11

Σύγκρουση  Ελλήνων  οπλιτών  της  Αρχαϊκής  περιόδου.  Αγγειογραφία.

Στα  18  του  ο  Σπαρτιάτης  έφηβος  γινόταν  «είρην», δηλαδή  ενήλικος  άνδρας  και  πολίτης.  Έως  τα  19  του  υπηρετούσε  ως  «πρωτείρας», δηλαδή  αρχηγός  μιας  ίλης.  Το  τελευταίο  στάδιο  της  εκπαίδευσης  του  ήταν  η  «κρυπτεία», η  υπηρεσία  στις  ομάδες  εξόντωσης  επικίνδυνων  ειλώτων, για  εκφοβισμό  των  υπολοίπων.  Οι  Σπαρτιάτες  που  βρίσκονταν  σε  ηλικία  περίπου  20  ετών  εντάσσονταν  σε  μυστικές  ομάδες, που  περιπολούσαν  τη  νύχτα  στην  ύπαιθρο. Ήταν  οπλισμένοι  μόνο  με  εγχειρίδια  και  σκότωναν  όσους  είλωτες  συναντούσαν  να  κυκλοφορούν.  Λόγω  της  μυστικότητας  της  δραστηριότητας  αυτής, κατά  την  διάρκεια  της  ημέρας  οι  νεαροί  Σπαρτιάτες  κρύβονταν  σε  απόμερα  ορμητήρια.  Μερικές  φορές  επιτίθονταν  και  κατά  την  ημέρα  στους  είλωτες  που  εργάζονταν  στα  χωράφια, σκοτώνοντας  όσους  είχαν  θεωρηθεί  από  τις  αρχές  ως  ύποπτοι  για  υποκίνηση  εξέγερσης.   Για  να  μην  υπάρχει  άγος  έναντι  των  θεών  λόγω  των  φόνων  της  κρυπτείας, το  κράτος  κατά  καιρούς  κήρυσσε  επίσημα  τον  πόλεμο  στους είλωτες.  Ετσι  ο  πόλεμος  της  Σπάρτης  των  «Σκοτεινών  Αιώνων»  και  της  Γεωμετρικής  Περιόδου  εναντίον  των  Αχαιών  της  κοιλάδας  του Ευρώτα  και  εναντίον  των  Δωριέων  και  Προδωριέων  της  κοιλάδας  του  Παμίσου,  από  τους  οποίους  κατάγονταν  συνολικά  οι  είλωτες,  είχε  καταστεί  αέναος.  Στην  ουσία  τερματίστηκε  λίγο  πριν  το  200 π.Χ.,  όταν  απελευθερώθηκαν  και  οι  τελευταίοι  είλωτες.

Για  τους  Σπαρτιάτες, ο  φόνος  των  πιο  επικίνδυνων  δουλοπάροικων  τους  δεν  ήταν  αδικαιολόγητο  έγκλημα, επειδή  θεωρούσαν  ότι  οι  είλωτες  ήταν  ένας  «δορύκτητος»  πληθυσμός,  με  τον  οποίο  βρίσκονταν  μονίμως  σε  εμπόλεμη  κατάσταση.  Επομένως  θεωρούσαν  τους  φονευμένους  είλωτες  ως  απώλειες  του  εχθρού  στον  αναφερομενο  αέναο  πόλεμο, συνεχιζόμενο  επί  αιώνες  μετά  την  κατάκτηση  της  Λακωνίας  και  της  Μεσσηνίας.   Παλαιότερα  πιστευόταν  ότι  η  κρυπτεία  λειτουργούσε  μόνο  ως  μέτρο  ασφαλείας  του  κράτους.   Όπως  αποδείχθηκε,  λειτουργούσε  εξίσου  ως  πράξη  μυήσεως  τον  εκπαιδευόμενων  στην  φυσική  εξόντωση  των  εχθρών, ένα  είδος  εμβάπτισης  του  πολεμιστή  στο  «πρώτο  αίμα».  Στην  πραγματικότητα, η  κρυπτεία  δεν  εφαρμοζόταν  συνεχώς, παρά  μόνο  σε  περιπτώσεις  που  υπήρχαν  βάσιμες  υποψίες  για  επανάσταση  των  ειλώτων.  Αν  εφαρμοζόταν  μονίμως, θα  είχε  το  αντίθετο  αποτέλεσμα: τις  διαρκείς  ειλωτικές  εξεγέρσεις.  Οι  είλωτες  παρέμεναν  ένας  σκληροτράχηλος  πληθυσμός  λόγω  της  σκληρής  ζωής  που  διήγαν, και  όχι  τόσο  απόλεμοι  όσο  θεωρούνται.  Ειδικά  εκείνοι  της  Μεσσηνίας  ήταν  πιο  απειλητικοί  επειδή  η  περιοχή  τους  βρισκόταν  μακριά  από  την  Σπάρτη.  Όπως  παρατηρεί  ο  ιστορικός  Grundy σχετικά  με  τους  Μεσσήνιους  είλωτες  «η  Σπάρτη  κρατούσε  έναν  λύκο  από  τον  λαιμό».   Ιδιαίτερα  επίφοβοι  ήταν  και  οι  είλωτες  της  κάτω  κοιλάδας  του  Ευρώτα, οι  παλαιοί  Αχαιοί  του  Έλους.

 

22

Αεροφωτογραφία της αρχαίας Σπάρτης.

Δεν  είναι  γνωστό  τι  έκαναν  οι  νέοι  των  ομάδων  της  κρυπτείας  σε  ειρηνικές  περιόδους.  Μάλλον  ήταν  υπεύθυνοι  για  την  διατήρηση  της  τάξης  στην  ύπαιθρο  και  για  την  περισυλλογή  πληροφοριών  για  πιθανές  μυστικές  κινήσεις  των  ειλώτων.

Μετά  τα  20  χρόνια  του, ο  Σπαρτιάτης  πολίτης-οπλίτης  ενηλικιωνόταν  επίσημα, εφόσον  είχε  περάσει  τα  στάδια  της  εκπαίδευσης  και  του  επιτρεπόταν  να  αφήσει  τα  μαλλιά  του  να  μακρύνουν.  Συνέχιζε  να  κοιμάται  και  να  σιτίζεται  στα «συσκήνια»,  στους  στρατώνες.  Δεν  γινόταν  εξαίρεση  ούτε  για  όσους  είχαν  δημιουργήσει  δική  τους  οικογένεια.  Σε  αυτούς  επιτρεπόταν  να  κοιμούνται  στο  σπίτι  με  την  σύζυγο  τους  μόνο  για  λίγες  ημέρες  του  χρόνου, αν  και  σε  αρκετές  περιπτώσεις  πήγαιναν  στις  οικίες  τους  κρυφά  για  λίγη  ώρα. Κάθε  ομάδα  των  συσκηνίων  ονομαζόταν «συσκηνία»  και  αποτελείτο  από  δεκαπέντε  άντρες.  Αυτές  οι  ομάδες  αποτελούσαν  ταυτόχρονα  τις  μικρότερες  μονάδες  της  σπαρτιατικής  στρατιωτικής  οργάνωσης. Τα  μέλη  εξέλεγαν  με  ψηφοφορία  τους  νέους  πολεμιστές  που  θα  συμμετείχαν  στην  ομάδα  τους, όταν  οι θέσεις  της  χήρευαν  από  θανάτους  ή  αποχωρήσεις  παλαιμάχων.  Αυτή  η  ψηφοφορία ήταν  μυστική  και  έπρεπε  να  συγκεντρώσει  τη  θετική  ψήφο  όλων  ανεξαιρέτως  των  μελών  της  συσκηνίας.  Μια  αρνητική  ψήφος  σήμαινε  την  απόρριψη  του  υποψήφιου  για  είσοδο  στην  πολεμική  ομάδα.  Επομένως, ο  υποψήφιος  έπρεπε  να  αντιπροσωπεύει  πλήρως  το  πρότυπο  του  Σπαρτιάτη.  Καμμία  ομάδα  δεν  ήθελε  έναν  νέο  πολεμιστή  που υστερούσε  έναντι  αυτών  των  προδιαγραφών  και  που  μπορούσε  να  είναι  επικίνδυνος  για  την  επιβίωση  όλων  των  συμπολεμιστών  του  κατά  την  διάρκεια  της  μάχης.  Έτσι, αν  ένας  νέος  πολεμιστής  απορριπτόταν  επανειλημμένα  από  μερικές  συσκηνίες  στις  οποίες  επιδίωκε  την  είσοδο  του, ήταν  πιθανό  να  μην  αποκτήσει  ποτέ  του  πολιτικά  δικαιώματα.

Οι  πολεμιστές  των  συσκηνιών  διαβιούσαν  μαζί, μέρα  και  νύχτα, σε  ιδιαίτερες  κατοικίες («ανδρεία»  ή  «συσσίτια»),  συνέτρωγαν  σε  ιδιαίτερα  μέρη («συσσίτια»  ή  «φιδίτια»), συζητούσαν  και  διασκέδαζαν  με  τραγούδια  και  χορούς.  Μαζί  με τους  άνδρες  των  συσκηνίων  επιτρεπόταν  να  σιτίζονται  και  έφηβοι, έτσι  ώστε  να  διδάσκονται  από  τις  εμπειρότερους άνδρες.  Δεν  είναι  γνωστή  η  ηλικία  κατά  την  οποία  ο  Σπαρτιάτης  μπορούσε  να  εγκατασταθεί  μόνιμα  στο  σπίτι  του  με  τη  σύζυγο  και  τα  τέκνα  του.  Είναι  γνωστό  ότι  δεν  του  επιτρεπόταν  να  πάει  στην  Αγορά  και  να  συνομιλήσει  με  τους  άλλους  πολίτες  πριν  κλείσει  τα  τριάντα  χρόνια  ζωής.  Μάλλον  αυτή  ήταν  η  ηλικία  κατά  την  οποία  εγκατέλειπε  τους  στρατώνες. 

 33

Ελληνες  μισθοφόροι  στην  υπηρεσία  των  Περσών,  της  εποχής  του  Ξενοφώντος. Παρατηρείστε  στο  βαθύτερο  πλάνο  τον  βοηθητικό  συνοδό των  μαχίμων,  μία  υπηρεσία  την  οποία  στον  σπαρτιατικό  στρατό  αναλάμβαναν οι  είλωτες.  Οι  Σπαρτιάτες  υπήρξαν  οι  πιο  περιζήτητοι  μισθοφόροι  της  εποχής  τους (πίνακας  του  Ρώσου  εικονογράφου  A. Karatchuk)

Η  στρατιωτική  ζωή  και  η  συνεχής  εκπαίδευση  δεν  σταματούσε  ούτε  τότε.  Μέχρι  την  ηλικία  των  60  ετών, ο  Σπαρτιάτης  θεωρείτο  διαθέσιμος  για  εκστρατεία  εκτός  της  πόλης.  Αλλά  επρόκειτο  για  ένα  ηλικιακό  όριο  που  δεν  τηρείτο  στην  ουσία,  αφού  είναι  γνωστά  παραδείγματα  Σπαρτιατών  αρκετά  μεγαλύτερης  ηλικίας  που  πολέμησαν  σε  μάχες  ή  εκστράτευσαν  πέραν  των  συνόρων  του  κράτους  τους.  Οι  στρατιωτικές  ασκήσεις  των  ενηλίκων  ήταν  τόσο  σκληρές  έτσι  ώστε  γίνονταν  συχνά  αιματηρές.  Όπως  διατείνονταν οι  ίδιοι  οι  Σπαρτιάτες, οι  ασκήσεις  τους  ήταν  αιματηρές  προκειμένου  να  είναι  οι  μάχες  τους  αναίμακτες. Η  εξάσκηση  στον  σχηματισμό  της  οπλιτικής  φάλαγγας, στην  διατήρηση  της  υπό  πίεση  και  στον  ωθισμό,  ήταν  συνεχής.  Ο  Πλούταρχος (Βίος  Λυκούργου) παρατηρεί  ότι  οι  οπλίτες  της  Σπάρτης  ήταν  οι  μόνοι  άνδρες  του  κόσμου  που  καλοδέχονταν  τον  πόλεμο, ως  ξεκούραση  από  τις  ασκήσεις  εν όψη  πολέμου!  Στις  ημέρες  μας, οι  Σπαρτιάτες  θεωρούνται  από  τους  περισσότερους  ειδικούς  ως  το  πρώτο  σώμα  πραγματικών  επίλεκτων  στρατιωτών  στην  παγκόσμια  Ιστορία.

Για  τον  Σπαρτιάτη  «όμοιο» (καθαυτό  πολίτη) δεν  υπήρχε  καμία  επαγγελματική  απασχόληση, πέρα  από  την  καλλιέργεια  της  πολεμικής  τέχνης.  Ήταν  εξολοκλήρου  αφοσιωμένος  στην  συνεχή  προετοιμασία για  πόλεμο.  Οι  γεωργικές  και  οι  άλλες  εργασίες  γίνονταν  από  τους  είλωτες, ενώ  οι  περίοικοι  ασκούσαν  διάφορα  επαγγέλματα, όπως  οι   πολίτες  των  άλλων  ελληνικών  πόλεων-κρατών  της  εποχής  τους.  Οι  Σπαρτιάτες  και  οι  οικογένειες  τους  ζούσαν  από  τα  εισοδήματα  των  κλήρων  τους.  Κάθε  μήνα, ο  «όμοιος»  ήταν  υποχρεωμένος  να  παραδίδει  για  τα  προαναφερόμενα  συσσίτια, έναν  αιγινητικό  μέδιμνο   αλεύρι (26  κιλά), οκτώ  χοές  κρασί (9-14,5 κιλά), πέντε  μνας  τυρί (9,5  κιλά), 2,5  μνας  σύκα (5  κιλά)  και  10  αιγινητικούς  οβολούς  για  άλλες  ανάγκες.  Αυτοί  που  δεν  μπορούσαν  να  συνεισφέρουν αυτές  τις  ποσότητες, διαγράφονταν  από  τη  συσκηνία  τους  και  έχαναν  τα  πολιτικά  δικαιώματα  τους.  Αυτή  ήταν η  τύχη  των  νεότερων  γιων  ενός  Σπαρτιάτη  «ομοίου» (εκτός  δηλαδή  του  πρωτοτοκου).  Αυτοί  δεν  κληρονομούσαν  δικούς  τους  κλήρους  από  τους  οποίους  μπορούσαν  να  συνεισφέρουν  στα  συσσίτια.  Άλλη  τέτοια  περίπτωση  ήταν  οι  «όμοιοι»  των  οποίων  οι  κλήροι  βρίσκονταν  σε  περιοχές  που  έχασε  κάποια  στιγμή  η  Σπάρτη, όπως  συνέβη  πχ  το  369  π.Χ.  με  την  απώλεια  της  Μεσσηνίας.  Τότε  οι  μισοί  «όμοιοι»  έχασαν  τους  κλήρους  τους.  Όλοι  αυτοί  οι  Σπαρτιάτες  υποβιβάζονταν  στην  τάξη  των Λακεδαιμόνιων  «υπομειόνων» (Σπαρτιάτες  μη-πολίτες).  Στην  ίδια  κατηγορία  ανήκαν  οι  νέοι  Σπαρτιάτες  των  οποίων  οι  αιτήσεις  για  είσοδο  σε  κάποια  συσκηνία  απορρίφθηκαν,  αυτοί  των  οποίων  ο  κλήρος  δεν  ήταν  πλέον  αρκετά  πλούσιος  έτσι  ώστε  να  τους  παράσχει  τη  μηνιαία  εισφορά  τους  στα  συσσίτια,  και  όσοι  δείλιασαν  στον  πόλεμο.  Οι  υπομείονες  αναφέρονται  για  πρώτη  φορά  στις  αρχές  του  4ου  αιώνα  π.Χ.  αλλά  η  ύπαρξη  τους  είναι  βέβαιη  από  την  αρχή  της  καθιέρωσης  του  συστήματος  του  Λυκούργου.  Φαίνεται  ότι  ήταν  λίγοι  μέχρι  τα  τέλη  του  6ου  αιώνα  αλλά  από  τότε  ο  αριθμός  τους  άρχισε  να  αυξάνεται  γοργά.

 Περικλής  Δεληγιάννης

Η  ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  Β΄  ΜΕΡΟΣ