθμό και τα εδάφη  στα βόρεια της (παλαιά  στέππα).  Αποψη μου είναι  ότι η Κριμαία είναι ένα  γεωφυσικό  αλλά και  γεωπολιτικό-γεωστρατηγικό “νησί” ευρισκόμενη ανάμεσα σε μία θάλασσα από νερό και μία  “θάλασσα” από  λειμωνες (στέππα).

            Κατά την αρχαιότητα, οι γηγενείς κάτοικοι της Κριμαίας ήταν οι Ταύροι, όπως ήταν γνωστοί στους Ελληνες, με άγνωστη προέλευση. Ωστόσο υπάρχει η πιθανότητα συγγένειας τους με τους καρθβελικούς λαούς του Καυκάσου (σύγχρονους Γεωργιανούς, Μιγγρελους, Λαζούς κ.α.). Πρόκειται για τον λαό στον οποίο αναφέρεται ο Ευρυπίδης στο έργο του φιγένεια ν Ταύροις. Οι Ελληνες αποκαλούσαν την χερσόνησο ‘Ταυρίδα’ από τους κατοίκους της. Περί τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., οι Κιμμέριοι, ινδοευρωπαϊκός νομαδικός λαός, κατέκτησαν τη σύγχρονη ουκρανική στέππα και το μεγαλύτερο μέρος της Κριμαίας, καθιστώντας πολιτικό τους κέντρο τη χερσόνησο του Κερτς (ανατολική προέκταση της Κριμαίας).

            Οι Σκύθες, ιρανικός λαός και πιθανώς συγγενής των Κιμμέριων, τους επιτέθηκαν και τους εκδίωξαν από τη στέππα και από την Κριμαία. Μόνο μερικοί θύλακες Κιμμερίων επέζησαν στις χερσονήσους του Κερτς και του Ταμάν, οι οποίοι ενώθηκαν με τους Ελληνες αποίκους που έφθασαν στην περιοχή κατά τους 7ο-6ο αι. π.Χ. Οι Ιωνες Ελληνες άποικοι από τη Μίλητο ίδρυσαν στην Ανατολική Κριμαία μία σειρά από σημαντικές πόλεις όπως το Παντικάπαιο (σημερινό Κερτς), τη Θεοδοσία (σημερ. Φεοντοσίγια), το Νυμφαιο, το Κιμμερικό κ.α. Οι συγκεκριμένοι Ιωνες απορρόφησαν εθνικά τους εναπομείναντες Κιμμέριους. Λίγο αργότερα, η Δυτική Κριμαία έγινε πεδίο αποικισμού των Δωριέων. Η Ηράκλεια, αποικία των Μεγάρων στον Νότιο Εύξεινο, ίδρυσε τη Χερσόνησο (κοντά στη σημερινή Σεβαστούπολη) η οποία με τη σειρά της ίδρυσε τον Καλό Λιμένα και την Κερκινίτιδα (σημερινή Ευπατορία).

            Οι Ελληνες ήλεγχαν όλες σχεδόν τις ακτές της Κριμαίας, ενώ το ορεινό εσωτερικό της παρέμεινε στους Ταύρους και το βόρειο  πεδινό  τμήμα της ελεγχόταν από τους Σκύθες. Οι ελληνικές πόλεις κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την πίεση των ισχυρών Σκυθών και εν τέλει ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις μαζί τους, προς οικονομικό όφελος και των δύο πλευρών. Ωστόσο ενίοτε οι δύο πλευρές έρχονταν σε αντιπαράθεση.

map

            Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., η Μίλητος έχασε την επιρροή της στην Κριμαία και τον επόμενο αιώνα η ισχυρή πλέον Αθήνα κάλυψε αυτό το γεωπολιτικό κενό.  Ο ίδιος ο Περικλής  των  Αθηνών επισκέφθηκε την χερσόνησο και διαπραγματεύθηκε τη ροή δημητριακών στην Αττική  και στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου, με τους Σπαρτοκίδες τυράννους οι οποίοι από το 438 π.Χ. είχαν καταλάβει την εξουσία στο Παντικάπαιο. Η Κριμαία και η γειτονική στέππα ήταν ήδη οι κύριοι προμηθευτές δημητριακών για το Αιγαίο. Η Αθήνα ίδρυσε στρατιωτικές αποικίες στη νότια Κριμαία για να εξασφαλίσει την επιρροή της.

Οι Σπαρτοκίδες επεξέτειναν σταδιακά την εξουσία τους σε όλες τις πόλεις των χερσονήσων Κερτς και Ταμάν, εκδιώκοντας τους Αθηναίους από την περιοχή. Ετσι σχηματίσθηκε το ισχυρό βασίλειο του Κιμμεριου Βοσπορου ( ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΚΙΜΜΕΡΙΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ), επεκτείνοντας την εξουσία του και στις μαιωτικές και σινδικές φυλές της ανατολικής Θάλασσας του Αζωφ (Μαιωτις) και της κάτω κοιλάδας του Κουμπάν (Υπανις). Το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. το  Βοσπορανό Βασίλειο έφθασε στη μέγιστη ακμή  του με έκταση περίπου 30-35.000  τ. Χλμ.

            Τον 3ο αιώνα π.Χ. οι επίσης Ιρανοί Σαρμάτες νίκησαν τους Σκύθες συγγενείς τους οι οποίοι άρχισαν να συρρέουν στην Κριμαία προκειμένου να γλυτώσουν από τους εισβολείς. Εκεί απορρόφησαν τους περισσότερους Ταύρους  σχηματίζοντας και  τον μεικτό λαό των Ταυροσκυθών.  Οι τελευταίοι Ταύροι επιβίωσαν στα όρη της Κριμαίας έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, μεμειγμένοι μερικώς με τους Σκύθες.  Στην Κριμαία  οι Σκύθες ίδρυσαν το Υστερο Σκυθικό βασίλειο τους  με πρωτεύουσα τη Νεάπολη στο εσωτερικό της χερσονήσου, μία εξελληνισμένη πόλη με ελληνιστική ρυμοτομία και όψη.  Ηδη οι ίδιοι είχαν επηρεαστεί βαθιά από τον ελληνικό πολιτισμό.  Ετσι η Κριμαία διαιρέθηκε πολιτικά σε τρεις επικράτειες: η ανατολική χερσόνησος ανήκε στο Βοσπορανό βασίλειο, η νοτιοδυτική ακτή ανήκε στην ελεύθερη πόλη-κράτος της Χερσονήσου και των αποικιών της, ενώ το υπόλοιπο έδαφος ανήκε στους Σκύθες. Ταυτόχρονα όμως οι Σαρμάτες είχαν αρχίσει να διεισδύουν στη Σκυθική και τη Βοσπορανή επικράτεια ασκώντας ισχυρή πίεση στην Κριμαία.

            Η πίεση των Σκυθών και των Σαρματών στο Βοσπορανό Βασίλειο επέφερε την παρακμή του. Τον 1ο αιώνα π.Χ., και τα τρία προαναφερόμενα κράτη της Κριμαίας ενσωματώθηκαν στο ισχυρό Βασίλειο του Πόντου το οποίο είχε σχηματισθεί στη νότια ακτή του Ευξείνου υπό τους Μιθριδατίδες βασιλείς. Τότε η Κερκινιτις μετονομάσθηκε σε Ευπατορία προς τιμήν του Μιθριδάτη Ευπατορος. Μετά την ήττα του Μιθριδάτη από τους Ρωμαίους τον ίδιο αιώνα, η Ρώμη κατέστησε προτεκτοράτα της τα τρία κράτη («πελατικά») και εγκατέστησε στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις της στη Χερσόνησο και στις Βοσπορανές ακτές. Ένα χαρακτηριστικό ρωμαϊκό οχυρό της περιοχής είναι εκείνο του ακρωτηρίου του Αγίου Θεοδώρου κοντά στη Γιάλτα. Προκειμένου οι Ρωμαίοι να προστατεύουν καλύτερα την Κριμαία από τους Σαρμάτες αλλά και τους Γότθους όπως θα δούμε, ενσωμάτωσαν όλη την έκταση της στο Βοσπορανό Βασίλειο το οποίο ωστόσο είχε παρακμάσει αρκετά παρότι η έκταση του διπλασιάστηκε.  Ετσι για πρώτη φορά, όλη η Κριμαία πέρασε υπό την Βοσπορανή εξουσία.

Cimmerians Nimrud

Κιμμέριοι ιππείς  σε  αναγλυφο της Νιμρουδ.

.

            Περί το 200 μ.Χ. οι ισχυροί Ανατολικοί Γότθοι κατέφθασαν στην ουκρανική στέππα ενσωματώνοντας τις Σαρματικές φυλές στη φυλετική ένωση τους, και άρχισαν να ασκούν αφόρητη πίεση στο Βοσπορανό Βασίλειο. Οι  εμφύλιοι  πόλεμοι της Ρώμης των μέσων του 3ου αι  μΧ  την  ανάγκασαν  να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Κριμαία.  Ήδη  ο  ελληνικός  χαρακτήρας  του  Βοσπορανού  Βασιλείου  είχε  υποχωρήσει  υπέρ  του  ιρανικού.  Οι  Ιρανοί  Σκύθες  και  Σαρμάτες  αυξάνονταν  έναντι  του  ελληνικού  πληθυσμού,  υποσκελίζοντας  τον  κατά  την  Υστερη  Ρωμαϊκή  περίοδο.  Εξάλλου από τον πρώτο  αι. μ.Χ., μία σαρματική δυναστεία είχε καταλάβει τον θρόνο.  Τον 3ο αι. μΧ  η  αποχώρηση  της  Ρώμης  έδωσε  τη  δυνατότητα  στους  Γότθους και Σαρμάτες  να  καταφέρουν  σοβαρά  πλήγματα  στο Βοσπορανό  Βασίλειο  το  οποίο  κατέρρευσε  οριστικά  με  την καταστροφική  έλευση  των Ούννων  στην  περιοχή  (4ος  αι. μ.Χ.).  Οι  Ούννοι  εξόντωσαν  μεγάλο  μέρος  του  πληθυσμού  της Κριμαίας και κατέστρεψαν τις περισσότερες πόλεις της. Ουσιαστικά μόνο η Χερσόνησος γλύτωσε. Τότε οι τελευταίοι Σκύθες της Κριμαίας απορροφήθηκαν από τους ομόγλωσσους τους Σαρμάτες, ενώ ο ελληνικός πληθυσμός μειώθηκε κατά πολύ. Το  Παντικάπαιο  επιβίωσε  αλλά  έχασε  την  ελληνικότητα  του,  καθιστάμενο  μία  βορειοϊρανική  πόλη, ωστόσο η Χερσόνησος και μερικές πολίχνες της νότιας ακτής  παρέμειναν ελληνικές υπό την προστασία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας πλέον. Αργότερα οι Βυζαντινοί ίδρυσαν σε αυτήν την περιοχή το Θέμα  Χερσώνος (όπως αποκαλούσαν τη Χερσόνησο).  Αρκετοί  Γότθοι οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην Κριμαία,  βρήκαν καταφύγιο στα ορεινά της.

            Ο πληθυσμός των Κριμαϊκών Ελλήνων που επιβίωσαν κατά τη Βυζαντινή περίοδο παραμένει αίνιγμα, ωστόσο η πληροφορία ότι το 968 μ.Χ. 16.000 Ελληνες μάχιμοι της Κριμαίας ενίσχυσαν τους Ρως και Βυζαντινούς  οι οποίοι εισέβαλαν στη Βουλγαρία, είναι σημαντική. Παρότι ο αριθμός  είναι διογκωμένος και περιλαμβάνει μάλλον και άλλους Ελληνες των δυτικών ακτών του Ευξεινου και μη-Ελληνες Ορθόδοξους της Κριμαίας, μας δίνει μία εικόνα της σφριγηλής ελληνικής παρουσίας στη χερσόνησο. Ορθόδοξες μονές συνέχισαν να λειτουργούν στην Κριμαία, έχοντας στενές σχέσεις με τις Μονές του Αγίου Ορους.

            Στη γειτονική στέππα, οι Ούννοι αντικαταστάθηκαν από μία σειρά τουρκικών νομαδικών λαών με σημαντικότερους τους Χαζάρους και έπειτα τους Κουμάνους, οι οποίοι επεξέτειναν την επιρροή τους στο μεγαλύτερο μέρος της Κριμαίας. Αυτοί απορρόφησαν τους Ούννους που είχαν παραμείνει στην χερσόνησο οι οποίοι είχαν ήδη απορροφήσει τους τελευταίους τοπικούς Σαρμάτες. Ωστόσο οι Γότθοι της χερσονήσου και οι μυστηριώδεις Ζίκχοι επιβίωσαν στα ορεινά έως την Οθωμανική περίοδο. Φαίνεται πως η κοιτίδα των Ζίκχων βρισκόταν στα ανατολικά της γειτονικής χερσονήσου του Ταμάν από όπου πέρασαν στην Κριμαία.  Η νότια κριμαϊκή ακτή παρέμεινε σταθερά υπό τον Βυζαντινό έλεγχο. Οι Ρως του Κιέβου προσπάθησαν επίμονα να επεκτείνουν την επιρροή τους στην Κριμαία αλλά χωρίς σημαντικά αποτελέσματα.

            Το 1223 οι Μογγόλοι κατακτητές εμφανίσθηκαν στην περιοχή, συντρίβοντας τους Κουμάνους (Κιπτσάκ, Πολοβτσυ) και τους Ρώσους στη φονική μάχη του ποταμού Κάλκα (. Οι Μογγόλοι ήταν γνωστοί στην ανατολική Ευρώπη ως «Τάταροι».  Αφού κατέστησαν υποτελείς τους τις ρωσικές ηγεμονίες, εγκαταστάθηκαν στη στέππα βόρεια της Κριμαίας και αναμείχθηκαν με τους Κουμάνους νομάδες. Από αυτήν την ένωση προέκυψαν οι σύγχρονοι Τάταροι της ουκρανικής στέππας και Κριμαίας, οι οποίοι ομιλούν την τουρκική γλώσσα των Κουμάνων. Ολη η Κριμαία πέρασε υπό την εξουσία των Μογγόλων οι οποίοι κατέλαβαν και τη βυζαντινή Χερσόνησο προκαλώντας της καταστροφές. Η τελευταία είχε γλυτώσει από τους  Ουννους  αλλά δεν κατάφερε να γλυτώσει από τους Μογγόλους ομοφύλους τους.

Scythian armour

            Σύγχρονη αποκατάσταση Σκυθικής λεπιδωτής  πανοπλίας σε  αρχαιολογικό   μουσείο της Ουκρανίας.

.

Οι Ελληνες της Κριμαίας δέχθηκαν ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα από τους Μογγόλους στενούς συγγενείς των Ούννων, ωστόσο σύντομα οι επιζώντες τέθηκαν υπό την προστασία των Γενουατών και των Βενετών οι οποίοι είχαν αρχίσει να ιδρύουν εμπορικές αποικίες στη νότια Κριμαία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204). Οι Κριμαϊκοί Τάταροι ανήκαν αρχικά στο Μογγολικό Χανάτο της Χρυσής Ορδής, ένα από τα κράτη που προήλθαν από τη διαίρεση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Μετά τη διάλυση και της Χρυσής Ορδής, κατέστησαν ανεξάρτητοι έχοντας υπό την εξουσία τους και τη γειτονική ουκρανική στέππα. Από τον 15ο αιώνα, πρωτεύουσα του Κριμαϊκού Χανάτου των Τατάρων ήταν το Μπαχτσέ Σαράι στο εσωτερικό της χερσονήσου. Σε αυτήν την περίοδο, το αρχαίο όνομα ‘Ταυρίς’ άρχισε να δίνει τη θέση του στην ονομασία ‘Κριμαία’ (ήτοι Κιμμερία) η οποία προέρχεται από τον Κιμμέριο Βόσπορο ή τους αρχαίους Κιμμέριους.

Όπως είχαν πράξει οι αρχαίοι Σκύθες με τις ελληνικές πόλεις, οι Τάταροι σύναψαν εμπορικές σχέσεις με τις γενουατικές αποικίες της νότιας Κριμαίας. Οι κυριότερες ήταν η Σολδαια ή Σουγδαία (Σουντακ), η Σεμπαλο (μεταγενέστερη Μπαλακλάβα) και η Θεοδοσία (Καφφα). Οι Γενουάτες πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Τατάρους για να «ενοικιάζουν» τις θέσεις των αποικιών τους. Το σημαντικό είναι ότι ανάμεσα στα ταταρικά και τα γενουατικά εδάφη, επιζούσε από το 1204, μία Βυζαντινή ηγεμονία υπό την εξουσία των απογόνων του αξιωματούχου Θεόδωρου Γαβρά, η Ηγεμονία των Θεοδώρων. Η έδρα της βρισκόταν στο  φρούριο των Θεοδώρων, στο όρος Μανγκούπ, με επίνειο της την Καλαμιτα (μεταγενέστερο Ινκερμαν). Ο απλός λαός αποτελείτο κυρίως από Γότθους και Ζίκχους.

Το 1275 ο Μάρκο Πόλο πέρασε από τη Σουγδαία κατά την πορεία του η οποία θα τον έφερνε έως την Κίνα. Κατά τους 13ο-14ο αιώνες οι Τάταροι εξισλαμίστηκαν υπό την επιρροή και του Μπαϋμπάρς, του μεγάλου Μαμελούκου σουλτάνου της Αιγύπτου ο οποίος ήταν Κριμαϊκός Τάταρος από καταγωγής. Το 1475 οι Οθωμανοί Τούρκοι επιτέθηκαν στους ομοεθνείς τους Τατάρους όταν εκείνοι αρνήθηκαν να υποταχθούν, και αφού τους νίκησαν, ήρθαν σε συμβιβασμό μαζί τους. Οι Τάταροι αναγνώρισαν την οθωμανική επικυριαρχία μένοντας αυτόνομοι και ο εκάστοτε χάνος τους έπρεπε να έχει την έγκριση του σουλτάνου για την αναγόρευση του. Το ίδιο έτος, ο οθωμανικός στρατός κατέλαβε την ηγεμονία την Ηγεμονία των Θεοδώρων μετά από πολύμηνη πολιορκία του κεντρικού φρουρίου, και επίμονη άμυνα του ηγεμόνα Αλέξανδρου Γαβρά (1475). Επρόκειτο για το τελευταίο ελεύθερο Βυζαντινό έδαφος μετά το 1453.  Οι Οθωμανοί έθεσαν υπό την άμεση εξουσία τους τη νότια Κριμαία. Οι Γότθοι και Ζίκχοι απορροφήθηκαν από τους Τατάρους ενώ οι Ιταλοί πάροικοι από τους Ελληνες. Υπήρχαν επίσης σημαντικές παροικίες Ιουδαίων.

 

 Teodoro

Το Πριγκηπάτο των Θεοδώρων (πράσινο χρώμα) μεταξύ των ταταρικών (μπλε χρώμα)  και των γενουατικών κτήσεων (κόκκινο).

.

            Στην πραγματικότητα οι Τάταροι ωφεληθήκαν από την οθωμανική επικυριαρχία επειδή έτσι προστατεύονταν από την πίεση της γειτονικής Πολωνικής-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας και της νέας μεγάλης δύναμης που σχηματιζόταν στα βόρεια τους: της Μοσχοβίας και μετέπειτα Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Κατά τους 14ο-17ο αιώνες οι Τάταροι, άριστοι ιππείς, προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους Πολωνούς, Ουκρανούς και Ρώσους με τις καταστροφικές επιδρομές τους. Αυτές οι επιδρομές άλλωστε ήταν το αίτιο της ίδρυσης των σωμάτων των Κοζάκων από τους Πολωνούς και τους Ρώσους.

Οι Οθωμανοί προστάτευσαν αρχικά τους Ελληνες της Κριμαίας για να εξυπηρετούν το εμπόριο τους, αλλά καθώς η οθωμανική ισχύς έφθινε, οι Τάταροι αποκτούσαν τον έλεγχο της νότιας ακτής πιέζοντας όλο και περισσότερο τον ελληνικό πληθυσμό. Ετσι το 1778, οι απηυδησμένοι Ελληνες έλαβαν την άδεια από την ομόδοξη προστάτιδα τους Ρωσία, από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη τη Μεγάλη, να εγκαταλείψουν την Κριμαία και να εγκατασταθούν στη μεταγενέστερη Νοτιοανατολική Ουκρανία. Συνολικά 18.000 Ελληνες και άλλοι 13.000 Ορθόδοξοι της Κριμαίας μετακινήθηκαν υπό την προστασία του περίφημου πρίγκηπα Ποτέμκιν, και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ιδρύοντας μία σειρά από χωριά και κωμοπόλεις, με σημαντικότερη τη Μαριούπολη.

            Ωστόσο, η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέφερε τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας μόλις πέντε χρόνια αργότερα, το 1783. Λίγοι Ελληνες της Κριμαίας επέστρεψαν στην πατρίδα τους, γι’αυτό η Αικατερίνη ενίσχυσε τον ελληνικό πληθυσμό της με νέους εποίκους που κάλεσε από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά και την Ιωνία. Αρκετοί από αυτούς ήταν επαναστάτες που είχαν ενισχύσει τους Ρώσους κατά τα Ορλωφικά και ήθελαν να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα. Οι συγκεκριμένοι Ελληνες μάχιμοι συγκρότησαν το τάγμα της Μπαλακλάβα του Ρωσικού στρατού, το οποίο ανέλαβε την άμυνα της περιοχής. Αρκετοί αξιωματικοί του, ανάμεσα τους και ο Λάμπρος Κατσώνης, έκτισαν επιβλητικές κατοικίες στις τοποθεσίες της Οριάνδας και της Λιβαδειάς κοντά στη Γιάλτα. Εκτός από τη Λιβαδειά, και η Γιάλτα είναι ελληνικό τοπωνύμιο, προερχόμενο από τη λέξη «αιγιαλός». Είναι μάλλον βυζαντινής προέλευσης, επειδή οι Γενουάτες το είχαν ήδη αποδώσει ως ‘Καλίτα’ (μία από τις αποικίες τους). Το 1825 και το 1860 αντίστοιχα, η τσαρική οικογένεια αγόρασε τα κτήματα της Οριάνδας και της Λιβαδειάς κτίζοντας εκεί θερινές κατοικίες, και ειδικά στη Λιβαδειά ένα πραγματικό ανάκτορο. Από τότε η Γιάλτα κατέστη το περιφημότερο παραθεριστικό κέντρο της Ρωσίας.

Cuman

Κουμάνος (Κιπτσάκ, Πολοβτσυ)  ιππέας  σε  εξαίσιο  πίνακα  του  συγγραφέα  και  εικονογράφου  Β.  Βούκσιτς. Φέρει περικεφαλαία τουρανικού τύπου με τη χαρακτηριστική προσωπίδα, την οποία υιοθέτησαν και οι Ρώσοι, αλυσοθωράκιση, σύνθετο νομαδικό τόξο, λόγχη και κυρτή σπάθη. Παρατηρείστε  τις χαρακτηριστικές κοτσίδες  των Τουρανών νομάδων.  Οι Κουμάνοι  ήταν οι  πρόγονοι  των συγχρονων  Κριμαϊκων  Ταταρων  (copyright: V.  Vuksic).

.

            Οι Ρώσοι ανακουφίσθηκαν με την προσάρτηση της Κριμαίας επειδή έτσι απαλλάχθηκαν από την απειλή των ταταρικών επιδρομών και της ύπαρξης ενός οθωμανικού προγεφυρώματος στα νότια της χώρας τους. Το 1787 η Αικατερίνη επισκέφθηκε την Κριμαία εκφράζοντας την ικανοποίηση της και ορίζοντας τον Ποτέμκιν κυβερνήτη της. Τότε του απένειμε και τον τιμητικό τίτλο του “πρίγκηπα της Ταυρίδος”.   Οι Οθωμανοί οι οποίοι δεν αναγνώρισαν τη ρωσική προσάρτηση, έκαναν σε λίγο μία τελευταία απόπειρα να ανακτήσουν την Κριμαία αλλά ηττήθηκαν και αποδέχθηκαν την απώλεια της.

            Τους Ελληνες ακολούθησε σύντομα πλήθος Ρώσων αποίκων, αλλά και Ουκρανών, Αρμενίων, Σέρβων, Βουλγάρων και Γερμανών. Η Αικατερίνη είχε αντιληφθεί ότι θα διατηρούσε την Κριμαία μόνο αν άλλαζε η πληθυσμιακή της σύνθεση, δηλαδή αν οι χριστιανοί καθίσταντο αρκετά περισσότεροι από τους μουσουλμάνους Τατάρους. Οι Ρώσοι άποικοι κατέφθαναν ιδρύοντας ή ανιδρύοντας  ως ρωσικές, τις σύγχρονες πόλεις της Κριμαίας: τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερόπολη, το Κερτς, την Ευπατορια (αρχαία Κερκινίτις-Ευπατορια) κ.α. (ιδρυθείσες κυρίως  έως το 1800).  Η ρωσική διοίκηση επέλεξε αρκετά ελληνικά ονόματα για τις νέες πόλεις, σεβόμενη το ελληνικό παρελθόν της χερσονήσου. Ταυτόχρονα αρκετοί δυσαρεστημένοι Τάταροι μετανάστευσαν στην οθωμανική  επικράτεια  αλλά οι περισσότεροι παρέμειναν στην Κριμαία. Εως το 1862, ο χριστιανικός πληθυσμός  είχε καταστεί  μεγαλύτερος του μουσουλμανικού.

            Οι Κριμαϊκοί Τάταροι της Τουρκίας που πολέμησαν εναντίον των Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων επαναστατών του 19ου αιώνα, έδειξαν ιδιαίτερο ζήλο λόγω του μένους τους για όλους τους ορθοδόξους, εξαιτίας της φυγής από την πατρίδα τους.

.

 Περικλής  Δεληγιάννης

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  Β΄  ΜΕΡΟΣ

.

Σχετικοί χάρτες υπάρχουν και στα άρθρα  ΟΥΚΡΑΝΙΑ: ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ  και   ΟΙ ΔΥΟ ΟΥΚΡΑΝΙΕΣ

.