quinquereme c

Πλάγια  όψη  πεντήρους (copyright: Peter Connolly)

.

Π. Δεληγιάννης

.

            Οι  Συρακούσιοι  προχώρησαν  στη  ναυπήγηση  πλοίων  μεγαλύτερων  από  την  τριήρη,  προκειμένου  να  υπερκεράσουν  αποφασιστικά  την  καρχηδονιακή  ναυτική  δύναμη.    Οι  πολυμήχανοι  Σικελιώτες  επινόησαν  τις  τετρήρεις  και  τις  πεντήρεις,  όπως  και    εξελιγμένους  καταπέλτες  και  άλλες  βαλλιστικές  μηχανές.  Οι  άλλες  ναυτικές  δυνάμεις  ακολούθησαν  τις  ναυπηγικές  εξελίξεις,  με  αποτέλεσμα  να  ξεκινήσει  ένας  αγώνας  εξοπλιστικού  ανταγωνισμού,  ο  οποίος  χαρακτηριζόταν  από  τη  ναυπήγηση  διαρκώς  μεγαλύτερων  πολεμικών  σκαφών.  Αυτός  ο  αγώνας  διήρκεσε  σχεδόν  τέσσερις  αιώνες,  τελειώνοντας  το  31  π.Χ.

            Παλαιότερα,  οι  ειδικοί  στα  ναυτικά  και  ναυπηγικά  θέματα  δυσκολεύονταν  να  κατανοήσουν  το  σύστημα  κατανομής  των  ερετών  στις  αρχαίες    τετρήρεις,  στις  πεντήρεις  και  γενικά  στις  πολυήρειςΑυτές  οι  ονομασίες  πλοίων  δεν  αναφέρονταν  στις  οριζόντιες    σειρές  κουπιών,  όπως  ισχύει  στις  περιπτώσεις  της  διήρους  και  της  τριήρους.    Ο  αριθμός  των  οριζοντίων  σειρών  δεν  μπορούσε  να  είναι  μεγαλύτερος  από  τρεις,  όπως  διαπιστώθηκε  από  τις  πειραματικές  απόπειρες  των  ιταλικών    ναυτικών  πόλεων  της  Αναγέννησης  (Βενετία,  Γένουα  κ.α.).  Το  ίδιο  διαπιστώνεται  από  τα  ρωμαϊκά  ανάγλυφα  τα  οποία  ποτέ  δεν  εικονίζουν  πλοία  με  περισσότερες  από  τρεις  οριζόντιες  σειρές  κουπιών.    Αν  υπήρχε  τέταρτη  ή  πέμπτη  σειρά  πάνω  από  τις  τρεις  συνήθεις  μιας  τριήρους,  θα  ήταν  αδύνατον  να  χρησιμοποιηθούν  τα  κουπιά  των  πρώτων,  λόγω  του  ιδιαίτερα  μεγάλου  μήκους  τους  (απαραίτητο  προκειμένου  να  φτάσουν  μέχρι  την  επιφάνεια  του  νερού)  και  της  μικρής  γωνίας  που  θα  σχημάτιζαν  με  το  κήτος  του  σκάφους.    Επομένως  μετά  από  την  διήρη  και  την  τριήρη,  οι  αριθμοί  4,  5,  6,  κ.ο.κ.  που  αντιστοιχούν  στις  τετρήρεις,  πεντήρεις,  εξήρεις,  κ.ο.κ.  δεν  μπορούσαν  να  αντιστοιχούν  σε  οριζόντιες  σειρές  κουπιών.  Η  επόμενη  λογική  σκέψη  πάνω  σε  αυτό  το  πρόβλημα,  έγινε  πάλι  σε  αναλογία  με  τις  μεσαιωνικές  γαλέρες.  Οι  προαναφερόμενοι  αριθμοί  των  πολυήρων  πρέπει  να  αντιστοιχούσαν  στον  αριθμό  των  ερετών  που  χειρίζονταν  ένα  κουπί.  Στην  τριήρη,  κάθε  κουπί  χειριζόταν  από  έναν  ερέτη.  Εντούτοις,  λόγω  του  αριθμητικού  περιορισμού  των  οριζοντίων  σειρών  έως  τρεις,  είναι  βέβαιο  ότι  στις  μεγαλύτερες  πολυήρεις  θα  αντιστοιχούσαν  περισσότεροι  κωπηλάτες  σε  κάθε  κουπί.    Επομένως  μια  πεντήρης  θα  ήταν  κατά  αναλογία  με  τις  αναγεννησιακές  «a  scaloccio»  γαλέρες  της  Βενετίας,  μια  μονήρης  με  πέντε  ερέτες  σε  κάθε  κουπί,  ενώ  μια  δεκήρης  θα  είχε  δέκα  κωπηλάτες  σε  κάθε  κουπί.  Αλλά  ούτε  αυτή  η  εκδοχή  είναι  ορθή,  επειδή  όπως  διαπιστώθηκε  στην  αναγεννησιακή  Ιταλία,  ο  μέγιστος  αριθμός  ερετών  που  μπορούσαν  να  χειριστούν  ένα  κουπί  ήταν  οκτώ.

 

 Syracuse ortygia Α

Οι  Συρακούσιοι  ήταν  οι  επινοητές  της  πεντήρους.  Στην  εικόνα: το νησί  της  Ορτυγίας,  η  ακρόπολη  των  αρχαίων  Συρακουσών.

.

            Η  λύση  στον  «γρίφο»  της  διάταξης  σειρών  κουπιών  και  ερετών  στις  πολυήρεις,  βρέθηκε  στον  συνδυασμό  των  προαναφερόμενων  εκδοχών.  Σήμερα  είναι  σχεδόν  γενικά  αποδεκτό  ότι  οι  αριθμοί  4,  5,  6,  κ.ο.κ.  που  αντιστοιχούν  στις  τετρήρεις,  πεντήρεις,  εξήρεις,  κ.ο.κ.,  αντιπροσωπεύουν  τον  συνολικό  αριθμό  των  ερετών  που  ανήκουν  σε  μια  «κατακόρυφη»  ομάδα  κουπιών  ενός  πολεμικού  πλοίου  το  οποίο  δεν  έχει  παραπάνω  από  τρεις  οριζόντιες  σειρές  κουπιών.  Επομένως  μια  τετρήρης  δεν  είναι  παρά  ένα  τρίκροτο  πολεμικό  (δηλαδή  με  τρεις  οριζόντιες  σειρές)  όπως  η  κλασσική  τριήρης,  το  οποίο  έχει  στην  υψηλότερη  σειρά  δύο  ερέτες  αντί  για  έναν.  Μια  τετρήρης  μπορούσε  να  είναι  και  δίκροτος  (όπως  η  διήρης),  με  δύο  ερέτες  σε  κάθε  κουπί  ή  και  μονόκροτος,  με  τέσσερις  κωπηλάτες  σε  κάθε  κουπί  της  μοναδικής  σειράς  κουπιών  που  διέθετε.  Είναι  γνωστό  ότι  οι  Ρωμαίοι  διέθεταν  αρκετές  δίκροτους  τριήρεις,  δηλαδή  με  δύο  σειρές  κουπιών  από  τις  οποίες  η  υψηλότερη  είχε  δύο  ερέτες  ανά  κουπί.  Η  δεκήρης  του  Μάρκου  Αντωνίου  στη  ναυμαχία  του  Ακτίου,  δεν  μπορούσε  να  είναι  μονόκροτη  αλλά  μπορούσε  να  είναι  δίκροτος,  με  έξι  ερέτες  στην  άνω  σειρά  και  τέσσερις  στην  κάτω.  Ή  να  είναι  τρίκροτος  με  τέσσερις  θρανίτες  ερέτες,  τρεις  ζυγίτες  και  τρεις  θαλαμίτες  (οι  ονομασίες  των  ερετών  κάθε  οριζόντιας  σειράς  κουπιών  σε  μια  τρίκροτο  πολυήρη  προέρχονται  από  την  εποχή  της  κλασσικής  τριήρους).  Αυτή  η  κατανομή  σειρών  κουπιών  και  ερετών  αποδεικνύεται  και  από  την  κατάληξη    «-ήρης»  στα  εν  λόγω  σκάφη.  Η  κατάληξη  προέρχεται  από  την  ίδια  ρίζα  με  τις  λέξεις  «ερέτης»  και  «ερέττω-ερέσσω»  (λάμνω,  κωπηλατώ).  Αν  λάβουμε  υπόψιν  ότι  τα  πρώτα  πλοία  ήταν  μονόκροτα,  τότε  οι  όροι  «διήρης»,  «τριήρης»,  «τετρήρεις»,  κ.ο.κ.  δεν  αναφέρονται  στην  δίκροτο,  τρίκροτο,  κ.ο.κ.  κατασκευή  τους  αλλά  στον  αριθμό  των  ερετών  ανά  κουπί  το  οποίο  είχε  αντικατασταθεί  πλέον  από  την  κατακόρυφη  ομάδα  κουπιών.  Έτσι,  η  τριήρης  δεν  είναι  το  τρίκροτο  σκάφος  αλλά  αυτό  το  οποίο  κινείται  με  την  κωπηλασία  τριών  ερετών  σε  κάθε  κατακόρυφη  ομάδα  κουπιών  ή – αν  ήταν  μονόκροτο – σε  κάθε  κουπί.

            Οι  ελληνιστικές  πολυήρεις  είχαν  πρόσθετους  πολεμικούς  ρόλους  πέραν  από  την  σύρραξη  τους  με  τα  εχθρικά  σκάφη.  Αυτοί  ήταν  ο  αποκλεισμός  ή  η  πολιορκία  πόλεων  από  θαλάσσης  και  η  περιστασιακή  μεταφορά  στρατευμάτων.  Λόγω  των  απαιτήσεων  της  θαλάσσιας  πολιορκίας  πόλεων,  η  ανάγκη  μεταφοράς  όλο  και  περισσότερων  στρατιωτών  και  βαλλιστικών  ή  πολιορκητικών  μηχανημάτων  υποσκέλισε  σταδιακά  την  ανάγκη  για  μεγαλύτερη  ταχύτητα  πλεύσης,  που  χαρακτήριζε  την  εποχή  της  τριήρους.  Τα  νέα  πλοία  έπρεπε  να  είναι  μεγαλύτερες  και  ισχυρότερες  κατασκευές,  και  αποκλειστικά  κατάφρακτα,  δηλαδή  καλυμμένα  με  κατάστρωμα.  Ο  μεγάλος  αριθμός    ερετών  σε  κάθε  κουπί  απαιτούσε  αρκετά  μεγαλύτερο  πλάτος  για  τις  νέες  πολυήρεις,  στοιχείο  που  εξασφάλιζε  εκτεταμένο  κατάστρωμα  για  την  μεταφορά  ανδρών,  πολεμικών  μηχανών,  εξοπλισμού,  εφοδίων,  κ.α.  Επομένως  ο  μεγάλος  συνολικός  αριθμός  ερετών  και  το  εκτεταμένο  κατάστρωμα  το  οποίο  τους  κάλυπτε  προστατεύοντας  τους  από  τις  αντίξοες  καιρικές  συνθήκες  ή  τα  βλήματα  των  εχθρών  (ακόντια,  βέλη,  κ.α.),  όχι  μόνο  συμβάδιζαν  αλλά  και  εξυπηρετούσαν  από  κοινού  τις  νέες  πολεμικές  απαιτήσεις.

 quinquereme d

Πλάγια  όψη&τομή,  κάθετη  τομή  και  εμπρόσθια  όψη  πεντήρους (copyright: Peter Connolly).

.

Επιπροσθέτως,  η  δημιουργία  των  τεράστιων  ελληνιστικών  βασιλείων  μεγάλωσε  πολύ  τις  χερσαίες  αποστάσεις,  που  δεν  μπορούσαν  πλέον  να  καλυφθούν  εύκολα  από  τους  εξίσου  διογκωμένους  στρατούς.  Την  εποχή  της  τριήρους,  οι  αποστάσεις  μεταξύ  των  πόλεων-κρατών  ήταν  μικρές  όπως  και  οι  στρατοί  που  έρχονταν  αντιμέτωποι.  Για  αυτούς  τους  λόγους  η  τριήρης  δεν  είχε  κανέναν  ρόλο  ως  μεταγωγικό  σκάφος.  Στην  ελληνιστική  περίοδο  ήταν  πολλές  φορές  προτιμότερη  η  μεταφορά  στρατευμάτων  μέσω  θαλάσσης,  ιδίως  αν  οι  παρεμβαλλόμενες  χώρες  κατέχονταν  από  εχθρούς.    Παρότι  υπήρχαν  εξειδικευμένα  μεταγωγικά  πλοία,  το  βάρος  της  μεταγωγής  ανδρών  και  πολεμικού  υλικού  έπεφτε  συχνά  στις  πεντήρεις  και  τις  άλλες  πολυήρεις.

            Η  προαναφερόμενη  κατανομή  σειρών  κουπιών  και  ερετών  φαίνεται  ότι  ήταν  αρκετά  λειτουργική  μέχρι  την  αναφερόμενη  από  τις  αρχαίες  πηγές  «δεκαεξήρη»  (ο  Περσέας,  τελευταίος  βασιλιάς  της  Μακεδονίας,  είχε  μια  δεκαεξήρη  ως  ναυαρχίδα  του).  Με  βάση  όσα  αναφέρθηκαν,  το  μεγαλύτερο  πλοίο  που  θα  μπορούσε  να  κατασκευαστεί  ήταν  μια  «εικοσιτετρήρης»,  ένα  τρίκροτο  σκάφος  με  τον  μέγιστο  αριθμό  ερετών  σε  κάθε  κουπί,  δηλαδή  οκτώ.  Παρά  ταύτα,  οι  αρχαίες  πηγές  αναφέρουν  μια  «τεσσαρακοντήρη»,  αυτήν  του  Πτολεμαίου  Φιλοπάτορος,  προσθέτοντας  ότι  διέθετε  4.000  ερέτες.  Η  προσπάθεια  ερμηνείας  αυτού  του  όρου  ο  οποίος  αντιστοιχεί  σε  40  κωπηλάτες  σε  μια  κατακόρυφη  ομάδα  κουπιών,  προκαλεί  μέχρι  σήμερα  αμηχανία  στους  μελετητές.  Έχουν  προταθεί  διάφορες  εξηγήσεις  για  την  κατανομή  των  κωπηλατών  αυτού  του  σαφώς  τεραστίου  πλοίου,  αλλά  η  πιο  πιθανή  παραμένει  αυτή  που  προτάθηκε  από  τον  Λ.  Κέισσον  (L.  Casson)  που  υπέθεσε  ότι  επρόκειτο  για  ένα  πλοίο  τύπου  «καταμαράν»  (catamaran).  Κατά  την  άποψη  του,  η  τεσσαρακοντήρης  αποτελείτο  στην  πραγματικότητα  από    δύο  «εικοσήρεις»,  οι  οποίες  ήταν  σταθερά  συνδεδεμένες  με  κοινό  κατάστρωμα.    Τέτοιες  περιπτώσεις  είναι  γνωστές  στην  ελληνιστική  περίοδο,  π.χ.  κατά  την  πολιορκία  των  Συρακουσών  από  τους  Ρωμαίους  (212  π.Χ.),  οι  τελευταίοι  συνέδεσαν  με  τον  ίδιο  τρόπο  πεντήρεις,  προκειμένου  να  τοποθετήσουν  στο  κοινό  κατάστρωμα  τις  απαραίτητες  «ελεπόλεις»  (πυργοειδείς  πολιορκητικές  κατασκευές)  για  την  κατάληψη  των  παράκτιων  τειχών  της  πόλης.

Κατά  τον  Κέισσον,  κάθε  μια  από  τις  δύο  εικοσήρεις  που  αποτελούσαν  την  τεσσαρακοντήρη  θα  είχε  2.000    ερέτες,  από  1.000  σε  κάθε  πλευρά  της.  Αυτοί  θα  ήταν  διατεταγμένοι  σε  τρεις  οριζόντιες    σειρές  κουπιών  με  50  κουπιά  η  κάθε  μία,  δηλαδή  θα  υπήρχαν  50  κατακόρυφες  ομάδες  κουπιών.  Συνεχίζοντας,  θεωρεί  ότι  οι  ερέτες  κάθε  κατακόρυφης  ομάδας  θα  ήταν  είκοσι,  διατεταγμένοι  έως  εξής:  8  θρανίτες  (άνω  σειρά),  7  ζυγίτες  (μέση  σειρά)  και  5  θαλαμίτες  (κάτω  σειρά).  Η  εκδοχή  του  Κέισσον  για  την  τεσσαρακοντήρη  ως  σκάφος  «καταμαράν»  μπορεί  να  φαίνεται  παράδοξη,  εντούτοις  είναι  η  πλέον  λογική  συγκριτικά  με  άλλες  υποθέσεις  (ένας    φιλόλογος  του  19ου  αιώνα,  θεώρησε  ότι  η    τεσσαρακοντήρης  είχε  40  οριζόντιες  σειρές  κουπιών  με  έναν  ερέτη  σε  κάθε  κουπί,  δηλαδή  αποτελούσε  ένα  τεσσαρακοντάκροτο  πλοίο).

 quinquereme b

Πολιορκητική  ελέπολις  και  βαρύς  καταπέλτης,  τοποθετημένα  σε  δύο  συνδεδεμένες  πεντήρεις  για  την  πολιορκία  παράκτιων  τειχών.

.

            Η    τεσσαρακοντήρης  ήταν  ένα  πολυέξοδο  σκάφος,  δυσκίνητο  και  εξαιρετικά  δύσκολο  στην  πλοήγηση,  μια  πραγματική  ναυπηγική  αποτυχία.  Φαίνεται,  όμως,  πως  οι  κατασκευαστές  του  γνώριζαν  αυτά  τα  μειονεκτήματα,  πριν  ξεκινήσουν  τη  ναυπήγηση  του.  Ο  Πτολεμαίος  Φιλοπάτωρ,  ο  πλουσιότερος  μονάρχης  της  εποχής  του,  δεν  θα  είχε  οικονομικά    προβλήματα  ως  προς  την  συντήρηση  του.  Αν  υπολογιστούν  οι  ναύτες  (υπηρεσία  καταστρώματος  κ.α.)  που  χρειάζονταν  για  την  πλοήγηση  του,  οι  αξιωματικοί,  η  στρατιωτική  φρουρά  και  το  υπόλοιπο  προσωπικό,  το  συνολικό  πλήρωμα  έφθανε  (μαζί  με  τους  4.000  ερέτες),  τους  6.000  άνδρες,  περίπου  όσους  διαθέτει  ένα  σύγχρονο  αεροπλανοφόρο.  Τα  μόνα  πλεονεκτήματα  της  τεσσαρακοντήρους  αφορούσαν  το  μέγεθος  και  το  κατάστρωμα  της.  Ένα  τέτοιο  σκάφος,  τεράστιο  ακόμη  και  για  την  σύγχρονη  εποχή,  ήταν  κατάλληλο  για  να  «διαδηλώνει»  την  ισχύ  του  πτολεμαϊκού  κράτους  σε  εχθρούς  και  φίλους.  Επιπλέον,  αν  χρησιμοποιείτο  σε  πολεμικές  επιχειρήσεις,  το  κατάστρωμα  του  θα  μπορούσε  να  μεταφέρει  καταπέλτες  και  ελεπόλεις  κολοσσιαίου  μεγέθους,  καθώς  και  μεγάλο  αριθμό  πεζοναυτών.

Η  πεντήρης  ήταν  η  πιο  επιτυχημένη  από  τις  πολυήρεις  που  εμφανίστηκαν  κατά  την  ελληνιστική  περίοδο,  επειδή  βρισκόταν  σε  μια  ενδιάμεση  θέση  μεταξύ  της  κλασσικής  τριήρους    και  των  εξήρων,  οκτήρων,  δεκήρων,  κ.α.

.

Περικλής  Δεληγιάννης

.

Η  ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  Β΄ ΜΕΡΟΣ