Guard Roman

Ο  μεγάλος  στρατηγός  Γάιος  Μάριος  μετέτρεψε  τον  ρωμαϊκό  στρατό  σε  μία  πολεμική  μηχανή  πλήρως  θωρακισμένων  και  επαγγελματιών  στρατιωτών  μόνιμης  υπηρεσίας  (αναπαράσταση  από  τον  Ιστορικό  Σύλλογο  Εrmine  Street  Guard  Roman  Reenactment  Society).

Το  113  π.Χ.  μια  μεγάλη  απειλή  παρουσιάστηκε  στον  ορίζοντα  του  ρωμαϊκού  κόσμου  με  την  εμφάνιση  των  Κίμβρων  και  των  Τευτόνων.  Υπάρχει  μεγάλη  διχογνωμία  μεταξύ  των  ερευνητών  για  την  εθνολογική  προέλευση  των  συγκεκριμένων  λαών.  Αλλοι  τους  θεωρούν  γερμανικούς,  άλλοι  κελτικούς  και  άλλοι  διαφορετικής  προέλευσης.  Το  πιθανότερο  είναι  ότι  αρχικά  συνιστούσαν  δύο  ολιγάνθρωπα  γερμανικά  φύλα,  τα  οποία  κατά  την  πορεία  τους  έως  τη  Μεσόγειο  ενισχύθηκαν  με  πολλά  κελτικά  και  προγερμανικά  φύλα,  με  αποτέλεσμα  όταν  εμφανίσθηκαν  εκεί  να  έχουν  εξελιχθεί  σε  μεγάλες  φυλετικές  ενώσεις  («συνομοσπονδίες»)  Κελτών,  Γερμανών  και  Προγερμανών,  με  το  πρώτο  εθνικό  στοιχείο  να  είναι  το  ηγετικό,  ενδεχομένως  και  το  μεγαλύτερο  ποσοστιαία.  Ο  αρχικός  πυρήνας  τους  ήταν  σαφώς  γερμανικός,  όμως  η  εθνολογία  τους  άλλαξε  ριζικά  κατά  τις  μετακινήσεις  τους.

            Αμφότεροι  οι  λαοί  εγκατέλειψαν  την  κοιτίδα  τους,  την  Κιμβρική  χερσόνησο  (συγχρονη  Γιουτλάνδη),  λόγω  κλιματικών  μεταβολών  και  υπερπληθυσμού.  Οι  ίδιες  αιτίες  οδήγησαν  τις  διάφορες  γαλατικές/κελτικές  και  προγερμανικές  ομάδες  να  ενωθούν  μαζί  τους.  Το  115-113  π.Χ.  οι  Κίμβροι  προσπάθησαν  να  εγκατασταθούν  διαδοχικά  στις  χώρες  των  Βοϊων,  των  Σκορδίσκων    και  των  Ταυρίσκων  (του  Νωρικού),  παραδουνάβιων  κελτικών  λαών,  αλλά  αποκρούστηκαν.  Ωστόσο  απείλησαν  σοβαρά  τη  Νωρηία  (σημερ.  Νόιμαρκτ),  τη  σημαντικότερη  οχυρωμένη  πόλη  του  Νωρικού  (σύγχρονη  Δυτική  Αυστρία).  Η  Ρώμη  έστειλε  μια  υπατική  στρατιά  στη  Νωρηία,  επειδή  η  κελτική  πόλη  αποτελούσε  πρόφραγμα  της  οδού  προς  την  Ιταλία.

Ptolemy

Χάρτης  της  Γερμανίας  σύμφωνα  με  το  έργο  του  Κλαυδίου  Πτολεμαίου,  στον  οποίο  σημειώνονται  οι  εναπομείναντες  Κίμβροι  (Cimbri)  στο  βορειότερο  άκρο  της  (Chersonesus  Cimbrica,  σύγχρονη  Γιουτλάνδη).

Οι  Κίμβροι  συνέτριψαν  τον  ρωμαϊκό  στρατό  ενώ  ο  υπερφίαλος  ύπατος  Κάρβων,  ο  οποίος  είχε  αρνηθεί  να  συζητήσει  μαζί  τους,  αυτοκτόνησε  πίνοντας  δηλητήριο.  Παραδόξως,  οι  Κίμβροι  δεν  εισέβαλαν  στην  Ιταλία  αλλά  επέστρεψαν  στον  βορρά,  θεωρώντας  ότι  δεν  ήταν  ακόμη  αρκετά  ισχυροί.  Κατά  τα  έτη  113-111  π.Χ.  ενισχύθηκαν  με  συμμαχικές  γαλατικές  φυλές.  Το  111  πέρασαν  τον  Ρήνο  και  εμφανίστηκαν  στην  κυρίως  Γαλατία,  στην  κοιλάδα  του  Ροδανού  όπου  έπεισαν  περισσότερα  κελτικά  φύλα  να  τους  ακολουθήσουν.  Οι  Ρωμαίοι  ανησύχησαν  για  την  ακεραιότητα  της  Ναρβωνησίας.  Οι  Κίμβροι  ζήτησαν  από  τον  έπαρχο  της,  Σιλανό,  εύφορα  εδάφη  για  εγκατάσταση  προκειμένου  να  αποφευχθεί  η  σύγκρουση  (109  π.Χ.).  Ο  Σιλανός  γνωστοποίησε  στη  Σύγκλητο  το  κιμβρικό  αίτημα,  η  οποία  τον  διέταξε,  αψυχολόγητα,  να  διακόψει  τις  συζητήσεις  με  τους  βαρβάρους  και  να  τους  επιτεθεί  αμέσως.  Ο  έπαρχος  επιτέθηκε  στους  Κίμβρους  οι  οποίοι  σφαγίασαν  τον  στρατό  του.  Ήταν  η  δεύτερη  ρωμαϊκή  στρατιά  που  εξοντωνόταν  από  τους  βορείους  εισβολείς,  γεγονός  το  οποίο  οδήγησε  σε  γενική  κινητοποίηση  των  κεντροευρωπαϊκών  φύλων  εναντίον  της  Ρώμης.

Military Academy

map

Ανω:  Το  ρωμαϊκό  κράτος  της  εποχής  (χαρτης  από  τη  United  States  Military  Academy)

Κάτω:  οι  μετακινήσεις  των  Κίμβρων-Τευτόνων.  O  κοκκινος  κύκλος  σημειώνει  την  αφετηρία  τους,  τα  πράσινα  ‘Χ’  τις  μεγαλες  νίκες  τους  και  τα  κόκκινα  ‘Χ’  τις  ήττες  τους.

            Το  107  π.Χ.  οι  Τεύτονες  και  αρκετές  γαλατικές  φυλές  (Τιγουρινοί,  Άμβρωνες,  Αρβέρνοι  κ.ά.)  ενώθηκαν  με  τους  Κίμβρους.  Η  Ρώμη  έστειλε  νέα  στρατιά  υπό  τον  Λογγίνο  εναντίον  των  εισβολέων.  Ο  Λογγίνος  απομόνωσε  με  ελιγμούς  τους  ισχυρούς  Τιγουρινούς  και  άρχισε  να  τους  καταδιώκει.  Δεν  υποψιάστηκε  ότι  ο  Διβίκων,  πολέμαρχος  των  Τιγουρινών,  τον  οδηγούσε  σε  ενέδρα  στην  κοιλάδα  του  Γαρούνα.  Στη  χώρα  των  Νιτιοβρίγων,  οι  Τιγουρινοί  σταμάτησαν  αιφνιδίως  την  προσποιητή  υποχώρηση  και  επιτέθηκαν  στον  ρωμαϊκό  στρατό.  Ο  Λογγίνος  σκοτώθηκε,  ο  στρατός  του  σαρώθηκε  και  τα  υπολείμματα  του  παραδόθηκαν  στον  Διβίκονα.  Πενήντα  χρόνια  αργότερα  ο  ικανός  Γαλάτης  ζούσε  ακόμη,  όταν  τον  συνάντησε  ο  Ιούλιος  Καίσαρ  στον  συνασπισμό  των  Ελβηττίων.  Στο  μεταξύ,  μια  ρωμαϊκή  στρατιά  υπό  τον  ύπατο  Καιπίονα  υπέταξε  τους  επαναστατημένους  Τεκτόσαγες  της  Τολώσας.  Η  Σύγκλητος  όρισε  τον  Καιπίονα  έπαρχο  και  το  105  απέστειλε  προς  ενίσχυση  του  μια  ακόμη  ρωμαϊκή  στρατιά  υπό  τον  Γάιο  Μάνλιο.  Ο  τελευταίος  ήταν  ένας  επαγγελματίας  στρατιώτης  που  είχε  ανέλθει  στις  βαθμίδες  της  ιεραρχίας  χάρη  στην  ικανότητα  του.  Ο  Καιπίων  κατείχε  το  αξίωμα  του  λόγω  της  αριστοκρατικής    καταγωγής  του  και  αντιπαθούσε  τον  Μάνλιο.  Ο  δε  Μάνλιος  θεωρούσε  τον  Καιπίονα  ανόητο.  Σύντομα  οι  δύο  Ρωμαίοι  ήρθαν  σε  αντιδικία  σχετικά  με  τις  κινήσεις  τους  εναντίον  των  Κίμβρων-Τευτόνων.  Ο  Μάνλιος  υποστήριζε  ότι  έπρεπε  να  επιτεθούν  αμέσως  ενώ  ο  Καιπίων  θεωρούσε  ότι  έπρεπε  να  περιμένουν  την  κατάλληλη  ευκαιρία.  Ο  Μάνλιος  έστειλε  τον  υποδιοικητή  του  Σκαύρο  με  ένα  ανιχνευτικό  σώμα  προκειμένου  να  κατασκοπεύσει  τους  βαρβάρους,  πράξη  που  ο  Καιπίων  θεώρησε  ως  σφάλμα.  Οι  συνεχείς  διαφωνίες  τους  απέβησαν  μοιραίες  όταν  οι  Κίμβροι-Τεύτονες  επιτέθηκαν  αιφνιδιαστικά  και  εξολόθρευσαν  το  σώμα  του  Σκαύρου.  Στη  συνέχεια  επιτέθηκαν  αμέσως  εναντίον  των  λεγεωναρίων  του  Καιπίονος  στο  Αραύσιο  και  τους  σφαγίασαν.  Περίπου  μια  ώρα  αργότερα,  οι  Κίμβροι-Τεύτονες    συνάντησαν  τη  στρατιά  του  Μανλίου.  Οι  Ρωμαίοι  παγιδεύτηκαν  έχοντας  τον  Ροδανό  στα  νώτα  τους  και  πολέμησαν  γενναία  ώσπου  αποδεκατίστηκαν  (105  π.Χ.).  Αμφότεροι  οι  Ρωμαίοι  στρατηγοί  διασώθηκαν  αλλά  η  πόλη  της  Λύκαινας  έχασε  άλλες  δύο  στρατιές  από  τη  δράση  των  βορείων  εισβολέων.  Πέντε  ρωμαϊκοί  στρατοί  πιθανής  συνολικής  δύναμης  100.000  ανδρών  είχαν  καταστραφεί.  Ο  τρόμος  κυρίευσε  τη  Ρώμη  και  οι  πολίτες  της  κυριεύθηκαν  από  πανικό,  ενθυμούμενοι  την  άλωση  της  από  τους  Γαλάτες  το  387/6  π.Χ.  Εξάλλου  οι  Γαλάτες/Κέλτες  συνιστούσαν  πολύ  μεγάλο  ποσοστό  της  νέας  απειλής.

spears

Αιχμές  λογχών,  ακοντίων  και  βελών,  από  μέταλλο  και  κόκκαλο  ζώων,  των  βαρβαρικών  λαών  της  Βόρειας  Ευρώπης.

            Οι  Ρωμαίοι  στράφηκαν  στον  στρατηγό  Γάιο  Μάριο,  τον  μεγαλύτερο  αναμορφωτή  του  ρωμαϊκού  στρατού.  Ο  Μάριος,  μόλις  25  χρονών,  αναδιοργάνωσε  ριζικά  τον  στρατό  της  Ρώμης.  Μετέτρεψε  τον  Ρωμαίο  λεγεωνάριο  από  έναν  ημιθωρακισμένο  μάχιμο  πολίτη  περιορισμένης  θητείας  σε  έναν  πλήρως  θωρακισμένο  και  επαγγελματία  στρατιωτη  μόνιμης  υπηρεσίας,  πλαισιωμένο  από  ισχυρά  συμμαχικά  στρατεύματα  (auxilia).    Εκπαίδευσε  τους  λεγεωνάριους  με  τις  δικές  του  μεθόδους,  δημιουργώντας  σε  δύο  χρόνια  έναν  άρτια  οργανωμένο  και  πειθαρχημένο  στρατό.  Στο  μεταξύ,  οι  Κίμβροι-Τεύτονες  επέδραμαν  στην  Ισπανία  και  τη  Γαλατία,  σε  εδάφη  φυλών  που  δεν  ήταν  συμμαχικές  τους.  Αποκρούστηκαν  από  τους  Κελτίβηρες  στην  Ισπανία  και  από  τους  Βέλγους  στη  Γαλατία.  Οι  Κέλτες  ομόφυλοι  των  επιδρομέων  γνώριζαν  –  σε  αντίθεση  με  τους  Ρωμαίους  –  πώς  να  τους  αντιμετωπίσουν.  Εντέλει,  οι  Κίμβροι-Τεύτονες  αποφάσισαν  να  εισβάλουν  στην  Ιταλία  αλλά  επέλεξαν  να  διαιρέσουν  τις  δυνάμεις  τους,  ενδεχομένως  λόγω  διαφωνίας  των  ηγετών  τους  ή  με  σκοπό  να  προκαλέσουν  σύγχυση  στη  ρωμαϊκή  στρατιωτική  ηγεσία.  Το  102  οι  Κίμβροι  και  οι  Τιγουρινοί  προσπάθησαν  να  διαβούν  τις  Άλπεις  από  το  πέρασμα  Μπρέννερ  αλλά  ο  ύπατος  Κάτουλος  κατόρθωσε  να  τους  αποτρέψει  με  ελιγμούς.  Ο  δεύτερος  ύπατος  εκείνη  την  χρονιά  ήταν  ο  Γάιος  Μάριος  ο  οποίος  ανέλαβε  το  αξίωμα  για  τέταρτη  συνεχόμενη  φορά.  Ο  μεγάλος  στρατηγός  κινήθηκε  εναντίον  των  Τευτόνων  και  των  Αμβρώνων  οι  οποίοι  ακολούθησαν  την  παράλια  οδό  από  τη  Ναρβωνησία  στην  Ιταλία  και  αποκρούστηκαν  από  τον  στρατό  του  στην  ακτή.  Στράφηκαν  και  αυτοί  στα  περάσματα  των  Άλπεων  αλλά  ο  στρατός  του  Μάριου,  διενεργώντας  πραγματικό  «αγώνα  δρόμου»,  τους  πρόλαβε  στα  Σέξτια  Ύδατα.  Οι  Άμβρωνες  Κέλτες,  οι  καλύτεροι  πολεμιστές  του  στίφους  των  Τευτόνων,  επιτέθηκαν  αμέσως  στις  οχυρώσεις  των  Ρωμαίων,  με  αποτέλεσμα  να  αποδεκατιστούν.  Οι  Τεύτονες  παρατάχθηκαν  για  μάχη  την  επόμενη  ημέρα  και  ο  Μάριος  ανταποκρίθηκε  στην  «πρόσκληση».  Ο  ρωμαϊκός  στρατός  επιτέθηκε  με  τη  διαταγή  να  μη  συλλάβει  αιχμαλώτους.  Οι  Τεύτονες  κατακρεουργήθηκαν  σε  τέτοιο  βαθμό  που  η  κοιλάδα  των  Σεξτίων  Υδάτων  παρείχε  για  πολλά  χρόνια  πλούσιες  σοδειές  δημητριακών  λόγω  του  εμπλουτισμού  των  εδαφών  της  από  το  άφθονο  αίμα  των  νεκρών  (102  π.Χ.).  Λίγοι  Τεύτονες  διασώθηκαν  καταφεύγοντας  στη  χώρα  των  Σηκουανών.  Όταν  οι  Ρωμαίοι  απαίτησαν  την  παράδοση  των  επιζώντων,  οι  τρομοκρατημένοι  Σηκουανοί    υπάκουσαν.  Οι  Ρωμαίοι  εκτέλεσαν  τους  επιζώντες  Τεύτονες  επιτόπου,  συμπεριλαμβανομένων  των  γυναικόπαιδων.

Celts

Οι  Υστεροι  Κίμβροι  και  Τεύτονες  τους  οποίους  αντιμετώπισαν  οι  Ρωμαίοι,  αποτελούντο  σε  μεγάλο  ποσοστό  από  Κέλτες,  κατά  το  μεγαλύτερο  σύμφωνα  με  αρκετούς  ιστορικούς.  Πάντως  η  εμφάνιση  τους  ήταν  τρομακτική  για  τους  λαούς  της  Μεσογείου,  όπως  αναλύουν  οι  ελληνορωμαϊκές  πηγές,  και  αναμφίβολα  πολλοί  αν  όχι  σχεδόν  όλοι,  χρησιμοποιούσαν  τη  χαρακτηριστική  κελτική  δερματοστιξία,  όπως  ο  εικονιζόμενος  Κέλτης  (αναπαράσταση  Κελτών  μαχίμων,  Σιλούρων  εν  προκειμένω,  από  Ουαλλικό  Ιστορικό  Σύλλογο).

            Στο  μεταξύ  οι  Κίμβροι  κατόρθωσαν  να  διαβούν  τις  Άλπεις  λόγω  της  άρνησης  των  λεγεωνάριων  του  Κάτουλου  να  τους  αντιμετωπίσουν.  Ο  Μάριος  ανέστειλε  τον  Θρίαμβο  του  λόγω  της  κρισιμότητας  της  κατάστασης,  και  βάδισε  για  να  συναντήσει  την  στρατιά  του  Κάτουλου  η  οποία  είχε  υποχωρήσει  νοτίως  του  Πάδου.  Οι  δύο  ρωμαϊκές  στρατιές  ενώθηκαν,  διάβηκαν  τον  ποταμό  και  συνάντησαν  τους  Κίμβρους  κοντά  στις  Ουέρκελλες  (101  π.Χ.).  Ο  Κίμβρος  ηγέτης  προχώρησε  έφιππος  και  προκάλεσε  τον  Μάριο  σε  προσωπική  μονομαχία,  μια  τυπική  γαλατική  συνήθεια.  Η  απάντηση  που  έλαβε  ήταν  ότι  αυτό  δεν  ήταν  ρωμαϊκό  έθιμο.  Μετά  από  αυτό,  το  κιμβρικό  πεζικό  επιτέθηκε  σε  σχηματισμό  τεράστιου  τετραγώνου,  πλαισιωμένο  από  τους  15.000  Κίμβρους  ιππείς.  Οι  βάρβαροι  ήταν  αποφασισμένοι  να  εκδικηθούν  για  την  εξόντωση  των  Τευτόνων  συντρόφων  τους.  Οι  πρώτες  γραμμές  των  πολεμιστών  τους  είχαν  δεθεί  με  μία  βαριά  αλυσίδα  περασμένη  από  τις  ζώνες  τους,  προκειμένου  να  μη  μπορούν  να  υποχωρήσουν.  Οι  Κίμβροι  είχαν  τον  ήλιο  απέναντι  τους  ενώ  η  ημέρα  ήταν  ζεστή,  μια  καιρική  κατάσταση  η  οποία  επηρέαζε  πάντοτε  αρνητικά  τους  Κέλτες  και  τους  Γερμανούς,  σε  αντίθεση  με  τους  μεσογειακούς  Ιταλούς  λεγεωνάριους.  Ο  ρωμαϊκός  στρατός  νέου  τύπου  άντεξε  το  σφυροκόπημα  των  κιμβρικών  επιθέσεων  και  όταν  αυτές  εξασθένησαν,  ο  Μάριος  διέταξε  την  αντεπίθεση  των  λεγεωνάριων.  Οι  τάξεις  των  Κίμβρων  διαλύθηκαν  και  οι  περισσότεροι  σκοτώθηκαν.  Μερικοί  βάρβαροι  έφθασαν  έως  τις  άμαξες  τους  στα  μετόπισθεν,  όπου  βρίσκονταν  οι  γυναίκες  τους.  Αυτές  φόνευσαν  αρκετούς  από  τους  ηττημένους  άνδρες  τους  και  έπειτα  αυτοκτόνησαν.  Πρόκειται  για  την  επίσης  χαρακτηριστικότατη  κελτική  συνήθεια  του  φόνου  των  αγαπημένων  και  της  αυτοκτονίας,  προκειμένου  να  μην  υποδουλωθούν  από  τον  εχθρό  (οι  αναγνώστες  μπορούν  να  θυμηθούν  το  γνωστό  σύμπλεγμα  αγαλμάτων  της  Ατταλιδικής  Σχολής  του  Περγάμου,  του  Κέλτη  ο  οποίος  αυτοκτονεί  αφού  έχει  σκοτώσει  τη  γυναίκα  του).

CimbriTeutones

Η  μετανάστευση  των  Τευτόνων,  σε  ένα  κλασσικό  έργο  Ευρωπαίου  καλλιτέχνη  του  19ου  αι.  Παρατηρείστε  τις  άμαξες.

Οι  Ρωμαίοι  συνέλαβαν  60.000  αιχμαλώτους  ενώ  οι  νεκροί  αριθμούσαν  120.000,  αν  και  οι  αριθμοί  που  παραδίδονται  είναι  μάλλον  διογκωμένοι  προκειμένου  να  υπερτονισθεί  η  ρωμαϊκή  νίκη.  Ο  λαός  των  Κίμβρων  εξοντώθηκε  εκτός  από  τους  Τιγουρινούς  οι  οποίοι    διέφυγαν  και  εγκαταστάθηκαν  στη  χώρα  των  Ελβηττίων  (σύγχρονη  Ελβετία)  όπου  εισήλθαν  στη  φυλετική  ένωση  τους.  Αυτό  ήταν  το  τέλος  των  επικών  μεταναστεύσεων  των  Κίμβρων  και  Τευτόνων.    Περίπου  έναν  αιώνα  αργότερα,  μια  ρωμαϊκή  αποστολή  συνάντησε  στη  Γιουτλάνδη  τους  λίγους  Κίμβρους  που  δεν  είχαν  ακολουθήσει  τους  ομοεθνείς  τους  στον  μεσογειακό  νότο.

Περικλής  Δεληγιάννης