1

Οι  ερευνητές  και  οι  ιστορικοί  που  πιστεύουν  ότι  ο  Χίτλερ  ήταν  ένας  ικανός  στρατηγός  και  πολεμικός  αρχηγός  έχουν  αυξηθεί  τις  τελευταίες  δεκαετίες.  Ωστόσο  η  εικόνα  του  ως  ανεπαρκούς  πολεμικού  αρχηγού  ήταν  έως  πρόσφατα  η  επικρατούσα,  κυρίως  λόγω  των  μεταπολεμικών  αναφορών  των  στρατηγών  του  οι  οποίοι  επιχείρησαν  να  αποποιηθούν  την  ευθύνη  της  ήττας,  και  προφανώς  επειδή  η  Γερμανία  δεν  ήταν  η  νικήτρια.  Σύμφωνα  με  αυτήν  την  εικόνα,  ο  Χίτλερ  οδήγησε  τη  Γερμανία  στην  καταστροφική  ήττα  στον  Β΄  Παγκόσμιο  πόλεμο,  τόσο  με  το  να  δημιουργεί  εξωτερικούς  εχθρούς  τους  οποίους  η  χώρα  δεν  μπορούσε  να  νικήσει,  όσο  και  με  το  να  παρεμβαίνει  στο  έργο  των  στρατηγών  του,  ιδιαίτερα  στις  λεπτομέρειες  των  επιχειρήσεων.

Παρότι  ο  Χίτλερ  δεν  μπορεί  με  βεβαιότητα  να  καταταγεί  ανάμεσα  στους  μεγάλους  στρατηγούς  της  Ιστορίας  έχοντας  υποπέσει  σε  αρκετά  λάθη  (αλλά  όχι  καθοριστικά),  πρέπει  να  θεωρείται  σε  γενικά  πλαίσια  ικανός  στρατιωτικός  ηγέτης  και  στρατηγός,  περισσότερο  κατά  το  διάστημα  1933-41.  Η  Γερμανία  δεν  έχασε  τον  πόλεμο  λόγω  κάποιου  «μοιραίου  λάθους»  του,  αλλά  επειδή  δεν  μπορούσε  εξαρχής  να  τον  κερδίσει.

Η  μελέτη  της  Παγκόσμιας  Ιστορίας  δεν  αφήνει  αμφιβολία  ότι  η  συντριπτική  υλική  υπεροχή  των  Συμμάχων  τούς  χάρισε  τη  νίκη.  Η  Συμμαχία  τους  περιελάμβανε  τη  μεγαλύτερη  θαλάσσια  δύναμη,  αποικιακή  αυτοκρατορία  και  Κοινοπολιτεία  στον  κόσμο  (Βρετανία),  τη  χώρα  με  τον  μεγαλύτερο  στρατό  και  μεγαλύτερη  ενδοχώρα  στον  κόσμο  (ΕΣΣΔ)  και  τη  χώρα  με  τη  μεγαλύτερη  βιομηχανική,  οικονομική  και  κεφαλαιακή  ισχύ  (ΗΠΑ).  Συγκρίνοντας  τη  Συμμαχία  με  τον  Αξονα  γενικά,  η  πρώτη  περιελάμβανε  και  τη  χώρα  με  τον  μεγαλύτερο  πληθυσμό  (Κίνα).  Δεν  μπορούσε  να  υπάρξει  τελική  νίκη  για  τη  Γερμανία.

3

Γερμανικά  στρατεύματα  παρελαύνουν  στο  Παρίσι  (Ιούνιος  1940).  Η  ασυζητητί  έγκριση  από  τον  Χίτλερ,  του  σχεδίου  του  Φον  Μανστάιν  για  την  εισβολή  στη  Γαλλία,  συνιστά  πιθανώς  την  επιτυχέστερη  στρατηγική  απόφαση  του  πρώτου.

Μία  γνωστή  τάση  των  ιστορικών  που  φανερώνει  το  ανυπόστατο  της  στρατιωτικής-στρατηγικής  ανεπάρκειας  του  Χίτλερ,  είναι  ότι  «επιλέγουν»  μία  ορισμένη  εσφαλμένη  απόφαση  του  που  κατά  την  άποψη  τους  «άλλαξε  τον  ρου  του  πολέμου  σε  βάρος  της  Γερμανίας».  Αυτή  η  τάση  υποβαθμίζει  την  πραγματικότητα  και  την  πολυπλοκότητα  του  Β΄  Παγκοσμίου  πολέμου,  του  πλέον  πολύπλοκου  της  Ιστορίας.

Ο  ανυπόστατος  χαρακτήρας  της  θεωρίας  του  «μοιραίου  λάθους  του  Χίτλερ»  διαφαίνεται  από  το  γεγονός  ότι  κάθε  ιστορικός  έχει  επιλέξει  το  «δικό  του»  λάθος  στο  οποίο  υπέπεσε  ο  Χίτλερ  καταδικάζοντας  τη  Γερμανία  σε  ήττα.  Πρόκειται  για  μία  απόδειξη  ότι  δεν  υπήρξε  κάποιο  αποφασιστικό  λάθος  ή  έστω  δυάδα  λαθών  του  Χίτλερ,  αλλά  μία  μη-συνειδητή  προσπάθεια  των  ιστορικών  και  ερευνητών  να  αποδώσουν  οπωσδήποτε  τη  γερμανική  ήττα  στην  «ανεπαρκή  στρατηγική  του  δεκανέα».

Άλλο  σχετικό  στοιχείο  είναι  ο  μεγάλος  αριθμός  των  επιλεγμένων  στιγμών  από  τους  διάφορους  μελετητές,  στις  οποίες  ο  Χίτλερ  διέπραξε  το  «μοιραίο  λάθος».  Ο  μεγάλος  αριθμός  δείχνει  ότι  αναζητείται  επισταμένως  κάποιο  «μοιραίο  λάθος»  του.  Μία  τρίτη  απόδειξη  είναι  η  επικρότηση  αρκετών  ή  των  περισσότερων  στρατηγών  του  Χίτλερ  στις  περισσότερες  «μοιραίες  αποφάσεις»  του.  Π.χ.,  έχει  θεωρηθεί  υπερβολικά,  ότι  η  απόφαση  του  Χίτλερ  να  επιτρέψει  τη  διάσωση  του  Βρετανικού  Εκστρατευτικού  Σώματος  ενώπιον  της  Δουνκέρκης,  μάλλον  του  κόστισε  τον  πόλεμο.  Ομως  παραβλέπεται  το  γεγονός  ότι  πολλοί  Γερμανοί  στρατηγοί  επικρότησαν  την  απόφαση  του,  ανήσυχοι  από  τη  ραγδαία  προέλαση  των  Πάντσερ  έως  τη  Μάγχη  και  τη  Δουνκέρκη,  η  οποία  άφηνε  εκτεθειμένες  και  καταπονημένες  τις  δυνάμεις  τους.  Επιπρόσθετα,  το  βρετανικό  σώμα  δεν  ήταν  τόσο  ισχυρό  ώστε  η  αιχμαλώτιση  του  να  κρίνει  τον  πόλεμο.  Η  Βρετανία  και  η  Κοινοπολιτεία  της  μπορούσαν  να  αντικαταστήσουν  τους  άνδρες  του.  Εξάλλου  τα  Πάντσερ  κυρίευσαν  τα  εφόδια  των  διαφυγόντων  Βρετανών  και  κάτι  σημαντικότερο  από  τους  ίδιους:  σχεδόν  όλα  τα  βαρέα  όπλα  τους,  χωρίς  αυτή  η  σημαντική  κυρίευση  να  κρίνει  τον  πόλεμο  υπέρ  της  Γερμανίας.

5

Ο  θριαμβευτικός  βηματισμός  του  Χίτλερ  στην  Κομπιένη,  κατά  τη  συντριβή  της  Γαλλίας.  Ο  Χίτλερ  δεν  υπέπεσε  σε  τόσα  στρατηγικά  σφάλματα  όσα  του  καταλογίσθηκαν,  όμως  η  εξαρχής  απόφαση  του  να  συγκρουσθεί  με  τους  Σύμμαχους  ήταν  ένα  ολέθριο  λάθος.

Οι  αποφάσεις  του  Χίτλερ  κατά  τη  Μάχη  (Αερομαχία)  της  Βρετανίας  (1940)  έχουν  συγκεντρώσει  μάλλον  τις  περισσότερες  προτιμήσεις  ιστορικών  ως  το  «μοιραίο  λάθος»  του,  συγκεκριμένα  η  επιλογή  του  να  στρέψει  τη  Luftwaffe  εναντίον  του  Λονδίνου  και  άλλων  πόλεων  σε  έναν  βομβαρδισμό  τρομοκράτησης,  εγκαταλείποντας  τον  έως  τότε  στρατηγικό  βομβαρδισμό  των  εγκαταστάσεων  και  αεροδρομίων  της  RAF.  Ο  Χίτλερ  πήρε  αυτή  την  απόφαση  όταν  η  RAF  πλησίαζε  στην  εκμηδένιση.  Ο  αρχηγός  της  Luftwaffe,  Χέρμανν  Γκέρινγκ,  του  είχε  δηλώσει  ότι  θα  κατέβαλε  τη  βρετανική  αεροπορία  σε  δύο  εβδομάδες,  χωρίς  όμως  να  έχει  αντιληφθεί  ότι  αναλάμβανε  μία  αποστολή  για  την  οποία  η  Luftwaffe  δεν  είχε  την  κατάλληλη  υποδομή.  Η  τελευταία  ήταν  περισσότερο  μία  τακτική  δύναμη  υποστήριξης,  σχεδιασμένη  για  συνεργασία  με  χερσαίες  δυνάμεις.  Δεν  ήταν  ένα  στρατηγικό  Οπλο  το  οποίο  μπορούσε  να  νικήσει  από  μόνο  του  την  Αλβιόνα.

Καταρχήν  η  RAF  διέθετε  ένα  νέο  όπλο,  το  ραντάρ,  που  της  έδινε  σημαντικό  στρατηγικό  πλεονέκτημα.  Επιπρόσθετα,  τα  γερμανικά  αεροσκάφη  είχαν  προφανείς  αδυναμίες.  Το  βομβαρδιστικό  κάθετης  εφόρμησης  Stuka  (JU  87)  έκανε  «θραύση»  σε  Πολωνία,  Βέλγιο  και  Γαλλία  αλλά  η  περιορισμένη  ακτίνα  δράσης  και  το  μικρό  φορτίο  βομβών  του,  το  καθιστούσαν  ακατάλληλο  για  δράση  στη  Βρετανία.  Το  ίδιο  συνέβαινε  με  τα  γερμανικά  μαχητικά  ME  109  (Messerschmitt  109)  τα  οποία  επιχειρούσαν  με  υπερπροσπάθεια,  στα  όρια  της  ακτίνας  δράσης  τους.  Τα  περισσότερα  μπορούσαν  να  πετάξουν  το  πολύ  για  15-30  λεπτά  πάνω  από  την  Αγγλία.

Η  Μάχη  της  Βρετανίας  άρχισε  στις  13  Αυγούστου  1940  και  έως  τις  18  οι  Γερμανοί  είχαν  απωλέσει  περίπου  400  αεροσκάφη  έναντι  μόλις  180  βρετανικών  απωλειών.  Οι  απώλειες  ήταν  στην  πραγματικότητα  μεγαλύτερες  για  τη  Luftwaffe  επειδή  η  κατάρριψη  ενός  αεροσκάφους  της  στη  Βρετανία,  σήμαινε  την  αιχμαλώτιση  του  εξειδικευμένου  και  δύσκολα  αντικαταστήσιμου  πληρώματος  του.  Ωστόσο  ο  Χίτλερ  επέτρεψε  τη  συνέχιση  των  «αυτοκτονικών»  αεροπορικών  επιθέσεων  και  η  επιλογή  του  ήταν  εύστοχη  –  παρότι  δεν  το  γνώριζε  –  επειδή  η  RAF  είχε  φθάσει  στα  όρια  της.  Η  τελευταία  διέθετε  περί  τα  650  μαχητικά  αεροσκάφη  έναντι  των  3.000  γερμανικών  μαχητικών-βομβαρδιστικών.  Εως  τις  αρχές  Σεπτεμβρίου,  πολλά  βρετανικά  αεροδρόμια  (περισσότερο  στο  Σάσσεξ  και  το  Κεντ)  είχαν  καταστραφεί  και  οι  απώλειες  των  Βρετανών  πιλότων  ήταν  τόσες  πολλές  που  δεν  μπορούσαν  να  αντικατασταθούν.  Επιπρόσθετα,  οι  απώλειες  της  RAF  αυξάνονταν  σταδιακά:  στις  24  Αυγούστου-6  Σεπτεμβρίου  1940  έχασε  280  αεροσκάφη  έναντι  386  γερμανικών.

.

Η  ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΣΤΟ  Β΄ ΜΕΡΟΣ  

.

Περικλής  Δεληγιάννης

.

16

Ενας  Γερμανός  στρατιώτης  με  τηλεσκοπικές  διόπτρες  στη  Φλάνδρα  (Βέλγιο  ή  Γαλλία).  Δίπλα  του  ελαύνει  άρμα  μέσης  κατηγορίας  PzKpfw  35  S  739(f).