map

Χάρτης  του  βασιλείου  του  Κιμμεριου  Βοσπορου  (μωβ  χρώμα),  των  άλλων  ελληνικών  κρατών  (ανοικτότερο  χρώμα),  της  Σκυθικής  περιοχής  (ανοικτό  πράσινο)  και  του  τελευταίου  καταφυγίου  των  Σκυθών  μετά  τις  ήττες  τους  από  τους  Σαρμάτες  (βαθύ  πράσινο)/  (Historical  Atlas  of  Ukraine:  Greek  colonies  and  the  hinterland) 

.

Οι  Ελληνες  θαλασσοπόροι  και  αποικιστές  είχαν  εκδηλώσει  από  τα  πανάρχαια  χρόνια  το  ενδιαφέρον  τους  για  τον  Εύξεινο  Πόντο  και  τις  πλούσιες  χώρες  που  τον  περιβάλλουν.  Οι  Μυκηναίοι  είχαν  εξερευνήσει  με  βεβαιότητα  την  περιοχή,  όπως  φαίνεται  από  τις  παραδόσεις  για  την  Αργοναυτική  Εκστρατεία  και  άλλα  στοιχεία.  Πριν  τους  Μυκηναίους,  κατά  την  πιθανότερη  εκδοχή  η  μινωική  Κρήτη  δεν  ενδιαφέρθηκε  ποτέ  για  την  παρευξείνια  περιοχή.  Γενικά,  ο  Εύξεινος  Πόντος  ήταν  αφιλόξενος  για  τους  ναυτικούς  της  Μεσογείου  επειδή  ο  πλους  στα  νερά  του  ήταν  δυσχερής  και  οι  χώρες  που  τον  περιέβαλαν  κατοικούντο  από  άγριους  λαούς,  οι  οποίοι  συνήθιζαν  να  εξοντώνουν  όσους  αποβιβάζονταν  στις  ακτές  τους.  Γι’  αυτούς  τους  λόγους  η  αρχική  ελληνική  ονομασία  της  Μαύρης  Θάλασσας  ήταν  «Αξενος  Πόντος»  (αφιλόξενη  θάλασσα).  Το  χάος  στο  οποίο  βυθίσθηκε  ο  ελληνικός  κόσμος  τον  12ο  αι.  πΧ  με  τις  καταστροφικές  επιδρομές  των  Λαών  της  Θάλασσας  σε  ολόκληρη  την  έκταση  της  ανατολικής  Μεσογείου,  την  κατάρρευση  της  Μυκηναϊκής  «Κοινοπολιτείας»  και  του  ανακτορικού  πολιτικοκοινωνικού  συστήματος  της  και  τα  επακόλουθα  τους,  απομάκρυνε  τους  Ελληνες  θαλασσοπόρους  από  τον  Εύξεινο.

Οι  ρωσοουκρανικές  στέπες  κατοικούντο  από  την  απώτερη  αρχαιότητα  (από  την  εποχή  του  πανάρχαιου  πολιτισμού  Τριπόλυε  της  3ης  χιλιετηρίδας  πΧ)  από  εγκατεστημένους  πληθυσμούς,  αγροτικούς  και  κτηνοτροφικούς.  Οι  αναφερόμενοι  πληθυσμοί  καθίσταντο  υποτελείς  σε  λαούς  νομάδων  που  κατέφθαναν  διαδοχικά  από  την  κεντρική  Ασία,  κινούμενοι  βορείως  της  Κασπίας  Θάλασσας.  Αρχικά  ήλθαν  στην  περιοχή  οι  Κιμμέριοι,  ακολουθούμενοι  από  τους  Σκύθες,  τους  Σαρμάτες,  τους  Ούννους,  τους  Κουμάνους  κ.ά.  Οι  νομάδες  εισβολείς  έβρισκαν  στη  ρωσοουκρανική  στέπα  κατάλληλες  συνθήκες  για  την  ανάπτυξη  των  κοπαδιών  τους.  Ο  εγκατεστημένος  πληθυσμός  της  σύγχρονης  νοτιοδυτικής  Ουκρανίας  ήταν  μάλλον  θρακικής  καταγωγής,  ενώ  εκείνος  της  νοτιοανατολικής  Ουκρανίας  και  της  στέπας  βορείως  του  Καυκάσου  ανήκε  στον  λαό  του  παλαιότερου  πολιτισμού  Σρουμπνάγια.  Τα  εδάφη  των  ντόπιων  υπήρξαν  σχετικά  πλούσια  σε  γεωργική  παραγωγή,  ώστε  εκείνοι  να  καταβάλουν  χωρίς  μεγάλη  δυσκολία  τους  φόρους  που  τους  επέβαλαν  οι  νομάδες.  Οι  διάφορες  νομαδικές  φυλές  διατηρούσαν  όσο  μπορούσαν  την  εξουσία  τους  σε  αυτά  τα  εδάφη,  ουσιαστικά  όσο  τους  το  επέτρεπε  η  στρατιωτική  επάρκεια  τους  έναντι  των  εξωτερικών  απειλών.

Skythian warlord

Σκύθης  πολέμαρχος,  σε  πίνακα  του  Johnny  Shumate  (copyright:  Johnny  Shumate).  Παρατηρείστε  τη  βαριά  θωράκιση  του  από  ορειχάλκινες  φολίδες.  Το  κράνος  του  και  η  προμετωπίδα  του  αλόγου  αποτελούνται  από  την  ίδια  θωράκιση.  Επίσης  παρατηρείστε  τη  χαρακτηριστική  σκυθική  ημι-κυλινδροειδή  θωράκιση  που    είναι  αναρτημένη  στην  πλάτη  του.

Οι  Ελληνες  επανήλθαν  στον  Εύξεινο  κατά  τους  8ο-7ο  αι.  πΧ,  όταν  οι  ισχυροί  Κιμμέριοι  νομάδες  (ιρανικής  και  ινδοάριας  καταγωγής)  ήλεγχαν  την  περιοχή  στα  βόρεια  του.  Τον  7ο  και  κυρίως  τον  6ο  αι.  πΧ,  οι  Κιμμέριοι  δέχθηκαν  την  επίθεση  των  Σκυθών,  ενός  βορειοϊρανικού  νομαδικού  λαού,  οι  οποίοι  τους  εκδίωξαν  από  τις  στέπες  ανάμεσα  στους  ποταμούς  Κουμπάν  και  Δνείπερο,  και  τους  περιόρισαν  στην  περιοχή  του  πορθμού  του  Κιμμέριου  Βοσπόρου  (τα  σύγχρονα  στενά  του  Κερτς  ανάμεσα  στις  χερσονήσους  της  Κριμαίας  και  του  Ταμάν).  Η  έδρα  της  σκυθικής  ισχύος  μετατοπίσθηκε  από  τις  στέπες  του  άνω  ρου  του  Κουμπάν  (ο  αρχαιοελληνικός  Υπανις)  και  των  σημερινών  περιοχών  Νταγκεστάν  και  Αζερμπαϊτζάν  (όπου  βρισκόταν  έως  τότε),  στην  παρευξείνια  στέπα.  Τον  6ο  αιώνα  πΧ  οι  Σκύθες  σταθεροποιήθηκαν  στην  περιοχή  μετά  τη  μαζική  εξόντωση  των  περισσότερων  Κιμμέριων,  την  οποία  διενήργησαν  μάλλον  συνεργαζόμενοι  με  τους  προαναφερόμενους  Θράκες  του  Δνείπερου.  Οι  Σκύθες  ίδρυσαν  ένα  συγκεντρωτικό  κράτος  με  φεουδαλική  οργάνωση  ελέγχοντας  ολόκληρη  τη  στέπα  από  τον  Δούναβη  έως  την  Κασπία  Θάλασσα,  με  πιθανές  εξαιρέσεις  την  κάτω  κοιλάδα  του  Κουμπάν  και  την  εκβολή  του  ποταμού  Ντον,  στις  οποίες  μερικοί  Κιμμέριοι  επιζώντες  και  οι  γηγενείς  λαοί  των  Σινδών  και  των  Μαιωτών  κατόρθωσαν  να  αναχαιτίσουν  τη  σκυθική  προέλαση.  Επίσης  το  νότιο  τμήμα  της  Κριμαίας,  κατοικούμενο  από  Ταύρους  και  Κιμμέριους,  δεν  κατακτήθηκε  από  τους  Σκύθες  επειδή  προστατευόταν  γεωφυσικά  από  τα  όρη  της  Κριμαίας.

Οι  Κιμμέριοι  επιζώντες  και  οι  Σινδο-Μαιώτες  βρήκαν  στους  Ελληνες  αποίκους  έναν  ισχυρό  στρατιωτικά  σύμμαχο  έναντι  των  Σκυθών.  Οι  Ίωνες  είχαν  αρχίσει  να  αποικίζουν  τις  ακτές  του  Εύξεινου  από  τον  8ο  αι.  π.Χ.  και  περισσότερο  από  τον  7ο  αι.,  εγκαθιστάμενοι  κυρίως  σε  προϋπάρχοντα  πολίσματα  γηγενών  τα  οποία  μετέτρεψαν  σε  ελληνικές  αποικίες.  Η  ανάγκη  της  κοινής  άμυνας  των  αυτοχθόνων  και  των  Ελλήνων  έναντι  των  Σκυθών,  εξηγεί  τη  συνεργασία  και  την  επακόλουθη  συγχώνευση  των  Κιμμερίων,  τμημάτων  των  Μαιωτών,  και  άλλων  εντόπιων  της  περιοχής  με  τους  αποίκους,  με  αποτέλεσμα  τον  τελικό  εξελληνισμό  τους.  Οι  περιοχές  της  ιωνικής  εγκατάστασης  δεν  ήταν  τυχαίες:  οι  εκβολές  του  Κουμπάν  (χερσόνησος  του  Ταμάν),  η  νότια  Κριμαία,  οι  εκβολές  των  ποταμών  Δνείπερου  (όπου  ιδρύθηκε  η  αποικία  Ολβία)  και  Ντον  (όπου  ιδρύθηκε  η  αποικία  Τάναϊς).  Αυτές  οι  περιοχές  υπήρξαν  τα  ύστατα  καταφύγια  των  Κιμμερίων,  των  Μαιωτών  κ.ά.  έναντι  των  ανηλεών  Σκυθών,  χάρη  στη  γεωφυσική  τους  υπόσταση.  Τα  άλογα  των  τελευταίων  δεν  μπορούσαν  να  δράσουν  στα  έλη  τα  οποία  τις  προστάτευαν.  Ειδικά  στην  Κριμαία  οι  πυκνότερες  ελληνικές  εγκαταστάσεις  ιδρύθηκαν  στη  χερσόνησο  του  Παντικάπαιου  (Κερτς),  η  οποία  ήταν  το  πολιτικό  κέντρο  των  Κιμμέριων  πριν  την  καταστροφή  τους  από  τους  Σκύθες.  Μόνο  ο  άγριος  γηγενής  λαός  των  Ταύρων,  στα  ορεινά  της  Κριμαίας,  ήταν  εχθρικός  εξίσου  προς  τους  Έλληνες  και  τους  Σκύθες.  Οι  Ταύροι,  όπως  αρκετοί  από  τους  λαούς  της  περιοχής  συμπεριλαμβανομένων  των  Σκυθών,  ασκούσαν  την  ανθρωποθυσία,  ενδεχομένως  και  τον  κανιβαλισμό,  έως  την  ελληνική  Κλασσική  Περίοδο.

Πιθανότατα  οι  πρώτοι  Έλληνες  άποικοι  στην  περιοχή  ήταν  οι  Τήιοι  (από  την  Τέω  της  Ιωνίας)  οι  οποίοι  ίδρυσαν  τη  Φαναγορεία  (ή  Φαναγορία).  Ακολούθησαν  οι  Κλαζομένιοι,  οι  Μιλήσιοι  και  άλλοι  Ίωνες  (κυρίως  τον  7ο  αι.).  Οι  Αιολείς  από  τη  Λέσβο  και  οι  Κάρες  που  τους  ενίσχυσαν,  αφομοιώθηκαν  νωρίς  από  την  ιωνική  πλειοψηφία.  Οι  Μιλήσιοι  ίδρυσαν  τις  περισσότερες  αποικίες  όχι  μόνο  στην  βόρεια  ακτή  του  Ευξείνου,  αλλά  σε  ολόκληρο  τον  περίγυρο  του  (όπου  ίδρυσαν  ενδεχομένως  60-70  πόλεις  και  πολίχνες  σύμφωνα  με  μία  πιθανή  εκτίμηση).  Μόνο  στη  βόρεια  ακτή  οι  Μιλήσιοι  ίδρυσαν  περί  τις  είκοσι  αποικίες,  από  τις  οποίες  οι  μεγαλύτερες  ήταν  το  Παντικάπαιο,  η  Ολβία,  η  Θεοδοσία,  η  Ερμώνασσα  κ.ά.  Οι  δραστήριοι  Μιλήσιοι  θα  είχαν  μετατρέψει  τον  Εύξεινο  σε  «μιλήσια  λίμνη»,  αν  δεν  εμφανίζονταν  οι  Δωριείς  των  Μεγάρων  οι  οποίοι  ίδρυσαν  την  Ηράκλεια  στη  νότια  ακτή  του.  Η  Ηράκλεια  ισχυροποιήθηκε  γρήγορα,  εξελισσόμενη  σε  ένα  πραγματικό  δωρικό  «αντίπαλο  δέος»  στη  μεγάλη  ιωνική  πόλη  του  βόρειου  Εύξεινου,  το  Παντικάπαιο.  Η  Ηράκλεια,  συνεργαζόμενη  με  μητροπολιτικούς  Μεγαρείς,  επανίδρυσε  την  παλαιά  μιλήσια  αποικία  Χερσόνησο  στην  Κριμαία  (σύγχρονη  Χερσών,  μάλλον  τον  6ο  αιώνα  πΧ),  η  οποία  είχε  σχεδόν  εγκαταλειφθεί  λόγω  των  επιθέσεων  των  γειτονικών  Ταύρων.  Η  Χερσόνησος  ίδρυσε  με  την  σειρά  της  τρεις  μικρότερες  αποικίες  στην  Κριμαία.  Έτσι,  το  δωρικό  στοιχείο  προστέθηκε  στον  ελληνικό  πληθυσμό  της  ρωσοουκρανικής  περιοχής,  ο  οποίος  ήταν  αποκλειστικά  ιωνικός  έως  τότε.  Η  ισχυρότερη  από  τις  βορειοδυτικές  αποικίες  ήταν  η  πλούσια  Ολβία,  η  οποία  είχε  τις  στενότερες  σχέσεις  με  τους  Σκύθες.  Η  Ολβία  κατόρθωσε  να  εξελληνίσει  έναν  αριθμό  χωριών  στον  κάτω  ρου  των  ποταμών  Δνείπερου  και  νοτίου  Μπουγκ  και  να  εγκαταστήσει  σε  αυτά  Έλληνες  αποίκους,  οι  οποίοι  αναμείχθηκαν  με  τους  τοπικούς  Θράκες  δημιουργώντας  έναν  μεικτό  πληθυσμό,  τους  Μιξέλληνες  τους  οποίους  αναφέρει  ο  Ηρόδοτος.

Ο  αρχικός  κύριος  στόχος  των  ελληνικών  αποικιών  ήταν  η  εκμετάλλευση  των  αλιευμάτων  της  Μαιώτιδος  λίμνης  και  του  Κιμμέριου  Βοσπόρου.  Οι  ελληνικές  πόλεις  αγωνίσθηκαν  για  να  επιβιώσουν  τον  7ο  αι.  πΧ,  αλλά  τον  6ο  αιώνα  η  ανάπτυξη  τους  υπήρξε  αλματώδης  κατορθώνοντας  να  πλουτίσουν.  Ο  λόγος  του  πλουτισμού  τους  υπήρξε  ο  συμβιβασμός  τους  με  τους  Σκύθες,  αφού  οι  δύο  πλευρές  διαπίστωσαν  πως  η  συνεργασία  τους  θα  ήταν  οικονομικά    συμφέρουσα.  Οι  Σκύθες  και  οι  άλλοι  ιρανικοί  λαοί  δεν  έγιναν  ποτέ  ναυτικοί,  ούτε  το  επιδίωξαν.  Οι  «Σκύθες  πειρατές»  οι  οποίοι  αναφέρονται  αργότερα  να  λυμαίνονται  τη  θάλασσα  του  Εύξεινου,  ήταν  στην  πραγματικότητα  Θράκες  του  Δνείπερου,  Ταύροι  ή  Σινδο-Μαιώτες,  τους  οποίους  οι  Έλληνες  συνέχεαν  συχνά  με  τους  γνήσιους  Σκύθες.  Παρά  ταύτα,  οι  Σκύθες  προσπαθούσαν  πάντοτε  να  έχουν  επαφή  με  τους  θαλάσσιους  εμπορικούς  δρόμους,  προκειμένου  να  διαθέτουν  τα  προϊόντα  τους  στις  υπερπόντιες  αγορές  και  να  αποκτούν  τα  αγαθά  της  Ιωνίας  και  της  κυρίως  Ελλάδας  τα  οποία  εκτιμούσαν  ιδιαίτερα,  κυρίως  το  ελληνικό  κρασί  το  οποίο  φαίνεται  ότι  θεωρούσαν  τόσο  πολύτιμο  όσο  τον  άφθονο  χρυσό  τους.  Οι  Σκύθες  δεν  έβλαψαν  τις  ελληνικές  αποικίες  της  περιοχής  τους,  προκειμένου  να  διατηρήσουν  το  εμπόριο  με  το  Αιγαίο.  Ούτε  από  τον  Ηρόδοτο,  ούτε  από  άλλες  ελληνικές  πηγές  των  6ου-5ου  αιώνων  π.Χ.  πληροφορούμαστε  για  κάποια  σοβαρή  σύρραξη  ανάμεσα  στις  δύο  πλευρές.  Το  εμπόριο  μεταξύ  τους  πλούτισε  αμφότερους.  Οι  ελληνικές  αποικίες  στη  Μικρά  Ασία  όφειλαν  την  άνθηση  και  την  πολυανθρωπία  τους  σε  σημαντικό  βαθμό  στην  ύπαρξη  των  βασιλείων  των  Φρυγών  και  των  Λυδών  στην  ενδοχώρα  τους,  με  τα  οποία  είχαν  πυκνές  εμπορικές  σχέσεις.  Ομοίως  οι  ελληνικές  πόλεις  της  βόρειας  παρευξείνιας  ακτής  άνθησαν  από  το  εμπόριο  τους  με  τους  Σκύθες  και  μέσω  αυτών  με  τους  λαούς  που  ζούσαν  στα  βόρεια  και  στα  δυτικά  τους.

Βασιλ Ρησκουπορις Κιμμ Βοσπορου

Νομισμα  του  βασιλιά  Ρησκουποριδος  Α΄  του  Κιμμεριου  Βοσπόρου.

.

Η  Μίλητος,  μητρόπολη  των  Ιώνων  του  βόρειου  Εύξεινου,  απώλεσε  την  επιρροή  της  σε  αυτούς  έως  τις  αρχές  του  5ου  αι  πΧ.  Σε  λίγο  την  αντικατέστησε  στην  περιοχή  η  Αθήνα,  η  νέα  μεγάλη  ιωνική  και  γενικά  ελληνική  δύναμη.  Η  Αθήνα  και  γενικά  η  μητροπολιτική  Ελλάδα  δυσκολεύονταν  να  συντηρήσουν  τον  ραγδαίως  αυξανόμενο  πληθυσμό  τους.  Μετά  την  εκδίωξη  των  Αθηναίων  από  την  Αίγυπτο  από  τους  Πέρσες  (5ος  αι.  πΧ),  η  πόλη  της  Παλλάδας  ήταν  υποχρεωμένη  να  αναβιώσει  τις  σχέσεις  της  Μιλήτου  με  τον  Εύξεινο  προκειμένου  να  εξασφαλίσει  τα  απαραίτητα  δημητριακά  για  τον  πληθυσμό  της  και  για  εκείνον  των  πόλεων  της  Αθηναϊκής  Συμμαχίας.  Πρώτα  όμως  έπρεπε  να  αποδεσμεύσει  τους  Ελληνες  της  περιοχής  από  τους  Σκύθες  εταίρους  και  επικυρίαρχους  τους  αλλά  και  να  ελέγξει  το  εξαγωγικό  τους  εμπόριο.  Γι’  αυτόν  τον  λόγο,  κατά  τα  μέσα  του  5ου  αι.  πΧ.  ίδρυσε  στρατιωτικές  αποικίες  στις  πόλεις  Αμισό  και  Σινώπη  του  νότιου  Εύξεινου,  προκειμένου  να  ελέγχει  την  πρόσβαση  στην  περιοχή  του  Κιμμέριου  Βόσπορου.  Στην  τελευταία  οι  Αθηναίοι  ίδρυσαν  αποικίες  τους  κοντά  στις  κυριότερες  παλαιές  ελληνικές  πόλεις,  πραγματικά  φρούρια,  προκειμένου  να  εξασφαλίσουν  τον  έλεγχο  τους:  το  Αθήναιο  κοντά  στη  Θεοδοσία,  το  Νύμφαιο  κοντά  στο  Παντικάπαιο  και  πιθανώς  τη  Στρατόκλεια  κοντά  στη  Φαναγόρεια.  Έτσι  η  περιοχή  του  Βοσπόρου  κατέστη  αθηναϊκό  «προτεκτοράτο»,  το  οποίο  εξασφάλιζε  την  τροφοδοσία  των  πόλεων  του  Αιγαίου  με  δημητριακά  και  άλλα  τρόφιμα.

Η  αθηναϊκή  κυριαρχία  δοκιμάσθηκε  σύντομα,  το  438  πΧ,  όταν  ο  Σπάρτοκος,  γόνος  μιας  θρακικής  οικογένειας  εξελληνισμένων  αριστοκρατών  του  Παντικάπαιου,  εγκαθίδρυσε  τυραννία  στην  πόλη.  Το  ίδιο  ανθρωπωνύμιο  έφεραν  βασιλείς  και  πρίγκηπες  της  Θράκης,  καθώς  και  ο  Θράκας  Σπάρτοκος  ή  Σπάρτακος,  ο  ηγέτης  της  επικινδυνότερης  επανάστασης  δούλων  που  γνώρισε  η  Ρώμη  (1ος  αι.  πΧ).  Με  αυτόν  τον  τρόπο  ιδρύθηκε  το  438  το  κράτος  που  εξελίχθηκε  στο  ελληνικό  βασίλειο  του  Κιμμέριου  Βοσπόρου,  το  οποίο  διατηρήθηκε  περισσότερο  από  οκτώ  αιώνες.  Ο  Περικλής  των  Αθηνών  επισκέφθηκε  την  περιοχή,  πιθανώς  για  να  διαπραγματευθεί  με  τη  νέα  ισχυρή  εξουσία  του  Παντικάπαιου.  Στις  συνομιλίες  που  έγιναν,  προφανώς  συμφωνήθηκε  να  διατηρήσει  η  Αθήνα  τις  στρατιωτικές  αποικίες  της  στον  Βόσπορο  και  να  συνεχίσει  να  ελέγχει  το  εξαγωγικό  του  εμπόριο.  Όμως  η  αθηναϊκή  επιρροή  περιορίσθηκε  λόγω  του  Πελοποννησιακού  πολέμου  (431-404  πΧ)  και  χάθηκε  με  το  τέλος  του.  Οι  διάδοχοι  του  Σπάρτοκου,  Σάτυρος  (γιος  του,  431-389  πΧ)  και  Λεύκων  (εγγονός  του,  389-349  πΧ)  επέκτειναν  την  εξουσία  τους  με  κατακτήσεις,  όπως  συνέβαινε  συνήθως  με  τα  τυραννικά  καθεστώτα.  Ο  Σάτυρος  δωροδόκησε  τον  Γύλωνα,  διοικητή  της  αθηναϊκής  φρουράς  του  Νυμφαίου,  προκειμένου  να  του  παραδώσει  το  φρούριο,  ενώ  κυρίευσε  και  την  πόλη  Κιμμερικό.  Ο  Λεύκων  υπήρξε  ο  τύραννος  που  κατέστησε  την  ηγεμονία  του  πραγματικό  βασίλειο.  Η  κατάκτηση  της  στρατηγικής  Θεοδοσίας  υπήρξε  σημαντικό  γεγονός  επειδή  ανατράπηκε  ο  σχεδιασμός  της  Ηράκλειας  (της  νότιας  ακτής  του  Ευξεινου)  η  οποία  ήλεγχε  τη  γειτονική  Χερσόνησο,  να  την  κυριεύσει.  Βαθμιαία  προσαρτήθηκαν  στην  ηγεμονία  του  Παντικάπαιου  η  Ερμώνασσα,  η  Φαναγόρεια,  η  Γοργιππία,  το  Παρθένιο,  το  Αθήναιο,  το  Μυρμήκιο  και  άλλες  ελληνικές  πόλεις.  Ομως  η  Χερσόνησος  απέφυγε  την  υποταγή  με  την  ενίσχυση  της  Ηράκλειας.  Ο  Λεύκων  υπέταξε  και  αρκετές  φυλές  γηγενών:  τους  Σινδούς  και  τις  μαιωτικές  φυλές  των  Δανδαρίων,  των  Ψησσών,  των  Τορετών  κ.α.  Ο  διάδοχος  του,  Παιρισάδης  Α΄  (348-310  πΧ),  ισχυροποίησε  περισσότερο  το  Βοσπορανό  κράτος  οδηγώντας  το  στην  ακμή  του  (με  έκταση  περίπου  30-35.000  τ.  Χμ.).  Μάλιστα  πολέμησε  εναντίον  των  Σκυθών,  αρνούμενος  να  καταβάλει  τους  φόρους  που  πλήρωναν  έως  τότε  οι  Παντικαπηνοί  στον  Σκύθη  βασιλιά.  Η  Αθήνα  παραιτήθηκε  από  τα  πολιτικοστρατιωτικά  δικαιώματα  της  στην  περιοχή  και  διατήρησε  μόνο  κάποια  εμπορικά  προνόμια.

.

Περικλής Δεληγιάννης

.

ΤΟ  ΔΕΥΤΕΡΟ  ΜΕΡΟΣ  ΕΔΩ

.