odys.androutsos

Οδυσσέας Ανδρούτσος.

Κατά τον πόλεμο της σουλτανικής εξουσίας εναντίον του Αλή Πασά (λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση), ο Οδυσσέας Ανδρούτσος μετέβη από τη Στερεά Ελλάδα στα Ιωάννινα για να τον ενισχύσει, αφήνοντας τον Αθανάσιο Διάκο ως τοποτηρητή στην οπλαρχηγία του (αρματολίκι). Ο Οδυσσέας έμεινε για αρκετούς μήνες στα Ιωάννινα, όπου ο Αλής πολιορκείτο από τα σουλτανικά στρατεύματα. Τελικά, όταν διαπίστωσε ότι ο πασάς είχε εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους ακολούθους του, Αλβανούς και Έλληνες, και ότι δεν μπορούσε να διασωθεί, τον εγκατέλειψε και εκείνος επικεφαλής 1.500 Ελλήνων πολεμιστών, διασπώντας τον κλοιό των Τούρκων. Έτσι διέσωσε μία εμπειροπόλεμη στρατιωτική δύναμη, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στον εθνικό αγώνα. Ο ίδιος, ο Καραϊσκάκης και άλλοι οπλαρχηγοί διέφυγαν στα Επτάνησα. Ο Ανδρούτσος κάλεσε στην Άρτα τους ισχυρότερους Αλβανούς οπλαρχηγούς επιχειρώντας να εφαρμόσει ένα παλαιό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο «γέρος του Μοριά» είχε επιχειρήσει παλαιότερα να προσεταιρισθεί τους Αλβανούς προκειμένου να επαναστατήσουν από κοινού με τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων και είχε συνάψει συμμαχία με τον Αλή Φαρμάκη, τον ηγέτη των ισχυρών Λαλαίων Αλβανών της Πελοποννήσου (το κέντρο ισχύος των οποίων βρισκόταν στην Ηλεία). Οι Αλβανοί ήταν πανίσχυροι στρατιωτικά και ο Κολοκοτρώνης εκτίμησε πως αν ένωναν τις δυνάμεις τους με τους Έλληνες επαναστάτες, οι δύο λαοί θα επιτύγχαναν σχεδόν σίγουρα την ανεξαρτησία τους. Εντούτοις, το σχέδιο του είχε αποτύχει, επειδή στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση του Μεγάλου Ναπολέοντα στην ελληνοαλβανική συμμαχία. Οι Βρετανοί κατέλαβαν τα Επτάνησα και απέτρεψαν τη γαλλική υποστήριξη. Στην Άρτα, ο Ανδρούτσος και άλλοι Έλληνες ηγέτες πρότειναν στους Αλβανούς οπλαρχηγούς την από κοινού επανάσταση εναντίον των Οθωμανών, όμως η συνεννόηση δεν ευοδώθηκε, κυρίως λόγω της αντίδρασης ενός από αυτούς, του περίφημου Ομέρ Βρυώνη. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας έπλευσε στην Ιθάκη και από εκεί στους Παξούς, όπου εγκατέστησε την οικογένεια του για να την προστατεύσει από τα τουρκικά αντίποινα. Στις αρχές του 1821 έπλευσε στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκε σε πολεμικό συμβούλιο με πολλούς οπλαρχηγούς από τη Ρούμελη και τον Μοριά (Καραϊσκάκη, Γ. Βαρνακιώτη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη κ.α.), προκειμένου να προετοιμάσουν την επανάσταση. Στο συμβούλιο, ο Οδυσσέας και ο Πανουργιάς ανέλαβαν να εξεγείρουν τη Στερεά. Στις αρχές του Μαρτίου 1821, ο Ανδρούτσος έπλευσε μυστικά στην τουρκοκρατούμενη Πάτρα, όπου συναντήθηκε με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρούτσος τον ενημέρωσε ότι ο Διάκος και ο Πανουργιάς θα ανελάμβαναν την εξέγερση στην ανατολική Στερεά, ενώ ο ίδιος θα βάδιζε στο Ξηρόμερο (Ακαρνανία) της δυτικής Στερεάς προκειμένου να εξεγείρει την περιοχή.

Antipaloi Ellinon

Αντίπαλοι των Ελλήνων αγωνιστών κατά την Επανάσταση: κάτω αριστερά: Αλβανός οπλαρχηγός. Κάτω δεξιά: βογιάρος από τη Βλαχία (νότια Ρουμανία). Πίσω τους: οπλαρχηγός ατάκτων Χαϊντούτων/Χαϊντούκων. Στο απώτερο πλάνο: Βόσνιος πολεμιστής. Ολοι τους εκτός μάλλον από τον βογιάρο και τον Χαϊντούκο, χρησιμοποιήθηκαν από τους Οθωμανούς εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν συνολικά χάριν συντομίας «Τούρκους», «Αλβανούς» και «Τουρκαλβανούς» παρότι μερικοί ήταν χριστιανοί (πίνακας του Angus McBride, copyright: Osprey publishing).

Γύρω στις 20 Μαρτίου του 1821, ο Ανδρούτσος αποβιβάσθηκε μυστικά σε άγνωστο σημείο της νότιας στερεοελλαδικής ακτής, όπου συνάντησε το πρωτοπαλήκαρο του, Γιάννη Γκούρα, με λίγους πολεμιστές. Εκεί έγραψε και έστειλε στους Γαλαξιδιώτες την περίφημη επιστολή του, με την οποία τους παρακινούσε να επαναστατήσουν, να του στείλουν πολεμοφόδια και να ακολουθήσουν τις οδηγίες του Γκούρα, τον οποίο τους έστειλε για να οργανώσει τον αγώνα. Ο Ανδρούτσος γνώριζε πόσο σημαντική ήταν για τον «μεγάλο σκοπό», η εξέγερση της πλούσιας ναυτικής πόλης του Γαλαξιδίου. Η πόλη και η ανατολική Στερεά επαναστάτησαν, όμως ο Ανδρούτσος δεν κατόρθωσε να πείσει τους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς να πράξουν το ίδιο. Οι τελευταίοι ζήτησαν προθεσμία για να εξετάσουν την κατάσταση. Η θέση των κατοίκων της δυτικής Ρούμελης ήταν δύσκολη, επειδή η περιοχή τους δεν απείχε πολύ από τα Ιωάννινα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο επίφοβος σουλτανικός στρατός του Χουρσήτ πασά, ο οποίος πολιορκούσε τον Αλή. Ο Οδυσσέας επιχείρησε να πιέσει τους δυτικούς Ρουμελιώτες βαδίζοντας με το σώμα του στην Τατάρνα (Τριπόταμο) της Ευρυτανίας. Στη γέφυρα της Τατάρνας φόνευσε τον τοπικό δερβέναγα και 60 Τούρκους συνοδούς μιας χρηματαποστολής, προκειμένου να «ενοχοποιηθούν» οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής. Ο Ανδρούτσος ήταν αποφασισμένος να επιβάλει την επανάσταση με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο.

1

Πιστόλες της Επανάστασης από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Η πρώτη πιστόλα ανήκε στην οικογένεια των Κολοκοτρωναίων.

Όταν ο Χουρσήτ πασάς έλαβε τις πρώτες πληροφορίες για την ελληνική εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη, την Πελοπόννησο και τα νησιά, έστειλε τον Ομέρ Βρυώνη, πασά του Βερατίου, και τον Κιοσέ Μεχμέτ επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, να την καταπνίξουν. Ο Ομέρ, ο ουσιαστικός αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος, ήταν έναν από τους ικανότερους στρατηγούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Αθανάσιος Διάκος επιχείρησε να σταματήσει την κάθοδο των Τούρκων στην Αλαμάνα, με κατάληξη τη μεγαλειώδη θυσία του μαζί με 200 περίπου άνδρες του (Απρίλιος 1821). Ο Ανδρούτσος έχει δεχθεί μομφές από ιστορικούς και ερευνητές για την υποτιθέμενη «ολιγωρία» του να βοηθήσει τον Διάκο στην ανατολική Στερεά, δήθεν επειδή παλαιότερα οι δύο άνδρες είχαν έντονη αντιδικία. Μάλιστα έχει υπονοηθεί ότι ο Ανδρούτσος επεδίωκε την εξόντωση του Διάκου ή ότι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και στο «προσκύνημα» στους Τούρκους. Αντιδικίες όπως αυτή που πράγματι συνέβη ανάμεσα στον Ανδρούτσο και τον Διάκο, ήταν συνήθεις μεταξύ των κλεφταρματολών. Επίσης, όπως είδαμε, ο πρώτος κάθε άλλο παρά ολιγώρησε, δρώντας στην Τατάρνα προκειμένου να παρασύρει τη δυτική Ρούμελη στην επανάσταση. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η είσοδος της δυτικής Στερεάς στον αγώνα ήταν αποφασιστικότατη για την πορεία του, επειδή έτσι η Πελοπόννησος θα προστατευόταν πλήρως από τα βόρεια και θα καθίστατο το σταθερό ορμητήριο των επαναστατών. Ο Ανδρούτσος, όπως είχε ανακοινώσει στον Μακρυγιάννη, θα βάδιζε στη δυτική Στερεά έως το Ξηρόμερο (από την Τατάρνα όπου βρισκόταν), προκειμένου να την εξεγείρει. Εντούτοις δίσταζε να ξεκινήσει επειδή τον ανησυχούσε η κάθοδος του εμπειροπόλεμου Ομέρ Βρυώνη. Όταν έμαθε για την τουρκική νίκη στην Αλαμάνα, άλλαξε τα σχέδια του και ανέλαβε τη διάσωση της επανάστασης στην ανατολική Στερεά. Όσο για τον πατριωτισμό του Ανδρούτσου, η άμεση και αδίστακτη σφαγή του δερβέναγα της Τατάρνας και 60 Τούρκων δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Αν ήταν υστερόβουλος, θα κρατούσε αρκετούς αιχμαλώτους για το δικό του όφελος, κυρίως τον δερβεναγα. Τέλος, ο Ανδρούτσος είχε διασώσει τον Διάκο από τη σκέψη του Αλή Πασά να τον θανατώσει, τον είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρία και τον είχε αφήσει ο ίδιος τοποτηρητή στο αρματολίκι του.

Οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς εξέλεξαν νέο οπλαρχηγό στη θέση του νεκρού Διάκου, τον Βασίλειο Μπούσγο. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τον αγώνα στην ανατολική Στερεά αλλά και την Πελοπόννησο. Το ηθικό των επαναστατών είχε κλονισθεί από την ήττα στην Αλαμάνα και είχαν πέσει σε αδράνεια. Ο Ομέρ μπορούσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση και να βαδίσει ταχύτατα στα νότια, φθάνοντας στην Πελοπόννησο και απειλώντας σοβαρά την Ελληνική Επανάσταση ήδη από την έναρξη της. Ο πασάς θεωρούσε ότι θα κατέπνιγε ευκολότερα την εξέγερση, αν έπειθε τους Ρουμελιώτες αρματολούς να εκστρατεύσουν μαζί του στην Πελοπόννησο. Οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές δικαιολογημένα θα κλονίζονταν βλέποντας ομοεθνείς τους να συμπολεμούν με το τουρκικό εκστρατευτικό σώμα. Ο Ομέρ Βρυωνης είχε αποτύχει να προσεταιρισθεί τον Διάκο, αλλά το επιχείρησε πάλι με άλλους οπλαρχηγούς. Είχε πληροφορηθεί ότι ο Ανδρούτσος βρισκόταν στην Τατάρνα και υπολόγιζε στην κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή Πασά, για να τον προσεταιρισθεί. Γνώριζε ότι αν εξασφάλιζε τη συνεργασία του Ανδρούτσου, του ισχυρότερου Έλληνα οπλαρχηγού, πολλοί Στερεοελλαδίτες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Γι’ αυτό του έστειλε επιστολή από τη Λαμία, όπου βρισκόταν, στην οποία του ανακοίνωνε τον θάνατο του Διάκου, του πρότεινε να συνταχθεί μαζί του και του εγγυάτο πως σε αυτή την περίπτωση θα τον συγχωρούσε για τον φόνο του δερβέναγα Χασάν μπέη Γκέκα και θα του παρέδιδε την αρχηγία όλων των αρματολικίων της ανατολικής Στερεάς. Ο πασάς τον καλούσε να συναντηθούν στη Γραβιά.

opla-1821

Τυφέκια και «καραμπίνα» του 1821, από την κοινότητα Εμμανούλ Παπάς.

Ο Ανδρούτσος αγνόησε την προσφορά του Ομέρ Βρυώνη και βάδισε στην ανατολική Στερεά. Από την πρόσκληση του πασά να συναντηθούν στη Γραβιά, ο Οδυσσέας αντιλήφθηκε ότι σκόπευε να προχωρήσει στα Σάλωνα (Άμφισσα) και στη συνέχεια στο Γαλαξίδι. Εκεί ο πασάς θα επιβίβαζε τον στρατό του σε πλοία και θα τον διαπεραίωνε στην Πελοπόννησο. Φαίνεται πως ο Ομέρ θεωρούσε ότι μετά τη μάχη της Αλαμάνας, οι Στερεοελλαδίτες δεν θα προέβαλαν πλέον σοβαρή αντίσταση. Γι’ αυτό δεν επέλεξε τη μακρύτερη και δυσκολότερη πορεία έως την Πελοπόννησο διαμέσου της Βοιωτίας και του Ισθμού. Προτίμησε τον συντομότερο δρόμο Λαμίας-Γραβιάς-Σαλώνων-Γαλαξιδίου προκειμένου να αιφνιδιάσει τους Πελοποννήσιους. Στις αρχές του Μαΐου, ο Ανδρούτσος, ενισχυμένος με τους άνδρες του Κατσικογιάννη και του Σουλιώτη Χρήστου Κοσμά, εγκαταστάθηκε στο Χάνι (πανδοχείο) της Γραβιάς με 100 περίπου άνδρες. Ο σκοπός του ήταν να ανακόψει την πορεία του εχθρού στη διάβαση της Γραβιάς. Η Γραβιά βρισκόταν σε στρατηγική και οχυρή θέση, την οποία οι Έλληνες είχαν χρησιμοποιήσει από την Αρχαιότητα προκειμένου να αναχαιτίσουν βαρβάρους οι οποίοι κατευθύνονταν από τον Βορρά προς τη Φωκίδα και τους Δελφούς. Εκεί οι αρχαίοι Στερεοελλαδίτες είχαν αναχαιτίσει μέρος των Γαλατών που κατευθύνονταν στους Δελφούς. Στην ίδια θέση οι Βυζαντινοί είχαν αποπειραθεί να αποκρούσουν, ανεπιτυχώς, τους Γότθους του Αλάριχου.

Στο Χάνι της Γραβιάς κατέφθασαν και τα σώματα του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη, οι οποίοι μετά την καταστροφή του Διάκου στην Αλαμάνα, υποχώρησαν από τις αρχικές τους θέσεις (στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα). Ο Οδυσσέας («Λυσσέος», όπως τον αποκαλούσαν οι σύντροφοι του) εμψύχωσε τους καταβεβλημένους αγωνιστές και άρχισε αμέσως να οργανώνει τη νέα αντίσταση στους εισβολείς. Παράλληλα, είχε στείλει τον Γκούρα με εντολή να «καθαρίσει» τα Σάλωνα, δηλαδή να εκτελέσει όλους τους αιχμάλωτους Τούρκους και Αλβανούς της περιοχής. Επρόκειτο για μία σκληρή διαταγή του Ανδρούτσου, την οποία οι επικριτές του έσπευσαν να μεταχειρισθούν ως μία ακόμη απόδειξη του ανηλεούς χαρακτήρα του. Εντούτοις, ο Οδυσσέας δεν είχε άλλη επιλογή. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής ήταν ισχυροί αριθμητικά και θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι αν εξεγείρονταν. Ο Ανδρούτσος είχε δεσμεύσει αρκετούς άνδρες για τη φύλαξη τους, που ήταν απαραίτητοι για την αναχαίτιση του Ομέρ Βρυώνη. Αν ελευθέρωνε τους αιχμαλώτους, εκείνοι θα ενώνονταν με τον πασά ισχυροποιώντας τον περισσότερο. Άλλος βασικός λόγος της απόφασης του, ήταν η πρόταση των τοπικών χωρικών να φυλάξουν εκείνοι ειδικά τους αιχμάλωτους μπέηδες. Ο Οδυσσέας σκέφθηκε, δικαιολογημένα, ότι επρόκειτο για υστερόβουλη πρόταση τους με σκοπό είτε να χρησιμοποιήσουν τους μπέηδες ως μάρτυρες σε περίπτωση «προσκυνήματος» τους, είτε να τους ανταλλάξουν έναντι λύτρων. Ο Ανδρούτσος, στα πλαίσια της πάγιας πολιτικής του, προσπαθούσε να καταστήσει τους ντόπιους χριστιανούς «συνενόχους» στην εξόντωση των Τούρκων, έτσι ώστε να εξασφαλίσει πως δεν θα σκέπτονταν να καταθέσουν τα όπλα. Τέλος, ο θάνατος του παλαιού του φίλου Διάκου και 200 παληκαριών του στην Αλαμάνα, επηρέασε το κοινό ελληνικό αίσθημα που ζητούσε αντεκδίκηση και τη δική του απόφαση για τη θανάτωση των Τούρκων. Η φοβερή εξόντωση όλων των μουσουλμάνων – εκτός από έναν όπως λέγεται – των Σαλώνων, της Μενδενίτσας (Βοδωνίτσας) και του Τουρκοχωρίου από τον Γκούρα, διήρκεσε μία εβδομάδα. Μαζί τους εκτελέσθηκαν όλοι οι Μπεκτασήδες δερβίσες, με εντολή του Ανδρούτσου.

Lavaro 1821

Λάβαρο της Επαναστασης, ιστορικό κειμήλιο της Αγίας Λαυρας.

Ο Οδυσσέας έστειλε από το Χάνι επιστολή στον Μπούσγο, καλώντας τον να έλθει με όλους τους άνδρες του στη Γραβιά. Όπως του έγραφε χαρακτηριστικά: «ένας να μη λείψη». Παράλληλα, οι επαναστάτες απομάκρυναν όλα τα γυναικόπαιδα της περιοχής στις δυσπροσπέλαστες πλαγιές της Γκιώνας και του Παρνασσού. Στο πολεμικό συμβούλιο με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, ο Ανδρούτσος πρότεινε να οχυρώσουν το Χάνι που βρισκόταν επί του δρόμου της Γραβιάς και να κλεισθούν σε αυτό, χρησιμοποιώντας το ως φρούριο από όπου θα εμπόδιζαν τη διάβαση των Τούρκων. Οι άλλοι δύο οπλαρχηγοί διαφώνησαν, θεωρώντας καλύτερη λύση την κατάληψη θέσεων αριστερά και δεξιά του δρόμου, προκειμένου να μπορούν να διαφύγουν σε περίπτωση εχθρικής επικράτησης. Η πρόταση του Ανδρούτσου ήταν πρωτότυπη συγκριτικά με τις πολεμικές συνήθειες των κλεφταρματολών, οι οποίοι φρόντιζαν συνήθως να εξασφαλίζουν μία οδό διαφυγής από το πεδίο της μάχης. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η διαφυγή από το Χάνι θα ήταν πολύ δύσκολη και σε αυτό το στοιχείο στηριζόταν προκειμένου να επιτύχει τη μέγιστη πολεμική απόδοση των ανδρών. Μάλιστα ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης επισήμαναν την εκτεθειμένη θέση του Χανίου στο ανοικτό πεδίο και θεώρησαν ότι δεν θα άντεχε στις σφοδρές επιθέσεις των εχθρών. Οι διαβουλεύσεις των αγωνιστών συνεχίζονταν, όταν στις 7 Μαϊου ο Ομέρ Βρυώνης ξεκίνησε από τη Λαμία, άφησε τον Κιοσέ Μεχμέτ στη Μενδενίτσα με 1.000 άνδρες ως οπισθοφυλακή ασφαλείας, και βάδισε προς τη Γραβιά επικεφαλής 8.000 εκλεκτών πολεμιστών. Το πεζικό του αποτελείτο από 7.000 Αλβανούς, Βόσνιους και άλλους Σλαβομουσουλμάνους, και Σαριγκιουλήδες από τη Μακεδονία. Το ιππικό του περιελάμβανε 500 Γκέγκηδες Αλβανούς, με επικεφαλής τον Τελεχά Φέζο, και 500 Τσάμηδες ομοεθνείς τους υπό τον Μουσταφά μπέη Κιαφαζέζη. Οι Αλβανοί αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του στρατεύματος.

Η συνέχεια στο Δεύτερο Μέρος

Περικλής Δεληγιάννης