1

Ο  ποταμός  Ευρώτας  κοντά  στη  Σπάρτη.

Από  την  άλλη  πλευρά,  η  σπαρτιατική  κοινωνία  δεν  ήταν  τόσο  άκαμπτη  και στιβαρή, όσο  έχει  θεωρηθεί.  Όταν  δεν  εξασκείτο, ο  Σπαρτιάτης  διασκέδαζε  με  συμπόσια, χορούς, τραγούδι, κυνήγι, συμμετοχή  σε  εορτές  και  συνδιαλέξεις  στην  Αγορά.  Άνδρες  που  γνώριζαν  όσο  κανένας  άλλος  το  σκληρό  πρόσωπο  του  πολέμου, γνώριζαν  εξίσου  καλά  πως  να  χαίρονται  την  ζωή. Οι  πολίτες  της  Σπάρτης  απέρριπταν  μόνο  τα  υλικά  αγαθά  και  τις  ανέσεις, τα  οποία  θεωρούσαν –δικαιολογημένα– ως  διαφθορείς  των  ανθρώπων.  Παρά  το  ότι  ήταν  στην  ουσία  πλούσιοι  γαιοκτήμονες, η  ζωή  τους  συνολικά, ήταν  πιο  λιτή  και  φτωχική  από  αυτήν  ενός  μέσου  Έλληνα  οποιουδήποτε  άλλου  ελληνικού  κράτους.

            Αλίμονο  σε  όποιον  Σπαρτιάτη  έδινε  στους  συμπολεμιστές  του  έστω  και  υποψία  δειλίας  στη  μάχη.  Και  περισσότερο  σε  αυτόν  που  θα  υποχωρούσε  στη  μάχη, ακόμη  και  αν  ήθελε  να  αποφύγει  έναν  αδικαιολόγητο  θάνατο  που  δεν  θα  είχε  κάποιο  ουσιαστικό  όφελος  για  την  πόλη.  Στην  υπόλοιπη ζωή  του  θα  αντιμετώπιζε  κάθε  είδους  μειώσεις, πολιτικές, κοινωνικές και  προσωπικές, που  έφταναν  ή  ξεπερνούσαν  τα  όρια  του  εξευτελισμού.   Επρόκειτο  για  την  κατεξοχήν  έκφραση  σκληρότητας  της  σπαρτιατικής  κοινωνίας, που  δεν  συγχωρούσε  το  παράπτωμα  της  υστέρησης  έναντι  του  βασικού  κανόνα  της  πόλης. Ο «τρέσας» –αυτός  που  τρέμει  από  φόβο – όπως  συνήθιζαν  να  ονομάζουν  σκωπτικά  όσους  έδειξαν  αυτή  την  υστέρηση, γνώριζε  τη  γενική  περιφρόνηση.   Τα  «φαρμακερά» πειράγματα  και  η  κοινωνική  απομόνωση  τον  συνόδευαν  παντού.  Ήταν  υποχρεωμένος  από  τους  νόμους, να  φοράει  ρούχα  από  χρωματιστά  τεμάχια  υφάσματος  ραμμένα  σε  αυτά  και  να  έχει  ξυρισμένα  τα  μισά  γένια  του.  Κάθε  πολίτης  είχε  το  δικαίωμα  να  τον  κτυπήσει  ατιμώρητα  και  κανείς  δεν  του  έδινε  την  κόρη  του  ως  σύζυγο.  Αυτή  η  κατάσταση  αγαμίας  επέφερε  και  πρόστιμο  από  την  πόλη  του,  επειδή  την  στερούσε  από  νέους  πολεμιστές.  Επιπροσθέτως  έχανε  τα  πολιτικά  δικαιώματα  του,  με  ότι  άλλο  συνεπαγόταν  αυτό  ως  προς  την  επιβίωση  του. Αποκλειόταν  ακόμη  και  από  την  δυνατότητα  να  κάνει  επίσημες  νομικά  συμφωνίες  ή  συμβόλαια. Ακόμη  και  αν  ο  τρέσας  δεν  αποκλειόταν  από  το  πολιτικό  σώμα, οι  ταπεινώσεις  του  δεν  σταματούσαν.  Οι  συμπολεμιστές  του  θεωρούσαν  ντροπή  να  τον  έχουν  ως  σύσκηνο  τους  ή  να  γυμνάζονται  παλεύοντας  μαζί  του.  Στον  πυρρίχη (πολεμικό  χορό)  έστελναν  τον  τρέσα  στις  χειρότερες  θέσεις.  Όταν  ο  τελευταίος  συναντούσε  στον  δρόμο  τους  συμπολίτες  του, ακόμη  και  τους  νεότερους, ήταν  υποχρεωμένος  να  παραμερίζει  μπροστά  τους.   Το  φάσμα  μιας  τέτοιας  ζωής  εξηγεί  εν  μέρει  το  απίστευτο  θάρρος  του  Σπαρτιάτη  οπλίτη, ακόμη  και  όταν  χρειάστηκε  να  αντιμετωπίσει  τα  ανθρώπινα  «κύματα» των  εκατοντάδων  χιλιάδων  Ασιατών  στο  στενό  των Θερμοπυλών, ακόμη  και  όταν  γνώριζε  ότι  ο  θάνατος  ήταν  αναπόφευκτος.  Όπως  αναφέρθηκε,  αυτοί  που  υστερούσαν  υποβιβάζονταν  στην  τάξη  των  υπομειόνων.  Έχαναν  τα  πολιτικά  τους  δικαιώματα, τον  κλήρο  τους, έπαυαν  γενικά  να  είναι  «όμοιοι»  και  αποτελούσαν  ελεύθερους  Λακεδαιμόνιους  που  δεν  ανήκαν  πλέον  στην  κυβερνώσα  τάξη  και  που  βρίσκονταν  πιο  χαμηλά  στην  εκτίμηση  της  από  τους  περιοίκους.

 

2

Κορινθιακό  κράνος  από  ανασκαφές. Ηταν  αγαπητό  στους  Σπαρτιάτες  έως  ότου  αντικαταστάθηκε  από  τον  λακωνικό  πιλόσχημο  τύπο ο οποίος τελικά  επικράτησε.

            Εντούτοις, ο  «τρέσας»  είχε  την  ευκαιρία  να  επανορθώσει  και  να  ανακτήσει  τα  δικαιώματα  του, περισσότερο  σε  κρίσιμες  στιγμές  για  την  πόλη.  Μια  τέτοια  περίπτωση  ήταν η  ευκαιρία  που  δόθηκε  στους  επιζώντες  από  την  σπαρτιατική  συμφορά  στο  νησί  της  Σφακτηρίας  κατά  τον  Πελοποννησιακό  πόλεμο (425  π.Χ.).  Όπως  μας  πληροφορεί  ο  Θουκυδίδης, οι  επιζώντες  αντιμετωπίστηκαν  από  τους  συμπολίτες  τους  ως  δειλοί, παρότι  ο  θάνατος  τους  θα  ήταν  ανούσιος.  Αλλά  δεν  έχασαν  τελείως  την  θέση  τους  ως  Σπαρτιάτες  και  τους  επιτράπηκε  να  «επανορθώσουν».  Έπειτα  από  πράξεις  ανδραγαθίας  και  αυταπάρνησης, οι  οπλίτες  της  Σφακτηρίας  αποκαταστάθηκαν  πάλι  στα  δικαιώματα  τους.  Προφανώς  αυτή  η  πολιτική  έχει  σχέση  με  την  ολιγανθρωπία  που  ήδη αντιμετώπιζαν  οι  «όμοιοι» της  Σπάρτης.  Η  συντριβή  στην  Σφακτηρία  είχε  κιόλας  κοστίσει  ένα  μεγάλο  ποσοστό  αυτών  σε  νεκρούς  και  αιχμαλώτους.

            Ένα  ιστορικό  παράλληλο  έχουμε  στην  ιταλική  μιμήτρια  της  Σπάρτης, τη  Ρώμη, η  οποία  συνήθιζε  επίσης  να  τιμωρεί  σκληρά  όσους  υστερούσαν  στις  μάχες.  Ένα  τέτοιο  περιστατικό  συνέβη  μετά  την  καταστροφή  του  ρωμαϊκού  στρατού  στις  Κάννες (216  π.Χ.)  από  τον  Καρχηδόνιο  Αννίβα. Τότε  οι  αρχές  της  Ρώμης,  κάτω  από  την  πίεση  της  κοινής  γνώμης,  θεώρησαν  σιωπηρά  (και  αδικαιολόγητα) ως  λιπόψυχους  τους  Ρωμαίους  στρατιώτες  που  επέζησαν  της  μάχης.  Σχημάτισαν  με  αυτούς  δύο  λεγεώνες,  τις  οποίες  έστειλαν  δυσμενώς  για  στρατιωτική  υπηρεσία  στην  Σικελία, απορρίπτοντας  επανειλημμένα  το  αίτημα  τους  να  ξαναπολεμήσουν  για  την  πατρίδα  τους  στο  ιταλικό  έδαφος (η Σικελία  δεν  θεωρείτο  τότε  ιταλικό  έδαφος  αλλά μία  περιοχή-μεγαλόνησο  Ελλήνων  αλλοεθνών).  Τελικά  η  Σύγκλητος  τους  επέτρεψε  να  πολεμήσουν  στο  αφρικανικό  έδαφος, κατά  τη  ρωμαϊκή  εισβολή  στην  Καρχηδονία, όπου  και  διέπρεψαν  στην  μάχη  της  Ζάμας (202  π.Χ.).  Μόνο  τότε  τους  επιτράπηκε  η  επιστροφή  στην  Ιταλία, μετά  από  14  χρόνια  ουσιαστικής  εξορίας. Οι  τιμωρίες  της  Ρώμης  σε  όσους  άνδρες  της  υστέρησαν  σε  αποφασιστικές  μάχες, παρότι  ισοδυναμούσαν  με  εξορία,  δεν  ήταν  οπωσδήποτε  τόσο  σκληρές  όσο  αυτές  που  επέβαλε  η  Σπάρτη  στους  δικούς  της  κατηγορούμενους  για  κάτι  ανάλογο.  Η  σπαρτιατική  «ποινή»  ισοδυναμούσε  με  ανοιχτό  ισόβιο  εξευτελισμό  τους, τιμωρία  πολύ  χειρότερη  από  την εξορία.

3

Τελετή  Βοηδρομιων  προς  τιμήν  του  Απόλλωνα  από  Σπαρτιάτες. Αναπαράσταση  από  τον  Αυστραλιανό  Ιστορικό  Σύλλογο  Ancient Hoplitikon .

            Ο  στιγματισμός  όσων  Σπαρτιατών  υποχωρούσαν  στη  μάχη, δείχνει  ίσως  μια  κοινωνία  αδικαιολόγητα  σκληρή  και  ψυχικά  άκαμπτη.  Όμως  οι  πολίτες  της  Σπάρτης  είχαν  έναν  τουλάχιστον  σοβαρό  λόγο  για  αυτήν  την  αμείλικτη  αντίδραση  απέναντι  σε  ένα  κατά  τα  άλλα  ανθρώπινο  συναίσθημα, όπως  είναι  ο  φόβος  του  θανάτου.  Αυτός  ο  λόγος  αφορά  το  σύστημα  μάχης  της  φάλαγγας  των  οπλιτών.  Η  οπλιτική  ασπίδα, παρά  την  ισχύ  της, άφηνε  ακάλυπτο  το  δεξιό  πλευρό  του  οπλίτη.  Λόγω  της  πυκνής  παράταξης (που  χρησιμοποιείτο  συνήθως), το  πλευρό  αυτό  καλυπτόταν  από  την  ασπίδα  του  συμπολεμιστή  του  ο  οποίος  βρισκόταν  στα  δεξιά  του.  Ομοίως,  το  ακάλυπτο  δεξιό  του τελευταίου προστατευόταν  από  την  ασπίδα  του  επόμενου  οπλίτη, που  βρισκόταν  στα  δεξιά  αυτού, κ.ο.κ.  Το  κράνος, ο  θώρακας  και  οι  περικνημίδες  των  οπλιτών  φέρονταν  για  την  ατομική  προστασία  τους. Όμως  η  ασπίδα  ήταν  το  σημαντικότερο  αμυντικό  όπλο, επειδή  ήταν  απαραίτητη  για  την  προστασία  ολόκληρης  της  φάλαγγας, όπως  μας  πληροφορεί  ο  Πλούταρχος  στα  «Ηθικά»  του.  Αν  κάποιος  οπλίτης  εγκατέλειπε  την  παράταξη  ρίχνοντας  την  ασπίδα  του («ρίψασπις»), θα  άφηνε  εκτεθειμένο  το  δεξιό  πλευρό  του  συμπολεμιστή  προς  τα  αριστερά  του.  Αυτός  θα  έπρεπε  να  μετακινήσει  την  ασπίδα  του  για  να  προστατεύσει  ολόκληρη  την  επιφάνεια  του  στήθους  του, αφήνοντας  εκτεθειμένο  τον  επόμενο  οπλίτη  προς  τα  αριστερά.  Το  ίδιο  θα  έκανε  ο  επόμενος  οπλίτης, κ.ο.κ.  Επομένως  θα  δινόταν  κίνηση  σε  μία  αντίδραση  τύπου  «ντόμινο», που  θα  αποσάρθρωνε  και  θα  διέλυε  την  φάλαγγα.  Η  προστασία  του  δεξιού  πλευρού  κάθε  οπλίτη  από  τον  διπλανό  του, εξασφάλιζε  την  απόλυτη  συνοχή  και  το  αδιάρρηκτο της  οπλιτικής  φάλαγγας.  Ο  «ρίψασπις»  μπορούσε  να  προκαλέσει  την  καταστροφή  και  τον  αποδεκατισμό  ολόκληρης  της  σπαρτιατικής  (ή  όποιας  άλλης  νοτιοελληνικής)  παράταξης.

Το  εκπαιδευτικό  αλλά  και  το  κοινωνικοπολιτικό  σύστημα  της  Σπάρτης  στόχευε  πάνω  από  όλα  στην  πλήρη  ομοιογένεια  των  πολιτών-οπλιτών  της, στο  να  ενεργούν  στη  μάχη  με  μια  κοινή  σκέψη. Η  υψηλότατου  επιπέδου  στρατιωτική  εκπαίδευση, και  γενικά  ο  τρόπος  ζωής  του  Σπαρτιάτη, ήταν  η  βάση  πάνω  στην  οποία  στηριζόταν  η  φονική  μηχανή  που  υπήρξε  η  σπαρτιατική  φάλαγγα  οπλιτών.  Αυτή  η  αντίληψη  της  ζωής  μετέτρεψε  τους  Σπαρτιάτες  σε  «χειροτέχνες  του  πολέμου  και  θεράποντες  του  Άρεως».

 Περικλής  Δεληγιάννης

ΠΗΓΕΣ

(1)               Ξενοφών: ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ  ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Εκδόσεις  Κάκτος, Αθήνα  1996

(2)               Πλούταρχος : ΒΙΟΙ  ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ, Εκδόσεις  Κάκτος, Αθήνα.

(3)               Αριστοτέλης : ΠΟΛΙΤΙΚΑ, Εκδόσεις  Κάκτος, Αθήνα.

(4)               Διόδωρος  ο  Σικελιώτης : ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΚΗ, Εκδόσεις  Κάκτος, Αθήνα  1998

(5)               Chrimes  K.M.T. : SPARTA.  A  RE-EXAMINATION  OF  THE  EVIDENCE, Manchester  1949