Scandinavians

Οι παρόντες μεταγενέστεροι Σκανδιναβοί μάχιμοι είναι σχεδόν όμοιοι με τους Γότθους συγγενείς τους λόγω της ενότητας του πολιτισμού τους. Ακριβέστερα, το οπλοστάσιο των Σκανδιναβών Βικινγκς προέρχεται από εκείνο των Τευτόνων συγγενών τους στην κυρίως ευρωπαϊκή ηπειρο στα νότια τους, περισσότερο από εκείνο των ανατολικών τευτονικών φύλων.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ  ΤΟ  Α΄  ΜΕΡΟΣ

Ο  Αλάριχος  βάδισε  στην  Ιταλία  και  εκπόρθησε  σημαντικές  πόλεις,  τη  μία  μετά  την  άλλη  (Ακυληία,  Βονωνία  κ.ά.),  ώσπου  εμφανίσθηκε  εμπρός  στα  τείχη  της  Ρώμης.    Στις  24  Αυγούστου  του  410,  ο  στρατός  του  εισέβαλε  στην  «Αιώνια  Πόλη»,  που  είχε  μείνει  απόρθητη  επί  797  χρόνια  –από  το  387/6  π.Χ.,  όταν  οι  Γαλάτες  την  είχαν  κατακτήσει  και  λεηλατήσει.  Η  άλωση  της  από  τους  Γότθους  αποτελεί  καθοριστικότατο  γεγονός  της  ρωμαϊκής  Ιστορίας.  Οι  Βησιγότθοι  προέβησαν  ανενόχλητοι  σε  λεηλασίες,  αιχμαλωσίες,  φόνους  και  άλλες  αγριότητες  επί  τρεις  ημέρες.  Έπειτα  αποχώρησαν  παίρνοντας  μαζί  τους  μεγάλο  τμήμα  των  θησαυρών  της  Ρώμης  και  πολλούς  αιχμαλώτους,  ανάμεσα  τους  και  την  ίδια  την  αδελφή  του  αυτοκράτορα  Ονωρίου.  Μόνο  οι  ναοί  του  Αγίου  Πέτρου  και  του  Αγίου  Παύλου  διέφυγαν  την  καταστροφή  με  εντολή  του  Αλαρίχου,  ο  οποίος  ήταν  χριστιανός.  Ο  Βησιγότθος  βασιλιάς  οδήγησε  τον  λαό  του  στην  Κάτω  Ιταλία,  με  απώτερο  στόχο  του  τη  Σικελία  και  την  πλούσια  επαρχία  της  Αφρικής.  Εντούτοις,  τα  σκάφη  του  στόλου  του  καταστράφηκαν  πλησίον  της  Μεσσήνης.  Σε  λίγο,  κατά  τα  τέλη  του  410,  ο  μεγάλος  Γότθος  πέθανε  στη  νοτιοϊταλική  πόλη  Κωσεντία.

            Ο  νέος  Βησιγότθος  βασιλιάς  Αδαούλφος  (Αδόλφος  στη  σύγχρ.  Γερμανική),  παρέμεινε  στην  Ιταλία  δύο  ακόμη  χρόνια,  λεηλατώντας  και  αιχμαλωτίζοντας  τον  πληθυσμό,  ώσπου  κινήθηκε  προς  τη  Γαλατία.  Οι  Βησιγότθοι  είχαν  κατανοήσει  ότι  παρά  τις  μεγάλες  νίκες  τους,  δεν  μπορούσαν  να  παραμείνουν  στην  Ιταλία  επειδή  θα  αντιμετώπιζαν  την  ισχυρή  αντεπίθεση  της  Δυτικής  Αυτοκρατορίας  και  πιθανότατα  και  της  Ανατολικής.  Στη  Γαλατία  και  στη  συνέχεια  στην  Ισπανία  οι  Βησιγότθοι  συνέχισαν  το  καταστροφικό  τους  έργο,  έως  ότου  ο  επόμενος  βασιλιάς  τους,  Ουαλ(λ)ίας,  σύνηψε  συνθήκη  ειρήνης  με  τον  πατρίκιο  Κωνστάντιο,  επιτετραμμένο  του  Ονωρίου  (416).  Ο  Ουαλίας  απελευθέρωσε  την  αδελφή  του  αυτοκράτορα  και  κατέστη  «φοιδεράτος»  πολέμαρχος  της  Αυτοκρατορίας.  Εν  τω  μεταξύ  δύο  βανδαλικές  φυλές,  οι  Σίλιγγες  και  οι  Άστιγγοι,  είχαν  εγκατασταθεί  στην  Ισπανία  μαζί  με  τους  Ιρανούς  Αλανούς,  όπου  διενεργούσαν  λεηλασίες  και  άλλες  θηριωδίες.  Ο  Ονώριος  κάλεσε  τον  Ουαλία  να  τους  επιτεθεί.  Ο  βησιγοτθικός  στρατός  δρώντας  με  εξαίρετη  σκληρότητα,  κατέκοψε  σχεδόν  όλους  τους  Σίλιγγες  και  πολλούς  Αλανούς  (417-418).  Οι  επιζώντες  τους  προσαρτήθηκαν  στους  Άστιγγους.  Αργότερα,  οι  Αστιγγοι  Βάνδαλοι  και  οι  Αλανοί  διέβησαν  τις  Ηράκλειες  Στήλες  και  εγκαταστάθηκαν  στη  Βόρεια  Αφρική,  κατακτώντας  εντέλει  την  Καρχηδόνα,  την  οποία  κατέστησαν  πρωτεύουσα  τους  (429). Ακολουθώντας  τις  αυτοκρατορικές  οδηγίες,  οι  Βησιγότθοι  εκκένωσαν  την  Ισπανία  και  εγκαταστάθηκαν  στη  νοτιοδυτική  Γαλατία,  όπου  ίδρυσαν  το  «Βασίλειο  της  Τολώσας»  (σύγχρονης  Τουλούζης).

Goths map

Μεταναστευσεις των Γότθων και Βανδάλων.

  –

Οι  Βησιγότθοι  δεν  προκάλεσαν  πάλι  προβλήματα  στην  Αυτοκρατορία,  αντίθετα  συμπολέμησαν  με  τους  στρατιώτες  του  Αετίου  τους  Ούννους  του  Αττίλα,  στη  σκληρή  σύγκρουση  των  Καταλαυνικών  πεδίων  (451).  Οι  Βησιγότθοι  πολέμησαν  γενναία,  έχοντας  πολλές  απώλειες  –ανάμεσα  τους  και  ο  ανδρείος  βασιλιάς  τους,  Θευδέριχος.  Στη  μάχη  οι  Βησιγότθοι  αντιμετώπισαν  και  τους  Οστρογότθους,  οι  οποίοι  ήταν  υποτελείς  των  Ούννων,  όπως  και  άλλοι  Ανατολικοί  γοτθικοί  λαοί  (Γεπίδες,  Έρουλοι  κ.ά.).  Από  το  443,  ένα  ακόμη  γοτθικό  φύλο,  οι  Βουργουνδοί,  είχε  εγκατασταθεί  στη  νοτιοανατολική  Γαλατία.  Τον  ίδιο  αιώνα,  οι  Ιούτοι  της  Γιουτλάνδης (Γοτθικό  φύλο) αποτέλεσαν  συστατικό  στοιχείο  των  Αγγλοσαξόνων  οι  οποίοι  εισέβαλαν  στη  Βρετανία.

            Μετά  τη  διάλυση  του  κράτους  του  Αττίλα  (454),  οι  ανεξάρτητοι  πλέον  Οστρογότθοι  εγκαταστάθηκαν  στην  Παννονία  και  στη  Μοισία.  Το  476  η  Δυτική  Αυτοκρατορία  έφθασε  στο  τέλος  της,  όταν  ένας  Σκίρος  διοικητής  μισθοφόρων,  ο  Οδόακρος,  εκθρόνισε  τον  τελευταίο  αυτοκράτορα  και  ανακηρύχθηκε  βασιλιάς  της  Ιταλίας.  Επρόκειτο  στην  ουσία  για  ένα  Ανατολικογερμανικό-Γοτθικό  βασίλειο, επειδή  ο  Οδόακρος  στηριζόταν  κυρίως  σε  Έρουλους  και  λίγους  Σκίρους και  άλλους  Ανατολικούς  Γερμανούς πολεμιστές.  Η  Βυζαντινή  Αυτοκρατορία,  επιθυμώντας  να  απομακρύνει  τους  επικίνδυνους  Οστρογότθους  από  την  περιοχή  της,  μεθόδευσε  την  εισβολή  τους  στην  Ιταλία,  όπου  συγκρούσθηκαν  με  τους  Γερμανούς  του  Οδόακρου  (488-493).  Μετά  από  σκληρές  μάχες  και  την  τελική  παράδοση  της  πολιορκημένης  Ραβέννας  στους  Οστρογότθους,  ο  βασιλιάς  τους  Θεοδώριχος  (Θευδέριχος)  δολοφόνησε  τον  Οδόακρο  και  τον  γιο  του.  Η  Παννονία,  η  Δαλματία,  η  Ιταλία  και  η  Σικελία  συναποτέλεσαν  το  οστρογοτθικό  βασίλειο.  Παράλληλα  οι  Γοτθικοί  Γεπίδες  ίδρυσαν  ισχυρό  βασίλειο  στη  Δακία  ενώ  οι  Βησιγότθοι  άρχισαν  να  επεκτείνονται  στην  Ιβηρική  χερσόνησο.  Το  507  οι  Φράγκοι  εξεδίωξαν  τους  Βησιγότθους  από  την  Τολωσανική  επικράτεια  τους  και  το  531  τους  απώθησαν  τελείως  από  τη  Γαλατία.  Τρία  χρόνια  αργότερα,  οι  Φράγκοι  κατέστρεψαν  και  προσάρτησαν  το  κράτος  και  τον  λαό  των  Βουργουνδών. Σε  αντίθεση με  τους  Γότθους  και  Βανδάλους, οι  Φράγκοι  ανήκαν  στη  Δυτική  Γερμανική  ομάδα  μαζί  με  τους  Σάξονες,  Φρισιους,  Χερούσκους  κ.α.

Οι  Βησιγότθοι  περιορίσθηκαν  στην  Ιβηρική  Χερσονησο.  Το  βασίλειο  τους  περιελάμβανε  το  75 %  της  έκτασης  της,  ενώ  οι  ίδιοι  ήταν  συγκεντρωμένοι  κυρίως    στη  σύγχρονη  επαρχία  Σεγκόβια  και  στις  γειτονικές  επαρχίες  Μαδρίτης,  Τολέδου (το  οποίο  ήταν  η  πρωτεύουσα  τους),  Παλένθια,  Μπούργκος,  Σόρια  και  Γκουανταλαχάρα.  Εγκατέλειψαν  τη  γοτθική  γλώσσα  υπέρ  της  νεολατινικής  περί  το  600  μ.Χ.

Roman army1

            Ο  ρωμαϊκός  στρατος  ειχε  σχεδόν  σταθερά  βαριές απώλειες  αντιμετωπίζοντας  τους Γότθους, ξεκινώντας  από το  230  μΧ. Τελικά  ο  Υστερος  αυτοκρατορικός  στρατός  επανδρώθηκε  με  δεκάδες  χιλιάδες  Γότθους, Βανδαλους, Γεπίδες και άλλους  ανατολικούς  Γερμανούς.  Στην  εικόνα: λεγεωνάριοι της  Μέσης  περιόδου.

Οι  Βυζαντινοί  παρακολουθούσαν  ανήσυχοι  τη  βανδαλο-γοτθική  εξάπλωση  σε  ολόκληρη  τη  δυτική  Μεσόγειο.  Ο  νέος  αυτοκράτορας  Ιουστινιανός,  ανέλαβε  δράση  εναντίον  της,  στέλνοντας  τον  στρατηγό  Βελισάριο  στη  Βόρεια  Αφρική,  ο  οποίος  σάρωσε  και  προσάρτησε  το  Βανδαλικό  Βασίλειο  (534).  Στη  συνέχεια,  εκμεταλλευόμενος  τις  δυναστικές  έριδες  στο  Οστρογοτθικό  Βασίλειο,  εισέβαλε  στη  Σικελία  και  την  Ιταλία  (535).  Ο  πόλεμος  των  Βυζαντινών  εναντίον  των  αδάμαστων  Οστρογότθων  έμελε  να  διαρκέσει  είκοσι  χρόνια,  εξελισσόμενος  σε  μια  ολοκληρωτική  και  εξοντωτική  αναμέτρηση  που  επέφερε  μεγάλες  καταστροφές  και  ανθρώπινες  απώλειες  στην  Ιταλία,  καθώς  και  κοινωνική  και  δημογραφική  οπισθοδρόμηση  της  χερσονήσου.  Τελικά  οι  Οστρογότθοι  ηττήθηκαν  και  το  Βασίλειο  τους  προσαρτήθηκε  στην  Αυτοκρατορία.  Μερικοί  παρέμειναν  στην  Ιταλία  ή  εντάχθηκαν  στον  Βυζαντινό  στρατό  ως  μισθοφόροι  –όπως  είχαν  πράξει  και  οι  επιζώντες  Βάνδαλοι.  Άλλοι  Οστρογότθοι,  αρνούμενοι  να  υποταχθούν,  διέσχισαν  τις  Άλπεις  και  κατέφυγαν  στη  σύγχρονη  Βαυαρία.  Εκεί  ενώθηκαν  με  τους  Μαρκομάνους  και  τους  Κουάδους (της  Κεντρικής  Γερμανικής  ομάδας),  σχηματίζοντας  το  νέο  έθνος  των  Βοϊβάρων  (Βαυαρών).  Ίσως  έτσι  εξηγείται  η  οστρογοτθική  καταγωγή  την  οποία  διεκδικούσαν  αιώνες  αργότερα,  μερικές  αριστοκρατικές  οικογένειες  της  Αψβουργικής-Αυστριακής  Αυτοκρατορίας  (οι  Αυστριακοί  έχουν  βαυαρική  προέλευση).  Οι  Βυζαντινοί  κινήθηκαν  ακάθεκτοι  εναντίον  των  Βησιγότθων,  κατορθώνοντας  να  ανακτήσουν  περί  το  552,  σημαντικό  μέρος  της  Ανδαλουσίας  (Βαιτικής)  για  να  εκδιωχθούν  όμως  από  την  Ιβηρική  μερικές  δεκαετίες  αργότερα.

            Το  567  οι  Λογγοβάρδοι  επιτέθηκαν  στους  Γεπίδες  και  τους  εξόντωσαν.  Έως  τον  7ο  αι.,  οι  υπόλοιπες  Ανατολικές  Γοτθικές  φυλές  εξολοθρεύθηκαν  ή  αφομοιώθηκαν  από  άλλους  λαούς,  εκτός  από  την  περιοχή  του  Ευξείνου  όπου  επιβίωσαν  μερικές.  Το  Βησιγοτθικό  Βασίλειο  απέμεινε  το  τελευταίο  αξιόλογο  Γοτθικό  κράτος.

 Περικλής    Δεληγιάννης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)                              Wolfram  ,  Herwig:  DIE  GOTEN:  VON  DEN  ANFAENGEN  BIS  ZUR  MITTE  DES  SECHSTEN  JAHRHUNDERTS:  ENTWURF  EINER  HISTORISCHEN  ETHNOGRAPHIE,  Muenchen,  1990.

(2)                              Wolfram  ,  Herwig:  DAS  REICH  UND  DIE  GERMANEN:  ZWISCHEN  ANTIKE  UND  MITTELALTER,  Berlin,  1990

(3)                              Maenchen-Helfen  Otto:  THE  WORLD  OF  THE  HUNS,  University  of  California  Press,  Berkeley,  Los  Angeles,  1973

(4)                              Gerhard,  Albert:  GOTEN  IN  KONSTANTINOPEL,  Muenchen.