By  Periklis  Deligiannis

Irish Brigade at Gettysburg

The  Irish  Brigade  at  Gettysburg.  A  classic  artwork  by  Don  Troiani.

The  Irish  Infantry  Brigade  of  the  Federal  Army  (USA)  in  the  Civil  War  consisted  mainly  of  Irish  immigrants  and  Americans  of  Irish  descent,  Catholics  almost  entirely.  After  the  Civil  War,  the  69th  Infantry  Regiment  of  New  York  is  considered  to  be  the  descendant  unit  of  the  Brigade  (because  its  power  was  decreased  because  of  the  losses  and  the  demobilization  after  the  end  of  the  war).  Moreover,  the  69th  Regiment  which  goes  on  serving  the  U.S.  Army  was  the  original  core  of  the  Brigade.  The  Irish  Brigade  became  famous  for  the  high  aggressiveness  of  its  men  and  their  characteristic  Celtic  battle  cry  ‘Fag  an  bealach!’  (‘Open  the  way!’,  in  Gaelic  Celtic),  typical  of  its  risky  missions.
The  Celts  have  always  been  renowned  (already  from  Antiquity)  for  their  bravery  on  the  battlefield,  being  elite  combatants  (warriors  and  then  soldiers)  and  renown  mercenaries.  On  the  other  hand,  the  Celtic  soldiers  (expect  possibly  the  Highlander  Scots)  were  often  considered  to  be  expendable  by  the  Anglo-Saxon  political-military  leaderships  of  the  U.S.  and  Britain  until  the  end  of  World  War  I.  However,  the  heavy  losses  suffered  generally  by  the  Fed  Irish  soldiers  during  the  Civil  War  were  not  always  necessarily  due  to  this  mutual  antipathy  between  Anglo-Saxons  (‘natives’  as  they  called  themselves)  and  Celts  (usually  newcomer  immigrants),  which  in  this  period  often  ended  in  street  clashes  with  several  people  dead  in  major  American  cities  of  the  North  like  New  York,  Boston,  Philadelphia  etc.  Their  losses  in  the  war  were  due  to  a  significant  extent,  to  the  aforementioned  martial  reputation  of  the  Celts:  they  used  to  undertake  a  major  part  of  the  fighting,  thereby  they  had  such  heavy  losses.



The face of mock battles – images of Roman cavalry helmets from Germania Inferior

1 Comment

I recently resumed my travels on the Limes Germanicus and headed north along Rome’s frontier in the Roman province of Germania Inferior. The Lower Germanic Limes extended from the North Sea at Katwijk in the Netherlands to Bonna along the Lower Rhine. Numerous museums with impressive collections of Roman artefacts can be found by the Limes road. Among the masterpieces on display are the face mask helmets, also called cavalry sports helmets.

One such helmet was found at the site of the Battle of the Teutoburg Forest, where three Roman legions were wiped out by the Germanic tribes in 9 AD. This face mask originally belonged to a helmet of a Roman cavalry man. It is composed of an iron basis and sheet-silver applied to the surface. After the battle the valuable sheet-silver was cut off and hastily taken by Germanic ponderers.

Kalkriese face mask for Roman cavalry helmet, Museum und Park Kalkriese, Germany © Carole Raddato

Kalkriese face mask for Roman cavalry helmet, Museum und Park Kalkriese (Germany)
© Carole Raddato

According to Arrian of Nicomedia, a Roman provincial governor and a close friend of Hadrian, face mask helmets were used in cavalry parades and sporting mock battles called “hippika gymnasia”. Parades or tournaments played an important part in maintaining unit morale and fighting effectiveness. They took place on a parade ground situated outside a fort and involved the cavalry practicing manoeuvring and the handling of weapons such as javelins and spears (Fields, Nic; Hook, Adam. Roman auxiliary cavalryman: AD 14-193).

Calvary helmets were made from a variety of metals and alloys, often from gold-coloured alloys or iron covered with tin. They were decorated with embossed reliefs and engravings depicting the war god Mars and other divine and semi-divine figures associated with the military.

Below are some examples of face mask helmets to be found in the museums of Germania Inferior.

The Nijmegen cavalry helmet, an iron mask sheathed in bronze and silver discovered in 1915 on the left bank of the Waal river near Nijmegen, second half of the first century, Museum het Valkhof, Nijmegen (Netherlands) © Carole Raddato

The Nijmegen cavalry helmet, second half of the first century, Museum het Valkhof, Nijmegen (The Netherlands)
© Carole Raddato

The Nijmegen helmet above is a cavalry display helmet that was found in the gravel on the left bank of the Waal river south of Nijmegen in 1915. It dates to the 1st century A.D., probably the latter half; the busts are Flavian in style, so from between 69 and 96 A.D.





Αεροφωτογραφία του  αρχαιολογικού  χώρου  του  Σελινούντα

Κατά  την  περίοδο  που  οι  Έλληνες  αποίκιζαν  την  ανατολική  ακτή  της  Σικελίας  (τέλος  8ου  αι.  π.Χ.)  οι  Φοίνικες  διατηρούσαν  τα  δικά  τους  «εμπορεία»  (εμπορικούς  σταθμούς)  στο  δυτικό  τμήμα  της.  Φαίνεται  ότι  η  Πάνορμος  (σημερ.  σικελική  πρωτεύουσα  Παλέρμο)  ήταν  η  παλαιότερη  αποικία  τους.  Η  Μοτύη  ιδρύθηκε  περί  το  700  π.Χ.  από  τους  Φοίνικες  της  Καρχηδόνας.  Η  θέση  της  ήταν  ιδιαίτερα  στρατηγική  και  καλά  προστατευμένη,  έχοντας  ιδρυθεί  σε  μια  νησίδα  κοντά  στη  σικελική  ακτή.  Ταυτόχρονα  οι  Καρχηδόνιοι  ίδρυσαν  τα    «εμπορεία»  της  Μαζάρας  και  της  Μακάρας  στη  νοτιοδυτική  ακτή,  των  οποίων  η  φοινικική  προέλευση  έχει  εξακριβωθεί  από  τις  χαναανικές  ονομασίες  τους  και  από  την  αρχαιολογία.  Η  Μακάρα  ιδρύθηκε  μάλλον  στη  θέση  κάποιας  παλαιότερης  Μινωικής  ναυτικής  βάσης,  επειδή  οι  Έλληνες  την  αποκαλούσαν  «Μινώα» και  αργότερα ‘Ηράκλεια Μινώα’ ή  απλά  ‘Ηράκλεια’.  Τέλος,  Ιταλοί  αρχαιολόγοι  έχουν  υποθέσει  ότι  η  μεταγενέστερη  πόλη  των  Ιμεραίων  Θερμών,  την  οποία  ίδρυσαν  οι  Καρχηδόνιοι  μετά  την  καταστροφή  της  Ιμέρας  (τέλος  5ου    αιώνα  π.Χ.),  προϋπήρχε  ως  φοινικική  αποικία  πριν  την  ίδρυση  της  τελευταίας.

Το  δυτικό  τμήμα  της  Σικελίας  δεν  ήταν  άγνωστο  στους  Έλληνες  και  γενικά  στους  κατοίκους  του  Αιγαίου.  Κύριοι  κάτοικοι  της  περιοχής  και  πιστοί  σύμμαχοι  των  Φοινίκων  ήταν  οι  Έλυμοι,  λαός  ο  οποίος  είχε  από  νωρίς  εμπορικές  και  πολιτισμικές  συναλλαγές  με  τους  Έλληνες.  Θεωρείται  μάλιστα  ότι  η  εθνογένεση   της  ελυμικής  εθνότητας  και  η  οργάνωση  της  σε  πόλεις-κράτη  οφείλεται  στη  φοινικική  και  την  ελληνική  επίδραση  σε  ένα  τμήμα  του  ευρύτερου  λαού  των  Σικανών,  ενδεχομένως  δε  και  στην  εγκατάσταση  Μικρασιατών  προσφύγων  στο  έδαφος  τους.  Οι  Έλληνες,  οι  οποίοι  είχαν  εκτοπίσει  τους  Φοίνικες  από  την  υπόλοιπη  Σικελία,  δεν  άργησαν  να  εμφανιστούν  ως  άποικοι  και  στη  δυτική  περιοχή  της.  Το  648  π.Χ.  «εγκαινίασαν»  έναν  έντονο  γεωστρατηγικό  ανταγωνισμό  με  τους  δεύτερους  όταν  πλησίασαν  επικίνδυνα  τις  τελευταίες  εγκαταστάσεις  τους  στο  νησί  ιδρύοντας  κοντά  σε  αυτές  την  Ιμέρα (κοινή  αποικία  Χαλκιδαίων  και  Συρακουσίων).  Οι  Καρχηδόνιοι  αναγκάστηκαν  να  εκκενώσουν  το  «εμπόρειο»  τους  στις  Θέρμες,  κατά  το  πιθανότερο  μετά  από  επίθεση  των  Ιμεραίων.

Συνεχιστε την αναγνωση



Sarmatian sword ring pommelssssss

Σαρματικό  ξίφος  με  τη  χαρακτηριστική  δακτυλιοειδή  απόληξη  λαβής.  Από  τη δακτυλιοειδή  απόληξη  μάλλον  διερχόταν  ένας  δερμάτινος  ιμάντας  ο  οποίος  δενόταν  στο  χέρι του  πολεμιστή  και  απέτρεπε  την  πτώση  του  ξίφους  κατά  τη  σύρραξη. 

Δεξιά: ένα spangenhelm, τύπος  κράνους  αγαπητός  στους  Σαρμάτες  αλλά  και  στους Υστερους  Ρωμαίους, καθώς  και  σε  άλλους  λαούς  της  εποχής (Γότθους, Ούννους κτλ)


Σύμφωνα  με  μερικούς  μελετητές,  η  γένεση  του  Αρθούριου  θρύλου  οφείλεται  στους  Σαρμάτες  μισθοφόρους.  Οι  πολεμιστές  του  Αρθούρου  περιγράφονται  ως  «ιππότες».  Τέτοιοι  ήταν  οι  σιδηρόφρακτοι  Σαρμάτες  ιππείς,  οι  «θεμελιωτές»  της  ευρωπαϊκής  Ιπποσύνης,  σύμφωνα  με  την  επικρατέστερη  άποψη.  Το  βαρύ  σαρματικό  ιππικό  περιελάμβανε  κατάφρακτους  ιππείς,  προστατευμένους,  όπως  και  τα  άλογα  τους,  με  σχεδόν  ολόσωμη  μεταλλική  θωράκιση  (συνήθως  φολιδωτή).  Επίσης  πολεμούσαν  με  βασικό  επιθετικό  όπλο  τη  μακριά  λόγχη,  όπως  οι  μεταγενέστεροι  ιππότες.  Η  γνωστή  μορφή  του  Ευρωπαίου  ιππότη  του  Ύστερου  Μεσαίωνα  δημιουργήθηκε  όταν  οι  Ανατολικοί  Γερμανοί  (Γότθοι,  Βουργουνδοί  και  Βάνδαλοι),  οι  Σουήβοι  Γερμανοί  (Μαρκομάννοι,  Λογγοβάρδοι  και  Κουάδοι)  και  οι  Ρωμαίοι,  υιοθέτησαν  συνολικά  τον  σαρματικό  ιππικό  εξοπλισμό.  Η  εξολόθρευση  του  ρωμαϊκού  στρατού  από  το  γοτθο-σαρματικό  ιππικό  στην  Αδριανούπολη  το  378  μ.Χ.,  εδραίωσε  την  κυριαρχία  του  θωρακισμένου  ιππέα  κατά  τον  Μεσαίωνα.  Οι  Νορμανδοί  της  βόρειας  Γαλλίας, μέρος  της  αριστοκρατίας  των  οποίων  είχε  επίσης  αλανική (σαρματική) καταγωγή,  ήταν  αυτοί  που  διαμόρφωσαν  την  τελική  μορφή  της  Ιπποσύνης.  Στη  Βρετανία,  οι  «ιππότες»  του  Αρθούρου  αποτελούνταν  πιθανώς  από  εκ-κελτισμένους  απόγονους  των  Σαρματών  μισθοφόρων  και  από  Κέλτες  ιππείς  οι  οποίοι  πολεμούσαν  με  τον  σαρματικό  τρόπο.  Οι  Ιάζυγες  του  Βρεμετέννακου  αναφέρονται  και  στις  αρχές  του  5ου  αι.  ως  «το  στράτευμα  των  Σαρματών  βετεράνων».  Πιθανώς  επιβίωσαν  έως  τότε  ως  εθνική  οντότητα,  έχοντας  εγκαταλείψει  την  ιρανική  γλώσσα  τους  υπέρ  της  λατινικής  όπως  και  όλοι  οι  Σαρμάτες  της  Βρετανίας  και  της  Ρωμαϊκής  Ευρώπης.  Επίσης,  θεωρείται  βέβαιο  ότι  στη  Βρετανία  εγκαταστάθηκαν  ως  μισθοφόροι  πολλοί  Αλανοί,  οι  οποίοι  αποτελούσαν  την  ισχυρότερη  σαρματική  φυλή.  Οι  ειδικοί  στην  ονοματολογία  έχουν  υποθέσει  ότι  το  σύγχρονο  βρετανικό  ανθρωπωνύμιο  Άλαν  (Alan)  καθώς  και  το  γαλλικό  ή  γενικά  νεολατινικό  Αλαίν  (Alain,  Alen)  προέρχεται  από  τους  Αλανούς.  Όταν  τα  μέλη  αυτού  του  λαού  εγκαταστάθηκαν  μαζικά  στη  δυτική  Ευρώπη  και  αφομοιώθηκαν  από  τους  εντόπιους,  μετέτρεψαν  το  εθνωνύμιο  τους  σε  ανθρωπωνύμιο:  Alanus  στη  λατινική  γλώσσα.  Συμπαγείς  ομάδες  Αλανών  εγκαταστάθηκαν  ως  τοπικές  αριστοκρατίες  στη  βορειοανατολική  Ισπανία,  στη  βόρεια  Αφρική,  στη  βόρεια  Γαλλία  (περιοχή  Αλεν-σόν,  Alencon),  κ.ά.

Οι  Νορμανδοί  υιοθέτησαν  πλήρως,  κατά  τον  10ο  αιώνα,  την  πολεμική  τέχνη  του  σιδηρόφρακτου  ιππότη  από  τους  τοπικούς  ιππείς  της  βόρειας  Γαλλίας.  Οι  τελευταίοι  την  είχαν  παραλάβει  από  τους  Αλανούς  νομάδες  που  είχαν  εγκατασταθεί  αιώνες  πριν  στην  περιοχή  και  ήταν  εν  μέρει  πρόγονοι  τους.    Η  μάχη  του  Χέιστινγκς  (1066),  η  οποία  εξασφάλισε  τη  νορμανδική  κατάκτηση  της  Αγγλίας,  κρίθηκε  από  την  πανάρχαια  νομαδική  τακτική  της  προσποιητής  υποχώρησης,  εκτελεσμένη  από  την  αριστερή  πτέρυγα  του  νορμανδικού  ιππικού.  Η  τελευταία  στελεχωνόταν  από  Βρετόνους  Κέλτες,  οι  οποίοι  είχαν  μερικώς  αλανική  καταγωγή.  Διοικητής  του  αριστερού  κέρατος  ήταν  ο  κόμης  της  Βρετάνης,  ο  Ερυθρός  Αλανός  (Alan  the  Red,  «κοκκινομάλλης»),  όνομα  χαρακτηριστικό  της  προέλευσης  του.  Σχετικά  με  τον  αναφερόμενο  κόμη,  πρέπει  να  παρατηρηθεί  ότι  οι  κινεζικές  και  οι  ευρωπαϊκές  πηγές  περιγράφουν  τους  Αλανούς  της  κεντροασιατικής  κοιτίδας  τους,  ως  έχοντες  σε  μεγάλο  ποσοστό  ξανθά  ή  κόκκινα  μαλλιά.  Ωστόσο  και  οι  Κέλτες  έχουν  συχνά  κόκκινα  μαλλιά  και  για  την  ακρίβεια  έχουν  το  μεγαλύτερο  ποσοστό  κοκκινομάλληδων  στην  Ευρώπη.



1 Comment


Αναπαράσταση  ύστερων  Σαξόνων  μαχίμων.


            Οι  Ρωμαίοι  κατέκτησαν  τις  σύγχρονες  Αγγλία  και  Ουαλλία  κατά  τον  1ο  αι.  μ.Χ.  Οι  φυλές  της  Καληδονίας  (Καληδόνιοι,  Κορνάβιοι,  Ουενίκονες  κ.ά.),  η  οποία  αντιστοιχεί  στη  σύγχρονη  Ορεινή  Σκωτία  (Scottish  Highlands),  παρέμειναν  ανεξάρτητες.  Έως  τον  4ο  αι.  οι  λαοί  της  είχαν  ενσωματωθεί  στη  φυλετική  ένωση  των  Πίκτων  (Picti).  Η  ονομασία  τους  σήμαινε  τους  «βαμμένους»  στη  λατινική,  λόγω  της  κελτικής  συνήθειας  της  δερματοστιξίας  την  οποία  διατηρούσαν.  Οι  ίδιοι  αυτοαποκαλούνταν  «Κρούθνι»  (Cruthni).  Η  ρωμαϊκή  εξουσία  στη  Βρετανία  διατηρήθηκε  περισσότερο  από  τρεις  αιώνες,  ωστόσο  ο  εκλατινισμός  και  ο  εκχριστιανισμός  περιορίσθηκε  κυρίως  στις  πόλεις  και  σε  μερικές  νοτιοανατολικές  αγροτικές  περιοχές.  Η  πλειοψηφία  του  πληθυσμού  παρέμεινε  κελτική  στη  γλώσσα  και  τις  λατρείες.  Ειδικά  οι  αγροτικοί  πληθυσμοί  είχαν  επηρεασθεί  σημαντικά  από  τη  χριστιανική  αίρεση  του  Πελαγιανισμού.  Κατά  τα  τέλη  του  4ου  αι.,  η  αρχική  ρωμαϊκή  επαρχία  της  Βρετανίας  είχε  διασπασθεί  σε  τέσσερις  επαρχίες:  τη  «Μεγάλη  Καισαρησία»,  τη  «Φλαβία  Καισαρησία»,  τη  «Βρετανία  Α΄»  και  τη  «Βρετανία  Β΄».

Οι  φυλές  της  Καληδονίας  και  της  Ιρλανδίας  διενεργούσαν  επιδρομές  στα  ρωμαιο-βρετανικά  εδάφη  από  αιώνες.  Οι  Ιρλανδοί  κατέφθαναν  διασχίζοντας  την  Ιρλανδική  Θάλασσα  με  τα  ελαφρά  σκάφη  τους,  τα  κελτικά  «κουρράγκς».  Οι  Καληδόνιοι-Πίκτοι  επιτίθονταν  στους  Ρωμαιο-βρετανούς  από  τη  ξηρά  και  από  τη  θάλασσα  (με  τον  ίδιο  τύπο  πλοίων).  Ανάμεσα  στους  πρώτους  και  στους  δεύτερους  παρεμβαλλόταν  μια  «ουδέτερη  ζώνη»,  μεταξύ  των  τειχών  του  Αντωνίνου  και  του  Αδριανού,  η  οποία  αντιστοιχεί  σχεδόν  στη  σύγχρονη  Πεδινή  Σκωτία  (Scottish  Lowlands).  Το  σύνορο  της  με  τη  χώρα  των  Πίκτων  (Pictland)  ακολουθούσε  περίπου  τα  σύγχρονα  «ανεπίσημα»  όρια  μεταξύ  Ορεινής  και  Πεδινής  Σκωτίας.  Οι  φυλές  αυτής  της  ζώνης  (Δαμνόνιοι,  Σελγόβες  κ.ά.)  είχαν  περάσει  για  δύο  δεκαετίες  του  2ου  αι.  υπό  άμεσο  ρωμαϊκό  έλεγχο,  ο  οποίος  είχε  φθάσει  στο  τείχος  του  Αντωνίνου.  Όταν  επαναστάτησαν,  οι  Ρωμαίοι  εκκένωσαν  την  περιοχή  και  επανέφεραν  τη  γραμμή  άμυνας  τους  στο  τείχος  του  Αδριανού.  Τελικά  κατέστησαν  τις  φυλές  της  Πεδινής  Σκωτίας  «φοιδερατικές»  (υποτελείς  συμμαχικές),  χρησιμοποιώντας  τες  ως  πρόφραγμα  έναντι  των  Καληδονίων-Πίκτων.  Ωστόσο,  η  νομιμοφροσύνη  τους  ήταν  πάντοτε  αμφίβολη  ενώ  η  βαθμιαία  αποδυνάμωση  της  Αυτοκρατορίας,  τις  οδήγησε  στη  διενέργεια  επιδρομών  στο  ρωμαιο-βρετανικό  έδαφος.

Διαβάστε περισσότερα

%d bloggers like this: