ottawa or Huron warrior 18th cent

Ακριβής αναπαράσταση ιθαγενή πολεμιστή των φυλών Οττάβα ή Χιουρον, 18ος αιώνας.  Φέρει  τοπικό  κυρτό  ρόπαλο  και  μακρύκαννο αμερικανικό  μουσκέτο-τυφέκιο, απόκτημα  αγοράς  ή  λάφυρο  από τους  λευκούς  αποίκους (πίνακας του  Don  Troiani).

            Οι Ευρωπαίοι οι οποίοι αποίκισαν τη Βόρεια Αμερική κατά τους 17ο-18ο αιώνες ήταν υποχρεωμένοι να προσαρμοσθούν ως προς την πολεμική τέχνη, σε ένα ‘πρωτόγονο’ και ‘άγριο’ περιβάλλον το οποίο είχε χαθεί από την Ευρώπη ήδη από την Υστερη Αρχαιότητα ή τον Πρώιμο Μεσαίωνα.

            Ο Αμερινδός Ινδιάνος ο οποίος ήταν ο κύριος αντίπαλος τους, δυστυχώς για εκείνους δεν είχε διαβάσει Grotius  ή Vattel, δηλαδή τους θεμελιωτές των κανόνων του ευγενούς και ‘πολιτισμένου’ πολέμου (αντίστοιχους της μεταγενέστερης Συνθήκης της Γενεύης) τους οποίους τηρούσαν οι Ευρωπαίοι των 17ου και 18ου αιώνων. Είχε τα δικά του πρωτότυπα όπλα και τους δικούς του τρόπους πολέμου, τη φονική πολεμική τέχνη του αμερικανικού δάσους. Φυσικά δεν γνώριζε τις μάχες εκ παρατάξεως, ούτε την επίθεση υπό τον ήχο της σάλπιγγας. Το ινδιανικο τόξο αντίθετα με το ευρωπαϊκό αρκεβούζιο και έπειτα μουσκέτο, ήταν αθόρυβο, ακριβές, και ικανό για επαναληπτικές γρήγορες βολές, ακόμη και σε υγρό καιρό (όταν το φυτίλι και το μπαρούτι του μουσκέτου υγραίνονταν και το καθιστούσαν άχρηστο).

marksman in a tree firing at british soldiers

Αμερικανός ακροβολιστής (marksman), ακροβολισμένος σε δένδρο, πυροβολεί εναντίον Βρετανών στρατιωτών (1776-1783). 

Το τομαχωκ-πέλεκυς των Αμερινδών (Ινδιάνων) ήταν ένα όπλο με περισσότερες δυνατές χρήσεις και πιο εύχρηστο από τη λόγχη (pike) των 4 και παραπάνω μέτρων την οποία έφεραν οι πρώτοι Ευρωπαίοι στην Βορεια Αμερική (και η οποία  σύντομα έπεσε σε αχρησία). Όταν ο Ινδιάνος συλλάμβανε αιχμαλώτους, δεν ακολουθούσε τους κανονισμούς του Γκρότιους οι οποίοι επέβαλαν τη φροντίδα των αιχμαλώτων και την ανταλλαγή με φίλιους αιχμάλωτους. Αντίθετα, η σφαγή και τα βασανιστήρια ήταν ο ‘νόμος’ του Ινδιάνου. Δεν δίσταζε καθόλου να αφαιρέσει το δέρμα ή πιο απλά, να γδάρει ζωντανό έναν Ευρωπαίο αιχμάλωτο του, ή να τον αφήσει να αιμορραγήσει αργά μέχρι θανάτου, τρυπώντας του  τις αρτηρίες. Αυτές οι μέθοδοι των ιθαγενών είχαν σπείρει τον τρόμο στους Ευρωπαίους αποίκους.

 Penn rifle

Εξαίρετο δείγμα ενός τυφέκιου τύπου  Πενσυλβανιας.

            Το κυνήγι, οι συμπλοκές με τους Ινδιάνους και οι αψιμαχίες στα δάση της μεθορίου εξώθησαν τους πρώτους Αμερικανούς στο να επιφέρουν πολλές βελτιώσεις στα φορητά  πυροβόλα  όπλα  που έφεραν από την Ευρώπη. Το μουσκέτο που επικράτησε ανάμεσα στους διάφορους τύπους ήταν ένας γερμανικός τύπος από την περιοχή των Αλπεων (Νότια Γερμανία-Γερμανική Ελβετία-Αυστρία). Οι Γερμανοί, Αγγλοι, Ολλανδοί, Σκώτοι και άλλοι Ευρωπαίοι άποικοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ατλαντική ακτή των μετέπειτα ΗΠΑ, ιδίως εκείνοι της Πενσυλβανιας ανέπτυξαν αυτόν τον τύπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε έως τα μέσα του 18ου αιώνα, το «τυφέκιο της Πενσυλβάνια» (μουσκέτο  για την  ακρίβεια) το οποίο αργότερα έγινε γνωστό ως το περίφημο «τυφέκιο  του Κεντάκυ», ήταν αρκετά διαφορετικό από το γερμανικό πρωτότυπο του. Περαιτέρω ανάπτυξη προήλθε από τους Πρωτο-Αμερικανούς οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα Αλλεγάνια όρη. Το τυφέκιο  της Πενσυλβάνια ήταν περισσότερο μακρύκαννο και πιο εξελιγμένης κατασκευής από το Αλπικό πρωτότυπο του (το διαμέτρημα του ήταν περίπου 0,50 ίντσες). Η βολίδα του ζύγιζε μόλις περίπου μισή ουγγιά, και ήταν εκπληκτικά ευθύβολο, κατάλληλο για το περιβάλλον του πυκνού βορειοαμερικανικού δάσους. Αντίθετα, ακόμη και σε μια τόσο προχωρημένη εποχή όσο ήταν το έτος της έναρξης της Αμερικανικής Επανάστασης (1776) το Γερμανικό Αλπικό μουσκέτο ήταν ακόμη συγκριτικά δύσχρηστο, βαρύ και βραχύκαννο, με βολίδα διπλάσιου βάρους (μία ουγγιά), και χρειαζόταν περισσότερο χρόνο γεμίσματος, ήταν πιο δύσχρηστο στην αντεκτίναξη της βολής («κλώτσημα») και είχε πολύ μικρότερη ακτίνα βολής και ακρίβειας.

 Penn rifle2

Τυφέκιο Πενσυλβανιας με δεξιά και αριστερή όψη του κοντακίου και του μηχανισμού πυροδότησης.

Ηταν αρκετά πιο αργό στο γέμισμα του (έχοντας ακόμη πιο κοντή ράβδο, σφύρα καιέμβολο) και γενικά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον βορειοαμερικανό ‘απόγονο’ του και για έναν ακόμη λόγο. Στο άγριο περιβάλλον των δασών της Βόρειας Αμερικής όπου ο θάνατος καραδοκούσε πίσω από κάθε δένδρο, το ταχύ γέμισμα του πυροβόλου ήταν υπόθεση ζωής και θανάτου. Οι Πρωτο-αμερικανοί αντιμετώπισαν αυτό το πρόβλημα με την επινόηση του “patch”, δηλαδή ενός απλού κομματιού ύφασματος στο οποίο ήταν τυλιγμένη η μολύβδινη βολίδα. Η πρωτότυπη επινόηση των Αμερικανών ήταν να τυλίγουν τη βολίδα στο κομμάτι ύφασμα και έπειτα να τη σπρώχνουν με τη γνωστή μεταλλική ράβδο γεμίσματος μέσα στην κάννη, ενώ οι Ευρωπαίοι συνέχιζαν να σπρώχνουν τη βολίδα γυμνή. Αυτό που επιτύγχαναν οι Αμερικανοί με το patch  ήταν η πλήρης επαφή της βολίδας με την περίμετρο της κάννης και επομένως η μεγαλύτερη οικονομία στο μπαρούτι, το μεγαλύτερο βεληνεκές και η μεγαλύτερη ακρίβεια. Το βεληνεκές και η ακρίβεια πλήγματος αυξάνονταν αναλογικά με το μήκος της κάννης του τυφεκιου και με την ποιότητα του υλικού του υφάσματος της βολίδας. Ειδικά αν το ύφασμα ήταν από μετάξι (δυσεύρετο και ακριβό υλικό), το βεληνεκές αυξανόταν κατά 30-40 γιάρδες. Αυτό είναι επόμενο, επειδή το μετάξι λόγω της υφής του γλυστράει πιο εύκολα στην κάννη του τυφεκιου με αποτέλεσμα η βολίδα να έχει μεγαλύτερη ταχύτητα και ευθυβολία από ότι θα είχε με ένα «πατς» από το σύνηθες λινό.

 colonies 1775

Οι  Αμερικανικές  αποικίες-πολιτείες το 1775 (με πράσινο χρώμα), οι οποίες επαναστάτησαν εναντίον των Βρετανών. Η Πενσυλβανια, ‘πατρίδα’ του παραδοσιακού αμερικανικού μακρύκαννου τυφεκιου, βρίσκεται περίπου στο κέντρο. Διακρίνεται και η επικίνδυνη μεθόριος με τις Ινδιανικες φυλές (κίτρινο χρώμα) όπου ανδρώθηκαν οι Αμερικανοί ακροβολιστές ρέηντζερς.

            Με την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 εναντίον των Βρετανών, το τυφεκιο της Πενσυλβανιας, πρακτικά ακόμη άγνωστο στην Αγγλία και χρησιμοποιούμενο στην ‘πρωτόγονη’ μορφή  του  γερμανικού  προγόνου  του μόνο από  κυνηγούς στα ορεινά της Κεντρικής Ευρώπης, είχε καταστεί όπλο κοινής χρήσης στα αμερικανικά παραμεθόρια δάση. Όπως σημειώνει ένας Άγγλος ο οποίος βρισκόταν στο Μέρυλαντ το 1775 «τέτοια όπλα κατασκευάζονται μαζικά σε πολλά μέρη της Πενσυλβανίας και τα παιδιά από πολύ μικρά μαθαίνουν να χειρίζονται και να εξοικειώνονται με αυτό το σπουδαίο τυφεκιο.» Επίσης ομολογούσε πως «Χίλιοι Αμερικανοί κυνηγοί με αυτά τα τυφεκια  μπορούσαν μέσα στα δάση να εξοντώσουν εύκολα 10.000 Άγγλους τακτικούς στρατιώτες. Με αυτό το πυροβόλο βγάζουν το ψωμί τους, κυνηγώντας για κρέας και για γούνες τις οποίες εμπορεύονταν. Οι Αμερικανοί είναι οι καλύτεροι ακροβολιστές στον κόσμο.» Με τέτοιες αναφορές, οι Βρετανοί στρατιώτες είχαν κατανοήσει το 1776-1783, ότι σχεδόν κάθε Αμερικανός αντίπαλος τους θα ήταν ένας πολύ καλός ή άριστος ακροβολιστής (sniper).

To Range the Woods New York, 1760

Αμερικανοί  ρέηντζερς της Νέας Υόρκης με τη χαρακτηριστική πράσινη στολή τους  και  το  μακρυκαννο  τυφέκιο,  και ο αξιωματικός τους το 1760 (πριν την Αμερικανική Επανάσταση).

            Την ίδια εποχή το Βρετανικό μουσκέτο ήταν τόσο πρωτόγονο ώστε το επίσημο εγχειρίδιο του βασιλικού στρατού δεν περιείχε καν την εντολή «σκοπεύστε» για τους μουσκετοφόρους του. Από την άλλη πλευρά, το αμερικανικό τυφεκιο της Πενσυλβάνια-Κεντάκυ, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά μουσκέτα, δεν ήταν κατάλληλο για μάχες παράταξης. Δεν έφερε ξιφολόγχη, όντας ένα πιο ‘ευαίσθητο’  όπλο, κατάλληλο για ακροβολιστικό πλήγμα και αψιμαχίες, και όχι για συμπλοκή εκ του συστάδην. Ωστόσο, αυτές οι τακτικές ανταρτοπόλεμου των Αμερικανών οι οποίες βασίζονταν στον ακροβολισμό, ήταν εξαιρετικά επιτυχημένες και έπρεπε από νωρίς να είχαν πείσει τους Βρετανούς στρατιωτικούς πως η υποταγή των Επαναστατών δεν θα ήταν μια απλή υπόθεση.

 Kentucky Rifle

Μία συλλογή από τυφεκια τύπου Κεντάκυ, τα οποία προήλθαν από εκείνο της Πενσυλβανιας (αρκετοί  άποικοι στο  Κεντάκυ  κατάγονταν  από  την τελευταία). Οι Αμερικανοί άποικοι στο Κεντακυ υπήρξαν σπουδαίοι ακροβολιστές και κατασκευαστές τυφεκίων.

            Το συγκεκριμένο τυφεκιο  έγινε ταυτόσημο με την ενδυμασία  του κυνηγού-ρέηντζερ (χιτώνιο από  δέρμα  ή  λινό  με κρόσσια, γούνινο καπέλο συχνά από δέρμα σκίουρου, δερμάτινα ‘μοκασίνια’ κτλ) το οποίο χαρακτήριζε τον Βορειοαμερικανό «Άνθρωπο των Συνόρων» (marksman). Ειδικά το χιτώνιο είχε χρώμα συνήθως στις αποχρώσεις του πράσινου για παραλλαγή στα δάση  (συνήθως  άριστη). Ηταν τέτοιος ο τρόμος τον οποίο προκαλούσε αυτή η εμφάνιση-στολή στους Βρετανούς στρατιώτες, λόγω των απωλειών που είχαν από τους κυνηγούς-marksmen, ώστε ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον με σχετική εγκύκλιο του καλούσε τους Αμερικανούς στρατιώτες να φορούν τη στολή Κυνηγού-Ρέηντζερ και όχι την επίσημη στρατιωτική, προκειμένου να λυγίσουν το ηθικό των Αγγλων. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αμερικανοί κυνηγοί ακροβολιστές που ήταν για μεγάλο διάστημα η βασική δύναμη κρούσης του αμερικανικού επαναστατικού στρατού, δεν ήταν εθνολογικά Άγγλοι στην πλειοψηφία τους (οι Αγγλικής καταγωγής άποικοι αποτελούσαν πάνω από τον μισό αμερικανικό πληθυσμό το 1776). Κατάγονταν κυρίως από τα παραμεθόρια δάση (της Δυτικής μεθορίου με τις ανεξάρτητες ινδιανικές φυλές του εσωτερικού) και έτσι ήταν συντριπτικά Σκωτο-ιρλανδοί και Γερμανοί οι οποίοι συνολικά απεχθάνονταν τους Άγγλους.  Για αυτόν τον λόγο πολέμησαν με τόσο πάθος εναντίον των Βρετανών το 1776-1783.  Ωστόσο  λάτρευαν τον  Αγγλικής  καταγωγής  αρχηγό τους,  Τζ.  Ουασιγκτον.

Περικλής  Δεληγιάννης