TO  ΒΑΣΙΛΕΙΟ  ΤΟΥ  ΚΙΜΜΕΡΙΟΥ  ΒΟΣΠΟΡΟΥ – 1ο ΜΕΡΟΣ

Στατηρ Παντικαπαιου

Στατήρ Παντικαπαιου. Το Παντικάπαιο ήταν η ισχυρότερη ελληνική πόλη της βόρειας ακτής του Ευξεινου  και  πρωτευουσα  του  Κιμμεριου  Βοσπορου.

Με  αυτό  τον  τρόπο  η  πόλη-κράτος  του  Παντικάπαιου  μετατράπηκε  σε  μία  εκτεταμμένη  ηγεμονία,  η  οποία  εξελίχθηκε  αργότερα  σε  ελληνιστική  μοναρχία.  Γενικά  το  Παντικάπαιο  είχε  την  ίδια  πολιτειακή  εξέλιξη  με  τις  Συρακούσες,  την  κοιτίδα  και  πρωτεύουσα  του  ελληνιστικού  βασιλείου  που  ιδρύθηκε  στη  Σικελία.  Οι  Ελληνες  ήταν  αρχικά  η  άρχουσα  τάξη  του  Βοσπόρου,  αλλά  και  η  θέση  των  γηγενών  ήταν  σημαντική.  Τα  δύο  εθνικά  στοιχεία  αλληλοϋποστηρίχθηκαν:  οι  γηγενείς  εξελληνίσθηκαν  και  οι  Ελληνες  υιοθέτησαν  βαθμιαία  το  πνεύμα  και  τις  συνήθειες  των  εντόπιων.  Αυτός  ο  δυισμός  διακρίνεται  σε  κάθε  πτυχή  του  βίου  του  Κιμμέριου  Βόσπορου.  Έτσι  σχηματίσθηκε  στην  περιοχή  ένα  ιδιαίτερο  Βοσπορανό  ελληνικό  φύλο,  με  βάση  το  ιωνικό  στοιχείο.

Ο  Παιρισάδης  Α΄  πέθανε  το  310  πΧ.  Ο  πρωτότοκος  γιος  του,  Σάτυρος,  ανακηρύχθηκε  βασιλιάς  αλλά  σε  λίγο  αντιμετώπισε  την  εξέγερση  του  νεότερου  αδελφού  του,  Ευμήλου,  ο  οποίος  διεκδίκησε  τον  θρόνο.  Ο  Εύμηλος  είχε  εξασφαλίσει  την  υποστήριξη  του  Αριφάρνους,  βασιλιά  των  Θαταίων  όπως  αναφέρει  ο  Διόδωρος  ο  Σικελιώτης,  δηλαδή  του  λαού  ο  οποίος  ζούσε  στην  περιοχή  του  ποταμού  Θάτη.  Ο  τελευταίος  ήταν  πιθανότατα  ένας  από  τους  παραποτάμους  του  Υπάνιδος  (Κουμπάν).  Θεωρείται  σχεδόν  βέβαιο  ότι  οι  «Θαταίοι»  (ονομασία  η  οποία  δεν  είναι  εθνική  αλλά  γεωγραφική)  ταυτίζονται  με  τους  Σίρακες,  έναν  σαρματικό  λαό  που  είχε  εγκατασταθεί  στην  περιοχή  του  Κουμπάν  κατά  τη  βασιλεία  του  Παιρισάδη  Α΄,  ο  οποίος  τους  κατέστησε  υποτελείς  του.  Οι  Σαρμάτες  αποτελούσαν  μια  ομάδα  νομαδικών  λαών  της  κεντρικής  Ασίας,  ανήκοντες  στον  βορειοϊρανικό  (σακικό)  κλάδο  όπως  και  οι  Σκύθες.  Από  τον  4ο  αι  πΧ  άρχισαν  να  κινούνται  προς  τις  στέπες  βορείως  του  Ευξείνου,  ενώ  άλλες  φυλές  τους  κινήθηκαν  προς  την  Κίνα.  Οι  διάφορες  σαρματικές  φυλές  (Σαυρομάτες,  Σίρακες,  Αόρσοι,  Ασπουργοι,  Ρωξολανοί,  «Βασιλικοί»  Σαρμάτες,  και  αργότερα  οι  Ιάζυγες,  οι  Αλανοί,  οι  σύγχρονοι  Οσσέτες  κ.ά.)  ήταν  ανεξάρτητες  και  συχνά  πολεμούσαν  μεταξύ  τους.  Οι  Σαρμάτες  μάχονταν  κυρίως  ως  ιππείς  με  μακριά  λόγχη  ιππικού.  Αλλα  όπλα  τους  ήταν  τα  ξίφη  και  ένα  είδος  σύνθετου  τόξου,  λιγότερο  ισχυρό  από  το  σκυθικό.

Scythian jewelr

Σύγχρονη  αποκατάσταση  Σκυθικών  γυναικείων  κοσμημάτων  και ενδυμάτων από  την  κοσμηματοποιό  Lidia  Stadnichenko, βασισμένη στα αρχαιολογικά ευρήματα από Σκυθικούς τύμβους της περιοχής του Ταναϊδος(Ντον)  (από  παρουσίαση  τους  στην  Αγία  Πετρούπολη).  Πολλά  από  αυτά  τα  κοσμήματα  φιλοτεχνούντο  από  Ελληνες  τεχνίτες του Ευξεινου Ποντου και της κυρίως Ελλάδας.

Ο  Εύμηλος  και  ο  Αριφάρνης  των  Σιράκων  αντιμετώπισε  τον  Σάτυρο  και  τους  δικούς  του  Σκύθες  συμμάχους  στη  μεγάλη  μάχη  του  ποταμού  Θάτη,  μία  από  τις  μεγαλύτερες  ιππομαχίες  της  Αρχαιότητας  αφού  σε  αυτήν  έλαβαν  μέρος  10.000  Σκύθες  και  20.000  Σαρμάτες  ιππείς.  Είναι  βέβαιο  ότι  οι  Σίρακες  ενισχύθηκαν  με  πολλούς  ιππείς  από  άλλους  σαρματικούς  λαούς,  επειδή  οι  Σαρμάτες  προσπαθούσαν  να  εκδιώξουν  τους  Σκύθες  από  την  παρευξείνια  στέπα.  Παρότι  οι  Σίρακες  ηττήθηκαν,  ο  νικητής  Σάτυρος  σκοτώθηκε  λίγο  αργότερα  κατά  την  πολιορκία  της  πρωτεύουσας  του  Αριφάρνους.  Υστερα  από  νέους  αγώνες,  ο  Εύμηλος  κατόρθωσε  να  καταλάβει  τον  θρόνο  του  Κιμμεριου  Βοσπορου.

Ο  Παιρισάδης  Α΄  και  ο  Σάτυρος  υπήρξαν  δραστήριοι  και  ικανοί  ηγεμόνες.  Ο  Εύμηλος  αποδείχθηκε  αντάξιος  τους  κατά  τη  μόλις  πενταετή  βασιλεία  του.  Οι  γηγενείς  λαοί  των  βορείων  και  των  ανατολικών  ακτών  του  Εύξεινου  Πόντου,  κυρίως  οι  Ταύροι,  οι  Ηνίοχοι  και  οι  Αχαιοί  διενεργούσαν  από  παλαιά  πειρατεία  σε  βάρος  των  Ελλήνων  εμπόρων  του  Βοσπόρου,  πλήττοντας  σοβαρά  την  οικονομία  του.  Ο  Εύμηλος  χρησιμοποίησε  τον  Βοσπορανό  στόλο  εναντίον  τους,  τον  οποίο  ενίσχυσε,  και  τους  εκμηδένισε.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  ενίσχυσε  το  εμπόριο  του  κράτους  και  προσεταιρίσθηκε  σταθερά  την  ισχυρή  μεσαία  εμπορευόμενη  τάξη  του.  Επίσης  ενίσχυσε  τις  στρατιωτικές  δυνάμεις  του  με  την  επιστράτευση  περισσότερων  Ελλήνων  των  αστικών  κέντρων,  οι  οποίοι  δεν  παρείχαν  έως  τότε  αρκετούς  άνδρες  στον  βασιλικό  στρατό.  Η  κύρια  χερσαία  πολεμική  επιχείρηση  του  Ευμήλου  ήταν  η  ανακατάληψη  του  εδάφους  της  αποικίας  Τανάιδος,  στις  εκβολές  του  μεγάλου  ομώνυμου  ποταμού  (σύγχρονου  Ντον),  η  οποία  είχε  εγκαταλειφθεί  λόγω  της  βαρβαρικής  πίεσης.  Επρόκειτο  για  ένα  στρατηγικότατο  σημείο  (κοντά  στη  σύγχρονη  ρωσική  μεγαλούπολη  Ροστώφ),  στο  οποίο  οι  Βοσπορανοί  ανίδρυσαν  και  οχύρωσαν  την  Τάναϊ.  Η  αποικία  υπήρξε  το  πλέον  προκεχωρημένο  πολιτικό,  στρατιωτικό,  εμπορικό  και  πολιτισμικό  «φυλάκιο»  του  Ελληνισμού  στον  ανατολικοευρωπαϊκό  χώρο.  Όπως  έχει  εκτιμηθεί,  ο  Εύμηλος  είχε  καταστρώσει  μεγαλεπήβολους  σχεδιασμούς  για  την  εξάπλωση  της  επικράτειας  του.  Σκόπευε  να  προσαρτήσει  σταδιακά  όλες  τις  χώρες  του  βόρειου  Εύξεινου  στο  Βοσπορανό  βασίλειο  και  να  δημιουργήσει  έτσι  ένα  ισχυρό  ελληνιστικό  κράτος  το  οποίο  θα  μπορούσε  να  αντιμετωπίσει  το  κράτος  του  Λυσιμάχου,  του  στρατηγού  του  Μεγάλου  Αλεξάνδρου.  Εκείνη  την  περίοδο  ο  Λυσίμαχος  ήλεγχε  τη  Θράκη  και  τα  δυτικά  παράλια  του  Εύξεινου,  έχοντας  ενδεχομένως  βλέψεις  επέκτασης  προς  τον  βόρειο  Εύξεινο.  Παρά  ταύτα,  ο  Εύμηλος  σκοτώθηκε  το  304  πΧ  σε  ένα  περίεργο  ατύχημα,  το  οποίο  ίσως  «μεθοδεύθηκε»  από  οπαδούς  του  Σατύρου  και  του  Πρύτανη.

sarmatian warrior

Σαρμάτης  θωρακοφόρος  ιππέας,  οπλισμένος  με  λόγχη  «κοντος»  (Βυζαντινό  κοντάριον),  σε  πίνακα  του  Johnny  Shumate  (copyright:  Johnny  Shumate).

Νέος  βασιλιάς  του  Βοσπόρου  ανακηρύχθηκε  ο  γιος  του  Ευμήλου,  Σπάρτοκος  Γ΄  (304-284  πΧ).  Κατά  τη  βασιλεία  του  η  Αθήνα  αναγνώρισε  οριστικά  τη  Βοσπορανή  ανεξαρτησία,  η  οποία  υφίστατο  βέβαια  εκ  των  πραγμάτων  περισσότερο  από  έναν  αιώνα.  Μετά  την  καταστροφή  του  στόλου  της  από  τους  Μακεδόνες  στο  Αιγαίο  (ναυμαχία  της  Αμοργού  και  άλλες  το  322  πΧ)  και  τον  ουσιαστικό  εξορισμό  των  αθηναϊκών  πληρωμάτων  από  τον  Αντίπατρο,  η  Αθήνα  δεν  μπορούσε  να  αναλάβει  πλέον  σοβαρές  υπερπόντιες  εκστρατείες  για  την  αποκατάσταση  της  παλαιάς  ζώνης  επιρροής  της.  Ο  Σπάρτοκος  Γ΄,  ο  οποίος  (όπως  όλοι  οι  προκάτοχοι  του)  ήταν  «βασιλέας»  έναντι  των  βαρβάρων  υπηκόων  του  αλλά  «άρχων»  έναντι  των  Ελλήνων,  ακολούθησε  το  παράδειγμα  των  στρατηγών  του  Αλεξάνδρου  οι  οποίοι  έλαβαν  εκείνη  την  εποχή  τον  τίτλο  του  βασιλιά  και  έπραξε  το  ίδιο,  διατηρώντας  μόνο  τον  πρώτο  τίτλο  έναντι  όλων  των  υπηκόων  του.

Από  τον  3ο  αι.  πΧ,  το  βασίλειο  του  Βοσπόρου  πέρασε  στην  παρακμή,  αντιμετωπίζοντας  την  έντονη  πίεση  των  Σκυθών  που  συνέρρεαν  μαζικά  στην  Κριμαία  εξαιτίας  των  Σαρματών,  οι  οποίοι  τους  νίκησαν  και  τους  εκδίωξαν  από  την  ουκρανική  στέπα.  Το  βασίλειο  γνώρισε  μία  αναλαμπή  κατά  τη  Ρωμαϊκή  Περίοδο  όταν  τέθηκε  υπό  την  προστασία  της  Ρωμαίων,  οι  οποίοι  αύξησαν  την  έκταση  του  με  την  υπαγωγή  γειτονικών  κρατών  στην  εξουσία  του  (  μεταξύ  άλλων  και  της  Χερσονήσου  για  σημαντικό  διάστημα).  Η  Ρώμη  προστάτευσε  τους  Ελληνες  του  Βοσπόρου  με  φρουρές  και  ναυτικές  δυνάμεις  που  εγκαταστάθηκαν  στη  Χερσόνησο,  στην  Ολβία  και  αλλού.  Εντούτοις,  οι  εμφύλιοι  πόλεμοι  των  μέσων  του  3ου  αι  μΧ  την  ανάγκασαν  να  εγκαταλείψει  αυτά  τα  προωθημένα  σημεία  στήριξης  της.  Ήδη  ο  ελληνικός  χαρακτήρας  του  Βοσπορανού  βασιλείου  είχε  υποχωρήσει  υπέρ  του  ιρανικού.  Οι  Ιρανοί  Σκύθες  και  Σαρμάτες  αυξάνονταν  ραγδαία  έναντι  του  ελληνικού  πληθυσμού,  υποσκελίζοντας  τον  κατά  την  Υστερη  Ρωμαϊκή  περίοδο.  Τον  3ο  αι.  μΧ  η  αποχώρηση  της  Ρώμης  έδωσε  τη  δυνατότητα  στους  Γότθους  και  τους  Σαρμάτες,  οι  οποίοι  ζούσαν  συνολικά  στην  ουκρανική  στέπα,  να  καταφέρουν  σοβαρά  πλήγματα  στο  άλλοτε  ισχυρό  Βοσπορανό  βασίλειο  το  οποίο  κατέρρευσε  οριστικά  με  την  έλευση  των  Ούννων  στην  περιοχή  (4ος  αι.).  Οι  Ούννοι  εξόντωσαν  μεγάλο  μέρος  του  πληθυσμού  του.  Το  Παντικάπαιο  επιβίωσε  αλλά  έχασε  την  ελληνικότητα  του,  καθιστάμενο  μία  βορειοϊρανική  πόλη,  αργότερα  ταταρική  και  στις  ημέρες  μας  σλαβική  (το  σύγχρονο  Κερτς).  Η  άλλοτε  ευπορότατη  Ολβία  είχε  μεταβληθεί  σε  ένα  μικρό  αλιευτικό  χωριό  που  προσπαθούσε  να  επιβιώσει.  Μόνο  η  Χερσόνησος  και  μερικά  πολίσματα  συνέχισαν  να  προστατεύονται  από  τους  Ρωμαίους  και  έπειτα  από  τους  Βυζαντινούς.  Η  Χερσόνησος  διατήρησε  τον  ελληνικό  χαρακτήρα  της  σχεδόν  έως  το  τέλος  της  Βυζαντινής  περιόδου.

Περικλής Δεληγιάννης

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)   Διόδωρος  ο  Σικελιώτης:  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΚΗ,  Εκδόσεις  Κάκτος,  Αθήνα,  1998.

(2)   Ηρόδοτος:  ΙΣΤΟΡΙΑ,  Εκδόσεις  Κάκτος,  Αθήνα.

(3)   Στράβων:  ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ,  Εκδόσεις  Κάκτος,  Αθήνα.

(4)   IΣΤΟΡΙΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  ΕΘΝΟΥΣ,  τόμοι  Γ2΄,  Ε΄,  Εκδοτική  Αθηνών,  1970  κ.ε.

(5)   Cernenko  E.V.  and  MacBride  An.:  THE  SCYTHIANS  700-300  BC,  London  1983.

(6)   Κορομηλά  Μαριάννα:  ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΤΗ  ΜΑΥΡΗ  ΘΑΛΑΣΣΑ  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΕΠΟΧΗ  ΤΟΥ  ΧΑΛΚΟΥ  ΩΣ  ΤΙΣ  ΑΡΧΕΣ  ΤΟΥ  20ου  ΑΙΩΝΑ,  Έκδοση  Πολιτιστικής  Εταιρίας  «Πανόραμα»,  Αθήνα,  1991.