a11

Η  γνωστότερη  Βυζαντινή  απεικόνιση  του  Υγρού  Πυρός  σε  μικρογραφία  από  το  χειρόγραφο  του  Σκυλίτζη.

Το  «υγρόν  πυρ»  ή  «θαλάσσιον»  ή  «μηδικόν»  ή  (όπως  ήταν  γνωστό  στους  Δυτικούς  Ευρωπαίους:)  «ελληνικόν  πυρ»  αποτελούσε  ένα  από  τα  ισχυρότερα  αλλά  και  πιο  μυστηριώδη    όπλα  της  Βυζαντινής    Αυτοκρατορίας  (ως  προς  την  σύνθεση  και  υπόσταση  τους).  Οι  Άραβες  αποκαλούσαν  «νάφθα»  (naft)  τη  δική  τους  αντίστοιχη  συνήθη  εμπρηστική  ουσία  για  πολεμικούς  σκοπούς,  όρος  ο  οποίος  σημαίνει  συνήθως  το  ακαθάριστο  φυσικό  πετρέλαιο  ή  τα  διυλισμένα  υποπροϊόντα  της  απόσταξης  του.  Η  χρήση  εύφλεκτων  ουσιών  στις  στρατιωτικές  επιχειρήσεις  σε  ξηρά  και  θάλασσα,  ήταν  γνωστή  στους  αρχαίους  Έλληνες  ήδη  από  την  Κλασσική  Εποχή,  οι  οποίοι  την  ανέπτυξαν  ιδιαίτερα  κατά  την  Ελληνιστική  Περίοδο.  Ο  όρος  «μηδικόν  πυρ»  που  ήταν  συνώνυμος  του  «υγρού  πυρός»  στις  βυζαντινές  πηγές,  δηλώνει  τη  γνώση  μίας  πρώιμης  μορφής  του  από  τους  Ιρανούς  (ήδη  από  την  προαχαιμενιδική  περίοδο  σύμφωνα  με  ενδείξεις),  ενώ  είναι  γνωστή  η  χρήση  αντίστοιχων  εμπρηστικών  ουσιών  και  από  τους  Κινέζους  της  εποχής.  Εξάλλου  η  πυρπόληση  των  εχθρικών  εγκαταστάσεων,  οχυρώσεων,  στρατευμάτων  πλοίων  κτλ,  ήταν  μία  από  τις  βασικές  πολεμικές  επιδιώξεις  από  τα  πανάρχαια  χρόνια.  Στην  περίπτωση  των  Ιρανών,  η  ανάπτυξη  των  εμπρηστικών  ουσιών  ως  πολεμικά  όπλα,  υποβοηθήθηκε  από  την  ύπαρξη  άφθονων  αποθεμάτων  ακάθαρτου  πετρελαίου  στο  Ιράν,  στη  Μεσοποταμία  και  στη  βορειοανατολική  Αραβική  Χερσόνησο,  περιοχές  οι  οποίες  βρίσκονταν  υπό  την  εξουσία  ή  την  επιρροή  των  Μήδων  και  των  Περσών.

Το  αξιόπιστο  αραβικό  σύγγραμμα  «Βιβλίο  των  Πηγών»  αναφέρει  ότι  οι  μουσουλμάνοι  χρησιμοποιούσαν  από  το  674  μ.Χ.  μια  ουσία,  η  οποία  φαίνεται  πως  ήταν  ένα  πρώιμο  είδος  υγρού  πυρός.  Ο  Πέρσης  χρονικογράφος  Ρασίντ  αλ  Ντιν  μνημονεύει  τη  χρήση  εμπρηστικών  μηχανών  από  τους  Άραβες  και  Ιρανούς  μουσουλμάνους  που  εισέβαλαν  στην  κοιλάδα  του  Ινδού  το  710  μ.Χ.  Παρά  ταύτα,  ο  χρονικογράφος  Θεοφάνης  (9ος  αι.)  και  άλλες  βυζαντινές  πηγές  αναφέρουν  ότι  ένας  Έλληνας  μηχανικός  από  την  Ηλιούπολη  της  Συρίας,  ο  Καλλίνικος,  εφηύρε  το  υγρόν  πυρ,  το  οποίο  χρησιμοποιήθηκε  για  πρώτη  φορά  από  τους  Βυζαντινούς  κατά  την  πρώτη  αραβική  πολιορκία  της  Κωνσταντινούπολης  (674-678).

a12

Μία  σύγχρονη  απεικόνιση  επίθεσης  Βυζαντινού  πυρφόρου  πολεμικού  πλοίου  με  Yγρό  πυρ.  Σε  πρώτο  πλάνο:  ο  μηχανισμός  και  ο  σίφωνας  εκτόξευσης  Υγρού  πυρός  στο  κήτος  ενός  Βυζαντινού  πυρφόρου  δρόμωνα.  Παρατηρείστε  επίσης  τη  θωράκιση  του  Βυζαντινού  αξιωματικού   (πίνακας  του  Giorgio  Albertini,  copyright:  Concord  publications  &  G.  Albertini).

Οι  Έλληνες  χρησιμοποίησαν  το  νέο  όπλο  πολλές  φορές  στη  συνέχεια,  το  οποίο  φαίνεται  πως  προκαλούσε  τρόμο  στους  μουσουλμάνους  αντιπάλους  τους,  παρότι  και  εκείνοι  χρησιμοποιούσαν  κάποιες  ισχυρές  εμπρηστικές  ουσίες  ήδη  από  το  674.  Πρέπει  να  παρατηρηθεί  ότι  μετά  την  καταστροφή  του  αιγυπτιακού  στόλου  από  τον  βυζαντινό  στην  Κύπρο  με  τη  χρήση  υγρού  πυρός  (747  μ.Χ.),  δεν  αναφέρεται  επιθετική  δράση  του  αιγυπτιακού  ναυτικού  εναντίον  της  Βυζαντινής  Αυτοκρατορίας  επί  έναν  αιώνα.  Ομοίως  δεν  αναφέρεται  κάποια  επιθετική  δράση  του  συροαραβικού  στόλου  επί  60  περίπου  χρόνια  μετά  την  καταστροφή  των  Αιγυπτίων  ομοθρήσκων  τους  στην  Κύπρο.  Η  συγκεκριμένη  μακρόχρονη  αδράνεια  των  δύο  ισχυρότερων  ισλαμικών  ναυτικών  μάλλον  υποδηλώνει  τον  φόβο  τους  για  το  υγρόν  πυρ.  Πρέπει  επίσης  να  τονισθεί  ότι  οι  πολύ  μεγάλες  αιγυπτιακές  απώλειες  στην  Κύπρο  δεν  είναι  ο  λόγος  αυτής  της  αδράνειας,  επειδή  όπως  έχει  αποδειχθεί  από  τη  δράση  και  κυρίως  τις  δυνατότητες  ναυπήγησης  και  επάνδρωσης  του  αιγυπτιακού  και  του  συριακού  ναυτικού  της  εποχής,  οι  απώλειες  τους  μπορούσαν  να  αναπληρωθούν  σε  μικρό  χρονικό  διάστημα

Το  συμπέρασμα  από  τις  ανωτέρω  αναφορές  και  παρατηρήσεις  είναι  ότι  οι  μουσουλμανικοί  στρατοί  διέθεταν  ικανές  εμπρηστικές  ουσίες,  αλλά  όχι  της  ισχύος  και  της  αποτελεσματικότητας  του  Υγρού  πυρός  των  Βυζαντινών.  Το  πιθανότερο  είναι  ότι  ο  Καλλίνικος  τελειοποίησε  ένα  εμπρηστικό  όπλο  που  προϋπήρχε  από  την  Αρχαιότητα  στην  Ελλάδα  και  τη  Μέση  Ανατολή,  παρασκευάζοντας  ένα  βελτιωμένο  εμπρηστικό  μείγμα  το  οποίο  ήταν  αποφασιστικά  ανώτερο  από  τα  αντίστοιχα  των  μουσουλμάνων  και  γενικά  των  λαών  της  Ανατολής.  Προφανώς  ο  Καλλίνικος  χρησιμοποίησε  σε  μεγάλο  βαθμό  την  ελληνική/ελληνιστική  τεχνογνωσία  της  συριακής  πατρίδας  του,  μιας  από  τις  σημαντικότερες  εστίες  πολιτισμού  και  ισχύος  της  Ελληνιστικής  Εποχής.

a13

Βυζαντινός  μάχιμος  με  σίφωνα  εκτόξευσης  εμπρηστικής  ουσίας  («φλογοβόλο»)  σε  εξέδρα  πολιορκίας  εχθρικής  πόλης.  Βυζαντινή  μικρογραφία.

Το  Υγρόν  πυρ  αποτελείτο  τουλάχιστον  από  ακαθάριστο  πετρέλαιο,  θείο  και  ελάχιστες  άλλες  γνωστές  ουσίες.  Ωστόσο  υπήρχαν  αρκετές  άγνωστες.  Εξίσου  άγνωστη  είναι  η  σύνθεση  με  την  οποία  μετείχαν  τα  διάφορα  συστατικά  στην  παρασκευή  του  Οπλου.    Όπως  διαφαίνεται  από  τις  πηγές,  ένα  από  τα  προτερήματα  που  καθιστούσαν  το  Υγρό  πυρ  ανώτερο  από  τις  μουσουλμανικές  εμπρηστικές  ουσίες,  ήταν  πως  υπήρξε  ιδιαίτερα  ανθεκτικό  στην  κατάσβεση  και  μπορούσε  να  καίγεται  για  πολλή  ώρα  στην  επιφάνεια  της  θάλασσας.  Μάλλον  εκεί  βρισκόταν  το  μεγαλύτερο  μέρος  της  ισχύος  του.  Σε  μερικές  περιπτώσεις  σκορπιζόταν  στη  θάλασσα  γύρω  από  το  εχθρικό  πλοίο  και  αναφλεγόταν  τυλίγοντας  το  στις  φλόγες,  σύμφωνα  με  μια  ισλαμική  αναφορά.  Άλλο  χαρακτηριστικό,  αποδεικτικό  της  ανωτερότητας  του,  είναι  το  ότι  ενώ  οι  αραβικές  πηγές  αναφέρουν  πολλές  λεπτομέρειες  σχετικά  με  τη  σύνθεση  και  την  παρασκευή  της  δικής  τους  νάφθας,  οι  βυζαντινές  πηγές  σιωπούν  σχετικά  με  αυτά  τα  ζητήματα  για  το  Υγρό  πυρ.  Εξάλλου,  θεωρείται  πως  υπήρχε  αυτοκρατορική  απαγόρευση  στους  κατασκευαστές  του,  να  μην  γνωστοποιούν  τα  μυστικά  της  σύνθεσης  και  της  παρασκευής  του.  Γι’  αυτόν  τον  λόγο,  η  ακριβής  σύνθεση  του  παραμένει  μυστήριο  έως  σήμερα.  Η  Αυτοκρατορία  κατόρθωσε  να  προστατεύσει  τόσο  αποτελεσματικά  το  ισχυρότερο  Οπλο  της  ώστε  το  πιθανότερο  είναι  ότι  δεν  θα  μάθουμε  ποτέ  τη  σύνθεση  του,  παρά  τις  αρκετές  φιλότιμες  πειραματικές  απόπειρες  που  έχουν  γίνει  από  ιστορικούς  ερευνητές  (εκτός  βέβαια  από  τα  προαναφερόμενα  ευνόητα  συστατικά).  Οι  Βυζαντινοί  πήραν  για  πάντα  μαζί  τους  το  μυστικό,  όταν  η  Κωνσταντινούπολη  υπέκυψε  στα  στίφη  των  Οθωμανών  στις  29  Μαϊου  του  1453.

Περικλής  Δεληγιάννης

greek fire

Μία  σύγχρονη  αναπαράσταση  ηλεκτρονικού  τύπου, της  πλήρους  καταστροφής  που  επέφερε  το  Υγρό  Πυρ  (Υστεροβυζαντινοί  Χρόνοι).  Επρόκειτο  ουσιαστικά  για  ένα  πρώιμο  Οπλο  μαζικής  καταστροφής.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • MEDIEVAL    HISTORY,    vol.    IV/1    (νεότερη    έκδοση    Βυζαντινής    Ιστορίας),    Cambridge    University    Press,    Cambridge,    1966.
  • Αννα  Κομνηνή:  ΑΛΕΞΙΑΣ
  • Partington,  J.R.:  A  History  of  Greek  Fire  and  Gunpowder,  Johns  Hopkins  University  1999.
  • Κορρές  Θ.:  Υγρόν  Πυρ,  Θεσσαλονίκη,  1995.
  • Nicolle,  David:    Medieval  Warfare  Source  Book:  Christian  Europe  and  its  Neighbours,  Brockhampton  Press  1996