Kalka River

            Το  1222  οι  επίφοβοι  Μογγόλοι  του  Τζεγκις  Χαν  άρχισαν  να  απειλούν  σοβαρότερα  τη  μεγάλη  φυλετική  ένωση  (χανάτο  ή  χαγανάτο)  των  Κιπτσάκων  στα  ανατολικά  τους,  η  οποία  ένωση  κάλυπτε  μία  έκταση  ευρασιατικών  στεπών  από  τη  σύγχρονη  νότια  Ουκρανία  έως  τη  λίμνη  Αράλη  της  κεντρικής  Ασίας.  Το  χανάτο  των  Κιπτσάκ  (γνωστοί  ως  «Κουμάνοι»  στους  Βυζαντινούς  και  ως  «Πολοβτσυ»  στους  Ρώσους)  αποτελείτο  κυρίως  από  τουρκικές  φυλές  και  δευτερευόντως  από  φιννο-ουγγρικές  και  από  λίγες  μογγολογενείς.  Φαίνεται  πως  η  τουρκική  γλώσσα  είχε  επικρατήσει  και  στις  μη-τουρκικές  φυλές.  Σύμφωνα  με  την  πιθανότερη  άποψη,  το  χανάτο  των  Κουμάνων  προήλθε  από  την  ένωση  δύο  παλαιότερων  φυλετικών  ομοσπονδιών,  εκείνων  των  Κιπτσάκ  και  των  Κουμάνων,  εξ  ου  και  η  διπλή  ονομασία  τους.

            Στα  βορειοδυτικά  των  Κουμάνων  εκτείνονταν  τα  ρωσικά  εδάφη,  τα  οποία  τη  συγκεκριμένη  περίοδο  ήταν  πολιτικά  διασπασμένα  σε  ανεξάρτητες  ηγεμονίες-πριγκηπάτα.  Οι  σχέσεις  των  Ρώσων  και  των  Κουμάνων  ήταν  συνήθως,  αν  όχι  κατά  κανόνα,  εχθρικές,  όμως  ή  μογγολική  απειλή  τους  ανάγκασε  να  συμβιβασθούν.  Ρώσοι  και  Κιπτσάκ  συνήθιζαν  να  πραγματοποιούν  καταστροφικές  επιδρομές  ο  ένας  στα  εδάφη  του  άλλου.

            Στην  αρχή  του  1223  η  μογγολική  απειλή  ανάγκασε  τον  χάνο  (χαγάνο)  Χοταν  των  Κουμάνων  να  ζητήσει  τη  βοήθεια  του  Μστισλαβ,  πρίγκηπα  της  ρωσικής  ηγεμονίας  της  Γαλικίας.  Ο  Μστισλαβ  ο  Γενναίος  όπως  αποκαλείτο,  ήταν  ένας  ήρωας  του  οποίου  η  φήμη  ξεπερνούσε  τα  όρια  της  Ρωσίας.  Ο  Ρώσος  ηγεμόνας  είχε  αντιληφθεί  την  απειλή  που  συνιστούσαν  οι  άγριοι  Μογγόλοι  και  για  τα  ρωσικά  εδάφη,  και  κάλεσε  αμέσως  όλους  τους  Ρώσους  ομολόγους  του  σε  συμβούλιο  στο  Κίεβο,  με  την  παρουσία  των  Κουμάνων  ηγετών.  Στο  Κίεβο,  τη  μητρόπολη  της  μεσαιωνικής  Ρωσίας,  οι  Κουμάνοι  περιέγραψαν  στους  Ρώσους  ηγεμόνες  την  πολεμική  δεινότητα  και  την  αγριότητα  των  Μογγόλων.  Μετά  από  σύσκεψη,  οι  ηγεμόνες  αποφάσισαν  μία  κοινή  εκστρατεία  εναντίον  των  εισβολέων.

            Στα  μέσα  Μαρτίου  1223,  άρχισαν  οι  προετοιμασίες  των  ρωσικών  στρατιών,  ενώ  στις  αρχές  του  Απριλίου  άρχισε  η  συγκέντρωση  τους  στην  προκαθορισμένη  αφετηρία  της  εκστρατείας.  Μόνο  οι  νοτιότερες  ρωσικές  ηγεμονίες  μετείχαν  ουσιαστικα  στην  εκστρατεία.  Οι  ηγεμονίες  των  Τσερνίγκοφ  και  Σμολένσκ  συμμετείχαν  με  τον  μεγάλο  πρίγκηπα  (ηγεμόνα)  του  Τσερνίγκοφ  Μστισλαβ  Σβιατοσλάβιτς  και  με  τους  υποτελείς  του  πρίγκηπες  του  Κουρσκ  (τον  φημισμένο  Ολεγκ),  του  Πουτιβλ  και  του  Τρουμπτσεφ.  Η  δεύτερη  ομάδα  των  ρωσικών  δυνάμεων  προερχόταν  από  τα  πριγκηπάτα  Γαλικίας-Βολυνίας,  με  επικεφαλής  τον  ηγεμόνα  Μστισλαβ  Μστισλαβοβιτς,  τον  πρώτο  που  ανταποκρίθηκε  στην  έκκληση  των  Κουμάνων.  Τα  στρατεύματα  του  προέρχονταν  από  τη  Γαλικία  και  τη  Βολυνία  υπό  τους  πρίγκηπες  Ντανίλο  (Δανιήλ)  της  Βολυνίας,  Μστισλαβ  Γιαροσλάβιτς  Νεμόυ  και  Ιζυασλάβ  Ινγκβαρύεβιτς.

Rus 1237

Χάρτης  των  Ρωσικών  πριγκηπατων.     Polovetses= Κουμάνοι/Κιπτσακ/Πολοβτσυ.

Τέλος,  η  μεγάλη  ηγεμονία  του  Κιέβου  συμμετείχε  με  στρατεύματα  υπό  τον  μεγάλο  ηγεμόνα  Μστισλαβ  Ρομανόβιτς  και  υπό  τους  υποτελείς  του  πρίγκηπες  Βσεβολοντ  (γιο  του),  Αντρέι  (γαμβρό  του),  Γιούρι  Νεσβίτσκι  και  Σβυατοσλαβ  Σούμσκι.  Αξιοσημείωτο  είναι  το  ότι  και  οι  τρεις  Μεγάλοι  ηγεμόνες/πρίγκηπες  που  μετείχαν  στην  εκστρατεία  ονομάζονταν  «Μστισλαβ».  Επίσης  αξίζει  να  παρατηρηθεί  ότι  μερικοί  από  τους  πρίγκηπες  διατηρούσαν  ακόμη  σκανδιναβικά  ονόματα  (Ολεγκ  από  το  ‘Ολαφ’,  Ινγκβαρ  το  οποίο  μετατράπηκε  στο  σλαβικό  ‘Ιγκόρ’  κλπ).

            Ο  Γιούρι,  ηγεμόνας  της  ισχυρής  ηγεμονίας  Βλαντίμιρ-Σουζνταλ,  δεν  μετείχε  στην  εκστρατεία  παρότι  του  ζητήθηκε  επίμονα,  επειδή  είχε  ήδη  προγραμματίσει  μία  εκστρατεία  εναντίον  των  απειλητικών  Λιβονών  ιπποτών.  Ωστόσο  για  να  μη  λείψει  από  την  κοινή  ρωσική  προσπάθεια  εναντίον  των  Μογγόλων,  έστειλε  προς  ενίσχυση  της  τον  υποτελή  του  (και  συγγενή  του)  πρίγκηπα  του  Ροστόφ  με  τον  στρατό  του.  Ωστόσο  αυτές  οι  δυνάμεις  του  Βλαντίμιρ-Σουζνταλ  έφθασαν  αργοπορημένα  στην  περιοχή  της  μάχης  και  έτσι  δεν  μετείχαν  σε  αυτήν.    Αξιοσημείωτη  ήταν  η  απουσία  του  στρατού  της  ισχυρής  πόλης-κράτους  Νόβγκοροντ  του  ρωσικού  Βορρά,  όμως  πρέπει  να  ληφθεί  υπόψη  η  διαρκής  απειλή  για  αυτήν  τη  μεγαλύτερη  σε  έκταση  ηγεμονία,  από  τους  Γερμανούς  και  Σκανδιναβούς  της  Βαλτικής.

            Στα  τέλη  του  Απριλίου,  όλα  τα  ρωσικά  σώματα  συνέκλιναν  προς  την  πόλη  Ζαρουμπα,  περίπου  50  Χλμ  νότια  του  Κιέβου.  Το  πεζικό  κινείτο  εκμεταλλευόμενο  τους  μεγάλους  ρωσικούς  ποταμούς,  επιβαίνοντας  σε  πλοιάρια  που  ακολουθούσαν  τον  ρου  τους.  Σε  άλλα  πλοιάρια  ήταν  φορτωμένα  και  τα  εφόδια  του  στρατού.  Το  ρωσικό  ιππικό  βάδιζε  στις  όχθες  των  ποταμών  σε  παράλληλη  πορεία  με  το  πεζικό  και  την  εφοδιοπομπή  που  ναυσιπλοούσαν.    Στη  Ζαρουμπα  όπου  είχαν  συγκεντρωθεί  οι  Ρώσοι  ηγεμόνες,  κατέφθασαν  σε  λίγο  οι  Μογγόλοι  απεσταλμένοι.  Αυτοί  πρότειναν  στους  πρίγκηπες  να  συμμαχήσουν  μαζί  τους  εναντίον  των  Κουμάνων/Κιπτσάκ,  και  να  τους  πλήξουν  ταυτόχρονα  από  Ανατολή  και  Δύση.  Ετσι  οι  Κιπτσάκ  θα  συντρίβονταν  εύκολα  και  Ρώσοι  και  Μογγόλοι  θα  μοιράζονταν  τις  κουμανικές  γαίες  και  τα  λάφυρα.

Παρότι  οι  Κιπτσάκ  ήταν  παλαιοί  εχθροί  των  Ρώσων,  αυτοί  δεν  αθέτησαν  τη  συμμαχία  που  είχαν  συνάψει  με  εκείνους  και  αρνήθηκαν.  Κατά  την  άποψη  του  γράφοντος,  ο  κυριότερος  λόγος  της  αρνησης  ήταν  ότι  διέβλεψαν  ορθά  ότι  οι  Μογγόλοι  συνιστούσαν  μεγαλύτερη  απειλή  από  τους  Κουμάνους.  Οι  Ρώσοι  μάλλον  κατανόησαν  ότι  μετά  τη  συντριβή  των  Κουμάνων,  θα  ερχόταν η  δική  τους  σειρά.  Εξάλλου  είχε  γίνει  μάλλον  γνωστό  πόσο  εύκολα  οι  Μογγόλοι  αθετούσαν  τις  συμφωνίες.  Αντίθετα  αν  το  Κουμανικό  Χανάτο   επιβίωνε,  θα  αποτελούσε  ένα  γεωπολιτικό-γεωστρατηγικό  πρόφραγμα  έναντι  των  Μογγόλων.  Οι  Κιπτσάκ  που  βρίσκονταν  στο  ρωσικό  στρατόπεδο,  εξοργίσθηκαν  από  αυτή  την  πρόταση  των  Μογγόλων  απεσταλμένων  και  τους  σκότωσαν.  Εντούτοις  υπάρχει  η  πιθανότητα  αυτοί  να  δολοφονήθηκαν  από  Ρώσους.

mongols

Συγχρονη  αναπαράσταση  επίθεσης  μογγολικού  ιππικού.

            Οι  Μογγόλοι  δεν  σκόπευαν  να  επιτεθούν  ακόμη  στη  Ρωσία,  αλλά  το  άγος  της  δολοφονίας  των  πρέσβεων  τους,  τους  ανάγκαζε  να  το  πράξουν  σύμφωνα  με  τα  έθιμα  τους.  Ωστόσο  ο  μεγάλος  στρατηγός  Σουμποτάι,  επικεφαλής  των  μογγολικών  δυνάμεων,  πραγματοποίησε  μία  ακόμη  απόπειρα  συνδιαλλαγής  με  τους  Ρώσους,  επειδή  δεν  ήθελε  να  συγκρουσθεί  μαζί  τους.  Η  εκστρατεία  που  είχε  αναλάβει  αποσκοπούσε  μόνο  στην  υποταγή  των  Κουμάνων  και  της  Καυκασίας  και  δεν  ήθελε  να  αποκλίνει  από  τις  οδηγίες  που  του  είχε  δώσει  ο  Τζένγκις  Χαν.

            Μετά  τη  συγκέντρωση  όλων  των  ρωσικών  δυνάμεων,  ο  ενωμένος  ρωσικός  στρατός  άρχισε  να  κινείται  στα  νότια  ακολουθώντας  τον  μεγάλο  ποταμό  Δνείπερο.  Στις  αρχές  του  Μαϊου,  συνάντησαν  μία  δεύτερη  πρεσβεία  του  Σουμποτάι,  ο  οποίος  τους  πρότεινε  να  ειρηνεύσουν.  Οι  Ρώσοι  πρίγκηπες  απέρριψαν  και  τη  νέα  πρόταση  και  τότε  οι  Μογγόλοι  απεσταλμένοι  έριξαν  ρητά  σε  εκείνους  την  ευθύνη  για  ότι  θα  ακολουθούσε,  τονίζοντας  ότι  οι  ίδιοι  δεν  επιθυμούσαν  τον  πόλεμο.  Τα  ρωσικά  στρατεύματα  κινούνταν  στη  δεξιά  όχθη  του  Δνείπερου  προκειμένου  να  είναι  προστατευμένα  από  κάποια  αιφνίδια  μογγολική  επίθεση,  επειδή  οι  Μογγόλοι  βρίσκονταν  ήδη  στην  ευρύτερη  περιοχή  της  αριστερής  όχθης.  Οι  Ρώσοι  είχαν  μαζί  τους  μερικές  κουμανικές  δυνάμεις,  όμως  στις  15  Μαϊου,  στο  στόμιο  του  παραποτάμου  Χορτίσα  ενώθηκαν  με  το  κύριο  στράτευμα  των  Κουμάνων/Κιπτσάκ.  Οι  Κιπτσάκ  ομοίαζαν  πολύ  με  τους  Μογγόλους  ως  προς  την  πολεμική  τέχνη,  όντας  άλλωστε  και  συγγενείς  τους  πολιτισμικά  και  εθνολογικά  (οι  Τούρκοι  και  οι  Μογγόλοι  συνιστούν  τον  βασικό  κορμό  της  Αλταϊκής  εθνοφυλετικής  ομάδας).  Σχεδόν  όλοι  οι  Κουμάνοι  πολεμούσαν  ως  ιππικό,  αποτελούμενο  από  το  βαρύ  ιππικό  και  από  τους  ελαφρούς  ιπποτοξότες  οι  οποίοι  συνιστούσαν  την  πλειοψηφία.  Την  ίδια  σύνθεση  είχε  και  ο  μογγολικός  στρατός.  Οι  Κουμάνοι  θωρακοφόροι  ιππείς  είχαν  εντυπωσιακή  εμφάνιση  λόγω  της  βαριάς  θωράκισης  και  μίας  χαρακτηριστικής  προστατευτικής  προσωπίδας  που  έφεραν  αρκετοί  στις  περικεφαλαίες  τους.  Αρκετοί  Ρώσοι  ευγενείς  την  είχαν  υιοθετήσει  επίσης.

            Σε  αυτό  το  σημείο,  ο  κοινός  ρωσο-κουμανικός  στρατός  φαίνεται  πως  αριθμούσε  πάνω  από  80.000  άνδρες,  από  τους  οποίους  θεωρείται  ότι  μόνο  το  25-30  %  ήταν  εμπειροπόλεμοι,  ανήκοντες  κυρίως  στις  «ντρουζινα»  των  πριγκήπων  και  στους  Κουμάνους.  Τα  σώματα  «ντρουζινα»  συνιστούσαν  τις  βασιλικές  φρουρές  των  πριγκήπων,  αποτελούμενα  από  μισθοφόρους  και  άλλους  επίλεκτους  πολεμιστές    ποικίλης  καταγωγής.  Μπορούσαν  να  αριθμούν  από  λίγες  εκατοντάδες  έως  4-5.000.

Από  την  άλλη  πλευρά,  ο  Σουμποτάι  διέθετε  περίπου  20.000  άριστους  ιππομάχους,  Μογγόλους  και  Τούρκους  της  κεντρικής  Ασίας.  Ωστόσο  η  σύνθεση  του  στρατού  του  είχε  αλλάξει  προς  το  καλύτερο  συγκριτικά  με  την  τυπική  μογγολική,  μετά  τις  επιτυχημένες  επιχειρήσεις  του  στην  περιοχή  του  Καυκάσου  η  οποία  ήταν  μεγάλο  κέντρο  κατασκευής  όπλων  και  πανοπλιών.  Τα  λάφυρα  περιελάμβαναν  πολλές  πανοπλίες  ιππέων  και  αλόγων  που  μοιράσθηκαν  σε  Μογγόλους  ελαφρούς  ιππείς  μετατρέποντας  τους  έτσι  σε  βαρύ  ιππικό.  Οι  Μογγόλοι  ήταν  εξοικειωμένοι  και  με  τις  δύο  πολεμικές  τακτικές  των  νομάδων  ιππέων.  Ετσι  το  βαρύ  ιππικό  του  Σουμποτάι  ξεπέρασε  το  50  %  της  δύναμης  του,  φθάνοντας  σύμφωνα  με  μερικές  εκτιμήσεις  ίσως  και  στο  65  %,  πολύ  περισσότερο  από  το  τυπικό  των  νομαδικών  στρατιών.

Cumans

Κουμάνοι/Πολοβτσοι:  Θωρακισμένος  ιππέας  με  τη χαρακτηριστική  προσωπίδα  στην περικεφαλαία  του,  και  ένοπλη  πριγκήπισσα  (copyright: Osprey  publishing).

            Στις  16  Μαρτίου  ο  δραστήριος  Μστισλαβ  της  Γαλικίας  διέβη  τον  Δνείπερο  με  ένα  μέρος  της  ντρουζινα  του  πραγματοποιώντας  αναγνώριση  του  εδάφους  και  έπειτα  επιδρομή  εναντίον  της  μογγολικής  προφυλακής.  Ο  Ρώσος  πρίγκηπας  την  αιφνιδίασε  τρέποντας  τη  σε  φυγή.  Κατά  την  καταδίωξη  των  Μογγόλων,  ο    Μστισλαβ  αιχμαλώτισε  τον  διοικητή  τους,  Τζεμυαμπέκ,  και  τον  εκτέλεσε.

            Την  επόμενη  ημέρα  ο  Ντανίλο  της  Βολυνίας  πέρασε  στην  αριστερή  όχθη  με  ένα  ρωσικό  σώμα  συναντώντας  ένα  ολιγάριθμο  μογγολικό  απόσπασμα  το  οποίο  εξόντωσε.  Ενθαρρυμένοι  από  τις  επιτυχίες  τους,  ο  Μστισλαβ  και  ο  Ντανίλο  κατόρθωσαν  να  πείσουν  και  τους  άλλους  Ρώσους  πρίγκηπες  να  διαβούν  τον  Δνείπερο  για  να  βαδίσουν  εναντίον  του  εχθρού.  Οι  Ρώσοι  μηχανικοί  κατασκεύασαν  μία  γέφυρα  την  οποία  άρχισε  να  διασχίζει  ο  ρωσο-κουμανικός  στρατός.  Η  διάβαση  διήρκεσε  για  μερικές  ημέρες.

            Ο  ικανός  Σουμποτάι  εκμεταλλεύθηκε  την  άνοδο  του  ρωσικού  ηθικού  στο  έπακρο,  εφαρμόζοντας  την  πετυχημένη  νομαδική  τακτική  της  «προσποιητής  υποχώρησης».  Εστειλε  ένα  μικρό  σώμα  εναντίον  των  Ρώσων,  το  οποίο  αφού  συνεπλάκη  μαζί  τους,  άρχισε  να  υποχωρεί  όλο  και  βαθύτερα  στη  στέπα  παρασύροντας  τους  προς  τον  κύριο  όγκο  των  μογγολικών  δυνάμεων.  Οι  Ρώσοι  μάλλον  θεώρησαν  ότι  οι  Μογγόλοι  είχαν  λιποψυχήσει  και  τους  ακολουθούσαν  κατά  πόδας.  Καθ’  οδόν  συγκέντρωναν  αιχμαλώτους  και  πολυάριθμα  κοπάδια  ζώων  καθιστώντας  όμως  τις  δυνάμεις  τους  βραδυκίνητες  και  χωρίς  την  απαραίτητη  ευελιξία.  Όμως  το  σημαντικότερο  πρόβλημα  τους  ήταν  η  πολυκέφαλη  ηγεσία  τους.  Οι  Ρώσοι  πρίγκηπες  δεν  συμφώνησαν  ποτέ  ως  προς  το  σχέδιο  δράσης  που  έπρεπε  να  ακολουθήσουν.  Ο  καθένας  είχε  τη  δική  του  άποψη  στην  οποία  επέμενε.  Αντίθετα,  οι  δύο  αντίπαλοι  τους  Μογγόλοι  στρατηγοί  Σουμποτάι  Μπαχατούρ  και  Ζουργκατάι  Νογιον  (γνωστός  με  το  προσωνύμιο  Τζεμπε)  δεν  είχαν  προστριβές  μεταξύ  τους,  με  τον  Σουμποτάι  να  έχει  το  προβάδισμα.

Περικλης  Δεληγιάννης

Η  ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  ΜΕΡΟΣ  Β΄