saxon-reenactors

Αναπαράσταση  ύστερων  Σαξόνων  μαχίμων.

            –

            Οι  Ρωμαίοι  κατέκτησαν  τις  σύγχρονες  Αγγλία  και  Ουαλλία  κατά  τον  1ο  αι.  μ.Χ.  Οι  φυλές  της  Καληδονίας  (Καληδόνιοι,  Κορνάβιοι,  Ουενίκονες  κ.ά.),  η  οποία  αντιστοιχεί  στη  σύγχρονη  Ορεινή  Σκωτία  (Scottish  Highlands),  παρέμειναν  ανεξάρτητες.  Έως  τον  4ο  αι.  οι  λαοί  της  είχαν  ενσωματωθεί  στη  φυλετική  ένωση  των  Πίκτων  (Picti).  Η  ονομασία  τους  σήμαινε  τους  «βαμμένους»  στη  λατινική,  λόγω  της  κελτικής  συνήθειας  της  δερματοστιξίας  την  οποία  διατηρούσαν.  Οι  ίδιοι  αυτοαποκαλούνταν  «Κρούθνι»  (Cruthni).  Η  ρωμαϊκή  εξουσία  στη  Βρετανία  διατηρήθηκε  περισσότερο  από  τρεις  αιώνες,  ωστόσο  ο  εκλατινισμός  και  ο  εκχριστιανισμός  περιορίσθηκε  κυρίως  στις  πόλεις  και  σε  μερικές  νοτιοανατολικές  αγροτικές  περιοχές.  Η  πλειοψηφία  του  πληθυσμού  παρέμεινε  κελτική  στη  γλώσσα  και  τις  λατρείες.  Ειδικά  οι  αγροτικοί  πληθυσμοί  είχαν  επηρεασθεί  σημαντικά  από  τη  χριστιανική  αίρεση  του  Πελαγιανισμού.  Κατά  τα  τέλη  του  4ου  αι.,  η  αρχική  ρωμαϊκή  επαρχία  της  Βρετανίας  είχε  διασπασθεί  σε  τέσσερις  επαρχίες:  τη  «Μεγάλη  Καισαρησία»,  τη  «Φλαβία  Καισαρησία»,  τη  «Βρετανία  Α΄»  και  τη  «Βρετανία  Β΄».

Οι  φυλές  της  Καληδονίας  και  της  Ιρλανδίας  διενεργούσαν  επιδρομές  στα  ρωμαιο-βρετανικά  εδάφη  από  αιώνες.  Οι  Ιρλανδοί  κατέφθαναν  διασχίζοντας  την  Ιρλανδική  Θάλασσα  με  τα  ελαφρά  σκάφη  τους,  τα  κελτικά  «κουρράγκς».  Οι  Καληδόνιοι-Πίκτοι  επιτίθονταν  στους  Ρωμαιο-βρετανούς  από  τη  ξηρά  και  από  τη  θάλασσα  (με  τον  ίδιο  τύπο  πλοίων).  Ανάμεσα  στους  πρώτους  και  στους  δεύτερους  παρεμβαλλόταν  μια  «ουδέτερη  ζώνη»,  μεταξύ  των  τειχών  του  Αντωνίνου  και  του  Αδριανού,  η  οποία  αντιστοιχεί  σχεδόν  στη  σύγχρονη  Πεδινή  Σκωτία  (Scottish  Lowlands).  Το  σύνορο  της  με  τη  χώρα  των  Πίκτων  (Pictland)  ακολουθούσε  περίπου  τα  σύγχρονα  «ανεπίσημα»  όρια  μεταξύ  Ορεινής  και  Πεδινής  Σκωτίας.  Οι  φυλές  αυτής  της  ζώνης  (Δαμνόνιοι,  Σελγόβες  κ.ά.)  είχαν  περάσει  για  δύο  δεκαετίες  του  2ου  αι.  υπό  άμεσο  ρωμαϊκό  έλεγχο,  ο  οποίος  είχε  φθάσει  στο  τείχος  του  Αντωνίνου.  Όταν  επαναστάτησαν,  οι  Ρωμαίοι  εκκένωσαν  την  περιοχή  και  επανέφεραν  τη  γραμμή  άμυνας  τους  στο  τείχος  του  Αδριανού.  Τελικά  κατέστησαν  τις  φυλές  της  Πεδινής  Σκωτίας  «φοιδερατικές»  (υποτελείς  συμμαχικές),  χρησιμοποιώντας  τες  ως  πρόφραγμα  έναντι  των  Καληδονίων-Πίκτων.  Ωστόσο,  η  νομιμοφροσύνη  τους  ήταν  πάντοτε  αμφίβολη  ενώ  η  βαθμιαία  αποδυνάμωση  της  Αυτοκρατορίας,  τις  οδήγησε  στη  διενέργεια  επιδρομών  στο  ρωμαιο-βρετανικό  έδαφος.

Sarmatian armor gold gilt found near Hadrians wal

Επιχρυσωμένα  σαρματικά  πλακίδια  θωράκισης,  τα  οποία  βρέθηκαν  κοντά  στο  Τείχος  του  Αδριανού  στη  Βρετανία.  Ανήκαν  προφανώς  σε  Ιάζυγες ή  Αλανούς  του  ρωμαϊκού  στρατού. 

Η  ρωμαϊκή  αποδυνάμωση  κατά  τον  4ο  αι.  προκάλεσε  την  αύξηση  των  βαρβαρικών  επιθέσεων,  καθώς  και  την  εμφάνιση  ενός  νέου  επιδρομέα,  των  Αγγλοσαξόνων.  Ο  όρος  «Αγγλοσάξονες»  (ή  απλούστερα  «Σάξονες»)  αποτελεί  τη  συμβατική  ονομασία  ενός  συνόλου  Γερμανών  εισβολέων  στη  Βρετανία,  καταγόμενων  από  τις  σύγχρονες  βόρεια  Γερμανία,  Ολλανδία  και  Γιουτλάνδη  (Δανία).  Το  σύνολο  περιελάμβανε  Σάξονες  (οι  πολυπληθέστεροι  του  συνόλου),  Άγγλους,  Φρισίους,  Ιούτους,  Αγγριβαρίους  και  άλλες  γερμανικές  ομάδες,  ακόμη  και  λίγους  Σλάβους.  Οι  Αγγλοσάξονες  διέσχιζαν  τη  Βόρεια  Θάλασσα  με  τις  μακριές  λέμβους  τους,  προδρόμους  των  πλοίων  των  Βίκινγκς,  και  επιτίθονταν  στη  Βρετανία  λεηλατώντας  και  αιχμαλωτίζοντας  ανθρώπους.  Οι  ρωμαϊκές  στρατιές  και  φρουρές  της  Βρετανίας  οι  οποίες  αντιμετώπιζαν  τους  Ιρλανδούς,  Πίκτους  και  Σάξονες  βαρβάρους  περιελάμβαναν  κατά  τον  4ο  αι.:    Πρώτον,  τις  δυνάμεις  του  «Δούκα  της  Βρετανίας»  (Dux  Britanniarum),  ο  οποίος  με  έδρα  του  το  Εβόρακο  των  Παρισίων  προστάτευε  τη  βόρεια  Βρετανία  και  το  τείχος  του  Αδριανού.  Δεύτερον,  τις  δυνάμεις  του  «Κόμη  της  Σαξονικής  Ακτής»  (Comes  litoris  Saxonici),  ο  οποίος  προστάτευε  τις  νοτιοανατολικές  βρετανικές  ακτές  από  τις  αγγλοσαξονικές  επιδρομές.  Τρίτον,  την  ταχυκίνητη  δύναμη  του  «Κόμη  της  Βρετανίας»  (Comes  Britanniarum),  η  οποία  χρησίμευε  ως  εφεδρεία  για  την  απόκρουση  κάποιας  αιφνίδιας  βαρβαρικής  επιδρομής  σε  οποιαδήποτε  βρετανική  ακτή.

Κατά  τις  αρχές  του  5ου  αιώνα,  η  Δυτική  Ρωμαϊκή  Αυτοκρατορία  βρισκόταν  σε  φάση  κατάρρευσης.  Οι  Ρωμαίοι  είχαν  αρχίσει  να  ανακαλούν  στρατεύματα  από  τη  Βρετανία  από  τον  4ο  αι.,  προκειμένου  να  αντιμετωπίσουν  τη  βαρβαρική  πίεση  στο  ηπειρωτικό  σύνορο  του  Ρήνου.  Το  383,  ο  Ισπανορωμαίος  Μάξιμος,  στρατηγός  της  Βρετανίας  ο  οποίος  εποφθαλμιούσε  τον  θρόνο  της  Ραβέννας,  αποβιβάσθηκε  στη  Γαλατία  με  πολλούς  στρατιώτες  του.  Οι  άνδρες  που  απέσυρε  δεν  αντικαταστάθηκαν  με  νέους.  Η  προστασία  της  ρωμαϊκής  Βρετανίας  ήταν  πλέον  ασύμφορη  οικονομικά  για  την  καταρρέουσα  Αυτοκρατορία.  Η  αποχώρηση  Ρωμαίων  στρατιωτών  συνεχίσθηκε  και  μαζί  τους  αποσύρθηκε  σημαντικό  μέρος  των  ανωτέρων  και  ευπόρων  τάξεων,  τα  μέλη  των  οποίων  είχαν  κατανοήσει  ότι  η  Βρετανία  δεν  θα  αποτελούσε  σε  λίγο  ασφαλές  μέρος.  Η  αστική  ζωή  είχε  ήδη  περιορισθεί  σημαντικά  και  η  οικονομία  είχε  υποστεί  κάμψη.  Το  407  μ.Χ.  η  Αυτοκρατορία  απέσυρε  τα  τελευταία  τακτικά  στρατεύματα  της  από  το  νησί,  πιθανώς  μαζί  με  τους  περισσότερους  διοικητικούς  υπαλλήλους.  Οι  στρατιώτες  που  απέμειναν  ήταν  ουσιαστικά  όσοι  Ρωμαίοι  και  ξένοι  μισθοφόροι  είχαν  αποκτήσει  οικογένεια  ή  άλλα  ερείσματα  στο  νησί,  καθώς  και  οι  Βρετανοί  μάχιμοι  που  υποστήριζαν  τις  λεγεώνες.  Τα  ίδια  ισχύουν  για  τους  εναπομείναντες  αυτοκρατορικούς  αξιωματούχους  και  υπαλλήλους.  Ειδικά  στην  ανατολική  Βρετανία  παρέμειναν  αρκετοί  εκλατινισμένοι  Γερμανοί  στρατιώτες  (gentiles),  απόγονοι  παλαιών  μισθοφόρων  των  Ρωμαίων.  Αρχικά  πολέμησαν  τους  Αγγλοσάξονες  ομοφύλους  τους,  εντούτοις  είναι  άγνωστο  αν  κάποιοι  προτίμησαν  στη  συνέχεια  να  συνεργαστούν  μαζί  τους  επί  της  βάσης  της  κοινής  καταγωγής.  Τέλος,  παρέμειναν  πολλοί  από  τους  σημαντικότατους  Σαρμάτες  μισθοφόρους,  στους  οποίους  θα  αναφερθούμε  αναλυτικά  παρακάτω.  Μετά  το  407  η  Βρετανία  νοτίως  του  τείχους  του  Αδριανού,  παρότι  λογιζόταν  ως  μέρος  του  ρωμαϊκού  κόσμου,  κατέστη  ουσιαστικά  ανεξάρτητη.  Η  αύξηση  των  βαρβαρικών  επιδρομών  μετά  τη  ρωμαϊκή  αποχώρηση,  έφερε  σε  δύσκολη  θέση  τη  βρετανική  ηγεσία.  Τα  μέλη  της  έστειλαν  μήνυμα  στον  Ρωμαίο  αυτοκράτορα,  με  αίτημα  για  αποστολή  στρατιωτικής  βοήθειας  (410  μ.Χ.).  Ο  τελευταίος  τους  συμβούλευσε  να  οργανώσουν  μόνοι  τους  την  άμυνα  τους.

  Παρά  την  αποχώρηση  της  Αυτοκρατορίας  από  τη  Βρετανία,  ο  οργανωμένος  σε  ρωμαϊκά  πλαίσια  βίος  συνεχίσθηκε.  Τα  συρρικνωμένα  πλέον  ρωμαϊκά  αστικά  κέντρα  συνέχισαν  να  υπάρχουν,  αλλά  ο  τρόπος  ζωής,  η  γλώσσα,  οι  λατρείες  κ.ά.  ρωμαϊκά  στοιχεία  υποχωρούσαν  σταθερά  έναντι  των  αναγεννημένων  κελτικών.  Η  εναπομείνασα  εκρωμαϊσμένη  αριστοκρατία  της  νοτιοανατολικής  Βρετανίας,  ανέλαβε  την  οργάνωση  της  άμυνας  της  περιοχής  έναντι  των  Σαξόνων.  Η  πιστή  στην  κελτική  παράδοση,  αριστοκρατία  της  λοφώδους  δυτικής  Βρετανίας,  ανέλαβε  την  απόκρουση  κυρίως  των  Ιρλανδών  επιδρομέων.  Οι  παλαιοί  διοικητές  των  φρουρών  του  τείχους  του  Αδριανού  και  οι  τοπικοί  ευγενείς,  έγιναν  η  κληρονομική  ηγετική  τάξη  της  βόρειας  βρετανικής  περιοχής,  αναλαμβάνοντας  την  απόκρουση  κυρίως  των  Πίκτων.    Από  την  εθνο-πολιτισμική  άποψη,  οι  βόρειοι  Βρετανοί  ηγεμόνες  βρίσκονταν  σε  ενδιάμεση  θέση  μεταξύ  των  «ακραιφνών  Κελτών»  της  δυτικής  περιοχής  και  των  Ρωμαιο-βρετανών  της  νοτιοανατολικής.    Πιθανώς  οι  τρεις  αναφερόμενες  ομάδες  ευγενών  να  βρίσκονταν  σε  αντιπαλότητα  κατά  τη  ρωμαϊκή  περίοδο.  Όμως,  η  κοινή  εξωτερική  απειλή  των  βαρβάρων  τις  συνέδεσε  περισσότερο.  Βαθμιαία,  η  πρώην  ρωμαϊκή  Βρετανία  διαιρέθηκε  σε  αυτόνομα  κελτικά  ή  ρωμαιο-κελτικά  κρατίδια  υπό  την  ηγεσία  πολεμικών  αρχηγών,  οι  οποίοι  προσπάθησαν  να  διατηρήσουν  ενωμένο  το  «Βρετανικό  βασίλειο»,  όπως  αντιλαμβάνονταν  την  κοινή  επικράτεια  τους.  Μέρος  της  ενωτικής  πολιτικής  τους  ήταν  η  εκλογή  ενός  πολέμαρχου  (Δούκα)  ως  ανώτατου  πολιτικο-στρατιωτικού  αρχηγού,  ο  οποίος  οδηγούσε  τις  πολεμικές  προσπάθειες  τους  έναντι  των  επιδρομέων  και  απέτρεπε  τις  εσωτερικές  συγκρούσεις.  Στις  μεταγενέστερες  πηγές,  αυτός  ο  τίτλος  αναφέρεται  ως  Ανώτατος  ηγεμόνας  της  νήσου  αλλά  ο  αρχικός  ή  ο  στρατιωτικός  του  τίτλος  ήταν  «Δούκας»  (Dux  bellorum).  Πιθανώς  αποτελούσε  την  αδιάλειπτη  συνέχεια  του  ρωμαϊκού  αξιώματος  του  Δούκα  της  Βρετανίας  (βλ.  ανωτέρω).  Οι  Βρετανοί  αντιστάθηκαν  στους  εισβολείς  υπό  την  ηγεσία  διαδοχικών  εμπνευσμένων  ηγετών  όπως  ο  Βοτεπόριξ,  ο  Βόρτιγκερν  και  κυρίως  ο  Αρθούρος.  Υπό  την  ηγεσία  τους  συνέτριψαν  τους  Πίκτους  και  τους  Ιρλανδούς,  σαρώνοντας  τις  αποικίες  των  δεύτερων  στην  Ουαλλία  και  την  Πεδινή  Σκωτία,  και  περιόρισαν  τους  Αγγλοσάξονες.  Το  429  οι  Ρωμαιο-βρετανοί  υπό  την  ηγεσία  του  αγίου  Γερμανού  της  Οσέρ  (Auxerre),  συνέτριψαν  ένα  στίφος  Σαξόνων  και  Πίκτων  επιδρομέων.

Britain circa 540

            Η  βρετανική  άμυνα  υπήρξε  επιτυχής  έως  το  442,  όταν  κλονίσθηκε  από  δύο  αλγεινές  «πληγές»  (χρονικό  του  Gildas).  Δούκας  της  Βρετανίας  ήταν  τότε  ο  Βόρτιγκερν  (Vortigern),  πιθανώς  ένας  από  τους  αρχηγούς  της  φυλής  των  Ορδοβίκων.  Η  ονομασία  του  μάλλον  δεν  αποτελεί  ανθρωπωνύμιο,  επειδή  αναλύεται  στη  βρυθονική  κελτική  ως  ο  «Μεγάλος  βασιλιάς»  και  αποτελεί  πιθανώς  εκλαϊκευμένη  απόδοση  του  τίτλου  του  Ανώτατου  ηγεμόνα.  Ο  Βόρτιγκερν  είχε  προσλάβει  Ιούτους  μισθοφόρους  (από  τη  σύγχρονη  Γιουτλάνδη,  τη  «χώρα  των  Ιούτων»),  για  να  αποκρούσει  τις  αγγλοσαξονικές  επιδρομές.  Η  εξέγερση  τους  (442)  εναντίον  του  αποτελεί  την  πρώτη  «πληγή»  που  αναφέρει  ο  Γκίλντας.  Οι  Ιούτοι  άρχισαν  να  λεηλατούν  οικισμούς  της  Ανατολικής  Βρετανίας,  αιχμαλωτίζοντας  ή  φονεύοντας  τους  κατοίκους.  Η  δεύτερη  «πληγή»  ήταν  μια  επιδημία  πανώλης  που  εμφανίσθηκε  στη  νήσο  (περί  το  446)  και  έπληξε  κυρίως  τις  πόλεις,  αποδεκατίζοντας  τον  εναπομείναντα  εκλατινισμένο  πληθυσμό  ο  οποίος  ήταν  συγκεντρωμένος  κυρίως  σε  αυτές.  Η  βρετανική  οργάνωση  δέχθηκε  ισχυρό  πλήγμα,  επειδή  στελεχωνόταν  προπαντός  από  τους  εκλατινισμένους.  Το  446  οι  Ρωμαιο-βρετανοί  ζήτησαν  τη  στρατιωτική  βοήθεια  του  Ρωμαίου  αξιωματούχου  Αέτιου.  Ο  Αέτιος,  ο  μεγάλος  στρατηγός  που  σε  πέντε  χρόνια  θα  απέκρουε  τον  Αττίλα  στα  Καταλαυνικά  Πεδία  (451),  βρισκόταν  στη  Γαλατία.  Το  βρετανικό  αίτημα  απορρίφθηκε  πάλι.

Η  προτίμηση  του  Βόρτιγκερν  στους  Γερμανούς  μισθοφόρους  υπήρξε  το  τραγικό  λάθος  του.  Πιθανώς  δεν  εμπιστευόταν  τους  εντόπιους  πολεμιστές,  θέλοντας  να  σταθεροποιήσει  την  προσωπική  εξουσία  του  με  τον  σχηματισμό  μιας  δικής  του  «Πραιτωριανής  φρουράς»  αποτελούμενης  από  Γερμανούς.  «Διόρθωσε»  το  σφάλμα  της  πρόσληψης  των  Ιούτων  με  ένα  μεγαλύτερο  λάθος:  εγκατέστησε  μια  ομάδα  Σαξόνων  μισθοφόρων,  υπό  τους  αρχηγούς  Χόρσα  και  Χένγκιστ,  στην  περιοχή  του  Κεντ  (περίπου  449  μ.X.).  Η  υποχρέωση  τους  ήταν  να  καταστείλουν  την  εξέγερση  των  Ιούτων.  Οι  Σάξονες  τους  νίκησαν  αλλά  στη  συνέχεια,  με  ορμητήριο  το  Κεντ,  στράφηκαν  και  αυτοί  εναντίον  του  Βόρτιγκερν  διενεργώντας  αγριότητες  και  λεηλασίες  εις  βάρος  των  Κελτών.  Κάλεσαν  πλήθη  ομοεθνών  τους  από  την  κοιτίδα  τους,  οι  οποίοι  αποβιβάσθηκαν  στις  ακτές  της  Βρετανίας  και  κατέκτησαν  σε  μερικές  δεκαετίες  το  νοτιοανατολικό  τμήμα  της.  Η  αγγλοσαξονική  προέλαση  περιορίσθηκε  από  τις  προσπάθειες  του  δούκα  (Ανώτατου  ηγεμόνα)  Αμβροσίου  Αυρηλιανού  και  στη  συνέχεια  αναχαιτίσθηκε  από  τον  μεγάλο  δούκα  Αρθούρο  (πιθανώς  γιο  του  προηγουμένου).  Δεν  έχει  εξακριβωθεί  οριστικά  αν  ο  Αρθούρος  ήταν  μυθολογικός  ήρωας  ή  ιστορική  προσωπικότητα,  ωστόσο  οι  αρχαιολογικές  ανακαλύψεις  των  τελευταίων  δεκαετίων  και  η  επανεξέταση  των  γραπτών  πηγών  ενισχύουν  την  ιστορικότητα  του.  Τα  φιλολογικά,  ιστορικά,  αρχαιολογικά  κ.ά.  στοιχεία  δείχνουν  ότι  ένας  ισχυρός  πολέμαρχος  έζησε  με  βεβαιότητα  περί  το  μεταίχμιο  των  5ου-6ου  αιώνων,  ενώνοντας  σταθερά  τις  βρετανικές  φυλές  και  αποκρούοντας  τους  εισβολείς.  Αυτός  δεν  μπορεί  να  είναι  άλλος  από  τον  Αρθούρο  της  κελτικής  βρετανικής  παράδοσης  και  της  «Ιστορίας  των  Βασιλέων  της  Βρετανίας»  του  Τζέφφρυ  του  Μόνμουθ  (1133).  Ο  Αρθούρος  δεν  στηριζόταν  σε  ξένους  μισθοφόρους  όπως  ο  Βόρτιγκερν,  αλλά  σε  έναν  «εθνικό»  βρετανικό  στρατό  αποτελούμενο  από  Κέλτες,  Ρωμαίοβρετανούς  και  Ρωμαίοσαρμάτες.  Κατάφερε  μεγάλες  απώλειες  στους  Σάξονες,  αναγκάζοντας  μερικούς  να  επιστρέψουν  στις  γερμανικές  πατρίδες  τους.

            Ο  ρωμαϊκός  στρατός  στη  Βρετανία  περιελάμβανε  πολλούς  Σαρμάτες  μισθοφόρους,  οι  περισσότεροι  από  τους  οποίους  μάλλον  παρέμειναν  στο  νησί  μετά  το  407.  Οι  Σαρμάτες  αποτελούσαν  μια  μεγάλη  ομάδα  νομαδικών  λαών  του  βορειοϊρανικού  (σακικού)  κλάδου.  Η  κοιτίδα  τους  βρισκόταν  στην  Κεντρική  Ασία.  Από  τον  3ο  αι.  π.Χ.  μερικές  φυλές  τους  κινήθηκαν  προς  την  Κίνα,  ενώ  ο  κύριος  όγκος  τους  εισέβαλε  στη  σύγχρονη  Ουκρανία,  όπου  κατάστρεψε  το  σκυθικό  κράτος.  Οι  διάφορες  σαρματικές  φυλές  ήταν  ανεξάρτητες  και  συχνά  πολεμούσαν  μεταξύ  τους.  Οι  σημαντικότερες  περιελάμβαναν  τους  Σαυρομάτες,  τους  Ρωξολανούς,  τους  Ιάζυγες,  τους  «Βασιλικούς»  Σαρμάτες,  τους  Αλανούς  κ.ά.  Οι  Σαρμάτες  πολεμούσαν  κυρίως  ως  θωρακισμένοι  ιππείς  με  μακριά  λόγχη  ιππικού  («κόντος»).  Οι  Ρωμαίοι  της  Ύστερης  περιόδου  εκτίμησαν  τη  μαχητική  τους  αξία  και  τους  προσέλαβαν  μαζικά  ως  μισθοφόρους,  υιοθετώντας  εντέλει  και  τον  τρόπο  πολέμου  τους.  Το  ίδιο  έπραξαν  οι  Γότθοι,  οι  Ούννοι  και  άλλοι  λαοί,  οι  οποίοι  επιπροσθέτως  περιελάμβαναν  στις  τάξεις  τους  πολυάριθμους  Σαρμάτες  συμμάχους.  Οι  Σαρμάτες  διασκορπίστηκαν  και  εγκαταστάθηκαν  σε  πολλές  ευρωπαϊκές  περιοχές,  όπου  αφομοιώθηκαν  από  τους  τοπικούς  πληθυσμούς.

 OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Σασσανίδης  κατάφρακτος  ιππέας  σε  σύγχρονη  αναπαράσταση (πηγή: Wikipedia). Oι  Σαρμάτες  ομόλογοι  του  ανήκαν  σχεδόν  στον  ίδιο  τύπο  καταφράκτου.  Χρησιμοποιούσαν επίσης  θωρακίσεις  μεγάλων  φολίδων  όπως η εικονιζόμενη του αλόγου και αλυσοθωρακίσεις όπως του αναβάτη, αλλά τα κράνη τους ανήκαν κυρίως  στον  τύπο  spangenhelm και  σε  άλλους.  Επίσης  είχαν  σημαντικές διαφορές και  στα  επιθετικά  όπλα. 

Οι  Ιάζυγες,  ένας  από  τους  προωθημένους  σαρματικούς  κλάδους,  εγκαταστάθηκαν  στην  Παννονία  (ουγγρική  πεδιάδα),  από  όπου  διενεργούσαν  επιθέσεις  στα  γειτονικά  ρωμαϊκά  εδάφη.  Το  175  μ.Χ.,  ο  Ρωμαίος  αυτοκράτορας  Μάρκος  Αυρήλιος  τους  νίκησε  και  εξόρισε  8.000  Ιάζυγες  ιππείς  (τους  περισσότερους  επιζώντες  της  φυλής)  στη  Γαλατία  και  τη  Βρετανία,  όπου  υπηρέτησαν  ως  μισθοφόροι  των  Ρωμαίων.  Οι  5.500  από  αυτούς  εγκαταστάθηκαν  στη  Βρετανία.  Το  σημαντικότερο  στοιχείο  είναι  ότι  σύμφωνα  με  επιτύμβια  επιγραφή,  διοικητής  της  Έκτης  Λεγεώνας  Ουίκτριξ  (VI  Victrix)  στην  οποία  εντάχθηκαν,  ήταν  ο  αξιωματικός  Λεύκιος  Αρτόριος  Κάστος  (Lucius  Artorius  Castus),  ο  οποίος  είχε  υπηρετήσει  στη  Δαλματία,  περιοχή  γειτονική  στην  Παννονία,  και  ίσως  είχε  δαλματική  (ιλλυρική)  καταγωγή.  Η  ένταξη  των  Ιαζύγων  στην  Έκτη  Λεγεώνα  δεν  ήταν  τυχαία.  Οι  Σαρμάτες  αναμφίβολα  δέχθηκαν  θετικά  έναν  διοικητή  οικείο  με  την  πατρίδα  τους,  πιθανώς  και  με  τα  έθιμα  και  τη  γλώσσα  τους.  Όταν  έληξε  η  εικοσάχρονη  θητεία  τους,  οι  Ρωμαίοι  τους  απαγόρευσαν  να  επιστρέψουν  στην  Παννονία  εγκαθιστώντας  τους  στο  Βρεμετέννακο  (Bremetennacum,  σημερινό  Ribchester,  πλησίον  του  Λάνκαστερ)  και  σε  άλλες  δύο  τοποθεσίες  της  Βρετανίας.  Αργότερα,  οι  τρεις  σαρματικές  εγκαταστάσεις  ταυτίζονται  με  τρεις  από  τις  δώδεκα  τοποθεσίες  νικών  που  πέτυχε  ο  Αρθούρος  (Νέννιος:  «Ιστορία  των  Βρετανών»,  τέλος  8ου  αι.).  Περί  τα  τέλη  του  3ου  αι.  αναφέρεται  μια  μονάδα  500  Σαρματών  ιππέων  στο  Βρεμετέννακο  και  θεωρείται  ότι  πρόκειται  για  τους  απογόνους  των  Ιαζύγων  μισθοφόρων.  Το  ανθρωπωνύμιο  «Αρθούρος»  προέρχεται  ενδεχομένως  από  κελτική  παραφθορά  του  «Αρτόριος»  και  έχει  προταθεί  η  εκδοχή  ότι  ο  δούκας  της  Βρετανίας  των  5ου-6ου  αι.  ήταν  απόγονος  του  Ρωμαίου  αξιωματικού  του  2ου  αιώνα.  Άλλη  εκδοχή  υποστηρίζει  ότι  η  προσωπική  ονομασία  «Αρτόριος»  μετεξελίχθηκε  στον  κελτικό  τίτλο  «Αρθούρος»  (όπως  π.χ.  το  ρωμαϊκό  «Καίσαρ»  μετατράπηκε  στο  γερμανικό  «Κάιζερ»  ή  το  ρωσικό  «Τσάρος»).  Εντούτοις,  ο  Αρθούρος  θεωρείται  Κέλτης,  ακόμη  κι  αν  ήταν  μακρινός  απόγονος  του  Ρωμαίου  Αρτόριου.

Ο  αριθμός  των  Σαρματών  της  Βρετανίας  δεν  ήταν  ευκαταφρόνητος.  Οι  Ρωμαίοι  εγκατέστησαν  στο  νησί  5.500  Ιάζυγες  πολεμιστές.  Επειδή  οι  Σαρμάτες  μετακινούνταν  με  τις  οικογένειες  τους,  που  διαβιούσαν  στις  χαρακτηριστικές  βαριές  άμαξες  των  νομάδων,  είναι  βέβαιο  ότι  πολλοί  από  τους  Ιάζυγες  συνοδεύονταν  από  τα  γυναικόπαιδα  τους.  Από  την  άλλη  πλευρά,  αρκετοί  θα  ήταν  ανύμφευτοι  άνδρες  που  θα  νυμφεύθηκαν  εντόπιες  Κέλτισσες.  Η  συνήθης  αναλογία  μαχίμων  έναντι  των  αμάχων  που  χρησιμοποιείται  για  τον  υπολογισμό  αρχαίων  πληθυσμών,  είναι  1:3.  Επομένως,  μια  αναλογία  1:2  είναι  αποδεκτή  για  τους  Ιάζυγες  μισθοφόρους  στη  Βρετανία  και  έτσι  καταλήγουμε  σε  έναν  συνολικό  αριθμό  16-17.000  μαζί  με  τους  αμάχους  τους.  Αν  προσθέσουμε  σε  αυτούς  και  τους  άλλους  Σαρμάτες  μισθοφόρους  που  εγκαταστάθηκαν  στη  Βρετανία,  κυρίως  Αλανούς,  ο  συνολικός  σαρματικός  πληθυσμός  θα  αριθμούσε  λίγες  δεκάδες  χιλιάδων (ενδεχομένως  25-30.000). Ο  αριθμός  των  εκλατινισμένων  Γερμανών  gentiles  ήταν  μεγαλύτερης  τάξης, ενώ  ο  συνολικός πληθυσμός  της  Βρετανίας ήταν  της τάξης  του  1-1.500.000.

Σύμφωνα  με  μερικούς  μελετητές,  η  γένεση  του  Αρθούριου  θρύλου  οφείλεται  στους  Σαρμάτες  μισθοφόρους, όπως  θα  δούμε  στο  Β΄  μέρος.

.

 Περικλής    Δεληγιάννης

.

Η  ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  Β΄  ΜΕΡΟΣ

.

ΑΛΛΟ  ΣΧΕΤΙΚΟ  ΑΡΘΡΟ: 

.