ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ  ΤΟ  Β΄ ΜΕΡΟΣ

scythianΈνα  αριστούργημα  από  τη  χώρα  των  Σκυθών: Χρυσή  κτένα  με  παράσταση  μάχης  στη  ράχη  της: Σκύθες  πεζοί  και  ιππέας  μάχονται.  Θεωρείται  έργο  φιλοτεχνημένο  από  Ελληνες  για  λογαριασμό  κάποιου  Σκύθη  βασιλέα (από  τον  βασιλικό  τύμβο  της  Σολοχα).

Ο  Πρύτανις,  τριτότοκος  γιος  του  Παιρισάδη  Α΄,  διαδέχθηκε  τον  Σάτυρο  στη  βασιλεία  του  Βοσπόρου  και  ανέλαβε  την  ηγεσία  του  στρατού  του.  Ανέλαβε  το  αξίωμα  του  στην  πόλη  Γάργαζα  και  ετοιμάσθηκε  για  τη  σύγκρουση  με  τον  αδελφό  του,  Εύμηλο.  Ο  τελευταίος  επιχείρησε  να  αποφύγει  νέο  πόλεμο,  ενδεχομένως  επειδή  δεν  είχε  πλέον  εμπιστοσύνη  στις  ικανότητες  του  στρατού  του  Αριφάρνους.  Πρότεινε  στον  Πρύτανη  συμβιβασμό  ο  οποίος  βασιζόταν  στη  διαίρεση  του  βασιλείου  σε  δύο  επικράτειες,  τις  οποίες  θα  μοιράζονταν.  Όμως  ο  πρώτος  απέρριψε  την  πρόταση  του.  Ο  Πρύτανις  έφυγε  για  το  Παντικάπαιο  προκειμένου  να  εξασφαλίσει  την  αρχή  του  στο  βασίλειο.  Οι  αριστοκράτες  και  οι  πολίτες  των  ελληνικών  άστεων  μπορούσαν  να  εκμεταλλευθούν  το  κενό  εξουσίας  που  δημιουργήθηκε  και  να  αποτινάξουν  την  τυραννία  των  Σπαρτοκιδών.  Η  απουσία  του  Πρύτανη  έδωσε  την  ευκαιρία  στον  Εύμηλο  και  τους  συμμάχους  του  να  καταλάβουν  τη  Γάργαζα  και  άλλες  πολίχνες,  οι  οποίες  βρίσκονταν  μάλλον  στη  χερσόνησο  του  Ταμάν  (Μάιος  309  πΧ).  Αφού  ο  Πρύτανις  εξασφάλισε  την  εξουσία  του  επέστρεψε  στην  περιοχή  του  Κουμπάν,  αλλά  ο  στρατός  του  είχε  καταπονηθεί  σημαντικά  από  τον  Εύμηλο  και  ηττήθηκε  τελικά  σε  νέα  σύρραξη.  Ο  Εύμηλος  απέκλεισε  το  εχθρικό  στράτευμα  στην  περιοχή  της  Μαιώτιδος  Λίμνης  και  ανάγκασε  τον  Πρύτανη  να  παραιτηθεί  από  τον  θρόνο.  Ο  πρώτος  ανακηρύχθηκε  βασιλιάς  αλλά  ο  δεύτερος  πραγματοποίησε  μία  τελευταία  προσπάθεια  να  ανακτήσει  την  εξουσία,  όταν  επέστρεψε  στο  Παντικάπαιο.  Ο  Πρύτανις  απέτυχε  επιφέροντας  την  οργή  του  αδελφού  του.  Ο  Εύμηλος  τον  εκτέλεσε  μαζί  με  την  οικογένεια  του  και  την  οικογένεια  του  Σατύρου  (Ιούνιος  309  πΧ).

Ο  νέος  βασιλιάς  υπήρξε  φονικός,  διατάσσοντας  τη  δολοφονία  πολλών  φίλων  των  αδελφών  του  και  επιφέροντας  τελικά  την  αντίπραξη  των  υπηκόων  του,  οι  οποίοι  απηύδησαν  με  τις  αγριότητες  του.  Ο  Εύμηλος  αντιλήφθηκε  ότι  θα  αντιμετώπιζε  επανάσταση  και  κάλεσε  τον  λαό  της  πρωτεύουσας  σε  λαϊκή  συνάθροιση,  κατά  την  οποία  ανακοίνωσε  οικονομικά  μέτρα  ευνοϊκά  για  την  εμπορική  τάξη,  στην  υποστήριξη  της  οποίας  απέβλεπε.  Ετσι  σταθεροποίησε  τη  θέση  του.  Ο  Παιρισάδης  και  ο  Σάτυρος  υπήρξαν  δραστήριοι  και  ικανοί  ηγεμόνες.  Ο  Εύμηλος  αποδείχθηκε  αντάξιος  τους  κατά  τη  μόλις  πενταετή  βασιλεία  του.  Οι  γηγενείς  λαοί  των  βορείων  και  των  ανατολικών  ακτών  του  Εύξεινου  Πόντου,  κυρίως  οι  Ταύροι,  οι  Ηνίοχοι  και  οι  Αχαιοί (2)  διενεργούσαν  από  παλαιά  πειρατεία  σε  βάρος  των  Ελλήνων  εμπόρων  του  Βοσπόρου,  πλήττοντας  σοβαρά  την  οικονομία  του.  Ο  Εύμηλος  χρησιμοποίησε  τον  Βοσπορανό  στόλο  εναντίον  τους,  τον  οποίο  ενίσχυσε,  και  τους  εκμηδένισε.  Με  αυτόν  τον  τρόπο  ενίσχυσε  το  εμπόριο  του  κράτους  και  προσεταιρίσθηκε  σταθερά  την  ισχυρή  μεσαία  εμπορευόμενη  τάξη  του.  Επίσης  ενίσχυσε  τις  στρατιωτικές  δυνάμεις  του  με  την  επιστράτευση  περισσότερων  Ελλήνων  των  αστικών  κέντρων,  οι  οποίοι  δεν  παρείχαν  έως  τότε  αρκετούς  άνδρες  στον  βασιλικό  στρατό.  Η  κύρια  χερσαία  πολεμική  επιχείρηση  του  Ευμήλου  ήταν  η  ανακατάληψη  του  εδάφους  της  αποικίας  Τανάιδος,  στις  εκβολές  του  μεγάλου  ομώνυμου  ποταμού  (σύγχρονου  Ντον),  η  οποία  είχε  εγκαταλειφθεί  λόγω  της  βαρβαρικής  πίεσης.  Επρόκειτο  για  ένα  στρατηγικότατο  σημείο  (κοντά  στη  σύγχρονη  ρωσική  μεγαλούπολη  Ροστώφ),  στο  οποίο  οι  Βοσπορανοί  ανίδρυσαν  και  οχύρωσαν  την  Τάναϊ.  Η  αποικία  υπήρξε  το  πλέον  προκεχωρημένο  πολιτικό,  στρατιωτικό,  εμπορικό  και  πολιτισμικό  «φυλάκιο»  του  Ελληνισμού  στον  ανατολικοευρωπαϊκό  χώρο.  Όπως  έχει  εκτιμηθεί,  ο  Εύμηλος  είχε  καταστρώσει  μεγαλεπήβολους  σχεδιασμούς  για  την  εξάπλωση  της  επικράτειας  του.  Σκόπευε  να  προσαρτήσει  σταδιακά  όλες  τις  χώρες  του  βόρειου  Εύξεινου  στο  Βοσπορανό  βασίλειο  και  να  δημιουργήσει  έτσι  ένα  ισχυρό  ελληνιστικό  κράτος  το  οποίο  θα  μπορούσε  να  αντιμετωπίσει  το  κράτος  του  Λυσιμάχου,  του  στρατηγού  του  Μεγάλου  Αλεξάνδρου.  Εκείνη  την  περίοδο  ο  Λυσίμαχος  ήλεγχε  τη  Θράκη  και  τα  δυτικά  παράλια  του  Εύξεινου,  έχοντας  ενδεχομένως  βλέψεις  επέκτασης  προς  τον  βόρειο  Εύξεινο.  Παρά  ταύτα,  ο  Εύμηλος  σκοτώθηκε  το  304  πΧ  σε  ένα  περίεργο  ατύχημα,  το  οποίο  ίσως  «μεθοδεύθηκε»  από  οπαδούς  του  Σατύρου  και  του  Πρύτανη.

spear

Φυλλόσχημες  αιχμές  ελληνικών  οπλιτικών  δοράτων  διαφορετικών  διαμετρημάτων  (αναπαράσταση  του  Βρετανικού  Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Hoplite Association με  βάση  αρχαιολογικά  ευρήματα  από  την  Πελοπόννησο).

Νέος  βασιλιάς  του  Βοσπόρου  ανακηρύχθηκε  ο  γιος  του  Ευμήλου,  Σπάρτοκος  Γ΄  (304-284  πΧ).  Κατά  τη  βασιλεία  του  η  Αθήνα  αναγνώρισε  οριστικά  τη  Βοσπορανή  ανεξαρτησία,  η  οποία  υφίστατο  βέβαια  εκ  των  πραγμάτων  περισσότερο  από  έναν  αιώνα.  Μετά  την  καταστροφή  του  στόλου  της  από  τους  Μακεδόνες  στο  Αιγαίο  (ναυμαχία  της  Αμοργού  και  άλλες  το  322  πΧ)  και  τον  ουσιαστικό  εξορισμό  των  αθηναϊκών  πληρωμάτων  από  τον  Αντίπατρο,  η  Αθήνα  δεν  μπορούσε  να  αναλάβει  πλέον  σοβαρές  υπερπόντιες  εκστρατείες  για  την  αποκατάσταση  της  παλαιάς  ζώνης  επιρροής  της.  Ο  Σπάρτοκος  Γ΄,  ο  οποίος  (όπως  όλοι  οι  προκάτοχοι  του)  ήταν  «βασιλέας»  έναντι  των  βαρβάρων  υπηκόων  του  αλλά  «άρχων»  έναντι  των  Ελλήνων,  ακολούθησε  το  παράδειγμα  των  στρατηγών  του  Αλεξάνδρου  οι  οποίοι  έλαβαν  εκείνη  την  εποχή  τον  τίτλο  του  βασιλιά  και  έπραξε  το  ίδιο,  διατηρώντας  μόνο  τον  πρώτο  τίτλο  έναντι  όλων  των  υπηκόων  του.

Η  μάχη  του  ποταμού  Θάτη  κρίθηκε  από  τις  στρατιωτικές  ικανότητες  του  Σατύρου  και  τη  μαχητική  αξία  του  σκυθικού  ιππικού.  Το  τελευταίο  συνέτριψε  διαδοχικά  δύο  γραμμές  μάχης  των  ιππέων  του  Αριφάρνους  και  ανασυγκροτήθηκε  αμέσως  για  να  επιτεθεί  με  την  ίδια  ταχύτητα  στην  αντίθετη  κατεύθυνση,  εναντίον  των  ιππέων  του  Ευμήλου.  Αυτοί  οι  εντυπωσιακοί  ελιγμοί  καταδεικνύουν  την  υψηλή  ικανότητα  διοίκησης  και  τακτικής  αντίληψης  του  Σατύρου  αλλά  και  την  υποδειγματική  ευελιξία  και  πειθαρχία  του  σκυθικού  ιππικού  και  τη  μαχητικότητα  των  ανδρών  του.  Είναι  αξιοσημείωτο  ότι  οι  Σκύθες  ιππείς  κατόρθωσαν  να  διατηρήσουν  τη  συνοχή  των  μονάδων  τους  μετά  από  τις  διαδοχικές  τοπικές  νίκες  τους,  χωρίς  να  προβούν  σε  ασύνετη  καταδίωξη  των  ηττημένων  εχθρών.  Την  αναφερόμενη  καταδίωξη  είχαν  διενεργήσει  σε  πολλές  άλλες  περιπτώσεις  αρχαίων  και  μεσαιωνικών  μαχών,  στρατεύματα  τα  οποία  είχαν  επικρατήσει  τοπικά,  με  κατάληξη  αρκετές  φορές  την  τελική  ήττα  τους  λόγω  της  διάλυσης  των  τάξεων  τους.

15a

Αναπαράσταση  Σκυθών  από  Ουκρανικό  Ιστορικό  Σύλλογο.  παρατηρείστε  τις  φολιδωτές  πανοπλίες  τους.  Οι  ιρανικοί  λαοί  είχαν  μακροχρόνια  παράδοση  στην  κατασκευή  μεταλλικών  πανοπλιών  και  θεωρούνται  οι  επινοητές  της  αλυσωτής (έως  πρόσφατα  θεωρούντο  επινοητές  της  οι  Κέλτες)  και  της  λεπιδωτής  πανοπλίας, ίσως  και  της  φολιδωτής.  Φωτογραφία  από  το  περιοδικό  Experiment (copyright: Experiment).

ΕΠΙΜΕΤΡΟ  1:

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ  ΚΑΙ  ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΕΣ  ΠΟΛΕΙΣ  ΚΑΙ  ΠΟΛΙΣΜΑΤΑ  ΒΟΡΕΙΩΣ  ΤΟΥ  ΕΥΞΕΙΝΟΥ  από  την  Αρχαϊκή  έως  τη  Ρωμαϊκή  περίοδο  (7ος αι. π.Χ.-3ος αι. μ.Χ.)

Συνέταξα  τον  ακόλουθο  κατάλογο  συγκεντρώνοντας  τις  εν  λόγω  ελληνικές  αποικίες  ή/και  εξελληνισμένες  πόλεις  των  ιθαγενών,  οι  οποίες  αναφέρονται  σε  όλη  την  Αρχαία  Γραμματεία, ελληνική  και  λατινική.  Οι  περισσότερες  βρίσκονταν  στη  χερσόνησο  της  Κριμαίας,  όμως  αρκετές  βρίσκονταν  στις  άλλες  βόρειες  ακτές  του  Ευξείνου, στα  ανατολικά  και  τα  δυτικά  της  μεγάλης  χερσονήσου.

Ολβία

Βορυσθενίς  νήσος (Berezan)

Ταμυράκη

Τάφρος

Καλός  Λιμήν  (Κριμαίας)

Κερκινίτις  (μτγν Ευπατορεία)

Συμβόλων  Λιμήν

Κτενούς  (βόρειας ακτής)

Πάλακος

Χάραξ

Λάγυρα

Ιστριανών  Ποταμού  Λιμήν

Θεοδοσία

Δανδάκη

Χερσόνησος

Νύμφαίον

Τορικτάκη  ή  Τυριτάκη

Παντικάπαιον

Παρθένιον

Ζήνωνος  Χερσόνησος

Ηράκλειον

Λάρων

Ποστυγία

Παρόστα

Κιμμέριον

Κιμμερία

Πορτάκρα

Βοϊών

Ιλσόρατον

Σατάρχη

Αλωπεκή

Βαδάτιον  (βόρειας ακτής)

Κύταιον

Ταζός  (βόρειας ακτής)

Αργώδα

Καρκίνη

Λιμήν  Ολμίτις

Άκρα

Πορθμείον

Κρήμνοι

Τάναϊς

Τυράμβη

Φαναγορεία

Στρατόκλεια

Κοροκονδάμη

Ερμώνασσα  (βόρειας  ακτής)

Κήποι

Αιγιαλός  (βόρειας  ακτής)

Γελωνός  (ελλην.  παροικία)

Αχίλλειον  Μαιώτιδος

Μυρμήκιον

Απάτουρον

Πατραία

Ψόα

ΕΠΙΜΕΤΡΟ  2

Ο  ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΙΜΜΕΡΙΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ

Οι ένοπλες δυνάμεις του Βοσπορανού βασιλείου ουσιαστικά δεν συμμετείχαν στη μάχη του ποταμού Θάτη, όμως παρουσιάζουν ενδιαφέρον επειδή ανήκαν σε ένα ελληνικό κράτος αρκετά απομακρυσμένο από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Τα δύο κύρια σώματα του ήταν οι αριστοκράτες ιππείς, εξοπλισμένοι σε μεγάλο βαθμό όπως οι Σκύθες γείτονες τους, και οι Ελληνες των αστικών κέντρων, προφανώς οπλίτες και «ψιλοί» (ελαφρά οπλισμένοι) την εποχή της μάχης του Θάτη. Ο εξοπλισμός των τοπικών Ελλήνων σε μεταγενέστερες επιτύμβιες στήλες (ιδίως της γειτονικής ανεξάρτητης Χερσονήσου) περιλαμβάνει ασπίδες τύπου θυρεού, στοιχείο το οποίο δείχνει την υιοθέτηση του νέου εξοπλισμού του «θυρεοφόρου» ο οποίος επικράτησε βαθμιαία σε όλες τις ελληνικές πόλεις τον 3ο αι πΧ. Ο αριθμός τους δεν ήταν μεγάλος λόγω της απροθυμίας τους να υπηρετήσουν τους τυράννους, και συμπληρωνόταν με μισθοφόρους από τη μητροπολιτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Όμως από τη βασιλεία του Ευμήλου κ.ε. επιστρατεύονταν όλο και περισσότεροι Βοσπορανοί Ελληνες λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε το βασίλειο και κυρίως λόγω των εξωτερικών απειλών που αυξάνονταν ραγδαία. Κατά τη Μεταχριστιανική Εποχή, οι Βοσπορανοί εξοπλίσθηκαν «με τον ρωμαϊκό τρόπο» όπως αναφέρεται, προφανώς όπως τα συμμαχικά σώματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (auxiliaries), η οποία είχε καταστήσει το βασίλειο «πελατικό» της.

Το αριστοκρατικό ιππικό είχε μεικτή απώτερη προέλευση:   θρακική, ελληνική, κιμμερική, σκυθική, μαιωτική κ.α. Οι πεζικές δυνάμεις του Βοσπόρου συμπληρώνονταν από ελαφρά οπλισμένους μάχιμους οι οποίοι ανήκαν κυρίως στον προελληνικό πληθυσμό της υπαίθρου και των γειτονικών περιοχών: Ταύροι, Μαιώτες, Σινδοί, βόρειοι Θράκες, λαός Σρουμπνάγια, Σκύθες κ.α. Αρκετοί φαίνεται πως ήταν και οι Θράκες μισθοφόροι πελταστές, οι προερχόμενοι από την καθαυτό Θράκη, νοτίως του Δούναβη. Τέλος, οι Βοσπορανές δυνάμεις περιελάμβαναν αξιόλογο ναυτικό, το οποίο ισχυροποιήθηκε βαθμιαία μετά την υποχώρηση της αθηναϊκής επιρροής και την εγκαθίδρυση του σπαρτοκιδικού καθεστώτος. Αρκετές ελληνικές πόλεις του Εύξεινου διατήρησαν την πλούσια ναυτική παράδοση των Ιώνων και Μεγαρέων ιδρυτών τους. Τουλάχιστον το Παντικάπαιο, η Σινώπη, η Ηράκλεια και άλλες μεγάλες πόλεις διέθεταν στόλους τριήρων. Οι Σπαρτοκίδες του Παντικάπαιου είχαν συνάψει ειδική συμφωνία με την Αθήνα προκειμένου να στρατολογούν πληρώματα για τα σιταγωγά και τα πολεμικά τους από την Αττική (346 πΧ, σύμφωνα με επιγραφή). Ο Ρωσοουκρανός αρχαιολόγος Ροστόφτσεφ ο οποίος ερεύνησε σχολαστικά την αρχαία ιστορία της περιοχής, θεωρεί ότι γενικά ο Κιμμέριος Βόσπορος διέθετε ισχυρό στρατό και στόλο.

sarmatian1

sarmatian2

Πιστή  αναπαράσταση  όπλων  των  Σαρματών (και  των  Σιράκων )  με  βάση  τα  αρχαιολογικά  ευρήματα: σύνθετο  τόξο  νομαδικού  τύπου    και  επίμηκες  ξίφος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Το ίδιο  ανθρωπωνύμιο ‘ Σπάρτοκος’  από  το  οποίο  προέρχεται  το  δυναστικό  όνομα  των  Σπαρτοκιδών,  έφεραν βασιλείς και πρίγκηπες της Θράκης, καθώς και ο  Θράκας  Σπάρτοκος (σε  εσφαλμένη  απόδοση:  Σπάρτακος), ο ηγέτης της επικινδυνότερης επανάστασης δούλων που γνώρισε η Ρώμη (1ος αι. πΧ).

(2) Αρκετοί ασχολούμενοι με τα εθνολογικά ζητήματα έχουν θεωρήσει ότι οι Αχαιοί της ανατολικής παρευξείνιας ακτής είχαν μακρινή φυλετική σχέση με τους Πρωτοαχαιούς της Ελλάδας, την οποία ανάγουν στην 3η χιλιετία πΧ. Θα προσθέσουμε την ακόλουθη εκτίμηση: είναι πιθανό ότι οι πρόγονοι των Αχαιών της Καυκασίας τέθηκαν κατά τη Μυκηναϊκή εποχή υπό την εξουσία κάποιας αχαϊκής-μυκηναϊκής δυναστείας που αποβιβάσθηκε στις ακτές τους, ενδεχομένως κατά τις μυκηναϊκές ναυτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον μύθο του Χρυσόμαλλου δέρατος. Με το πέρασμα των αιώνων η ελληνική-αχαϊκή άρχουσα τάξη τους θα εκβαρβαρώθηκε, αλλά το εθνωνύμιο της θα επιβίωσε στον λαό τον οποίο διακυβέρνησε («Αχαιοί»).

Περικλής  Δεληγιάννης

ΠΗΓΕΣ

(1)   Διόδωρος ο Σικελιώτης: ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1998.

(2)   Ηρόδοτος: ΙΣΤΟΡΙΑ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα.

(3)   Στράβων: ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα.

(4)   Κορομηλά Μαριάννα: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΩΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, Έκδοση Πολιτιστικής Εταιρίας «Πανόραμα», Αθήνα, 1991.