vase painti

Αγγειογραφία με παράσταση οπλίτη, 5ος αιώνας π.Χ. Ο πολεμιστής φέρει ορειχάλκινο  θώρακα, ξίφος και ασπίδα οπλιτικού τύπου. Στην ασπίδα διακρίνονται  η αντιλαβή, ο πόρπακας και οι τελαμώνες ανάρτησης (Παρίσι, Μουσείο  Λούβρου)

Η  Γεωμετρική  περίοδος (11ος-8ος  αι.  πΧ)  προηγήθηκε  της  εμφάνισης  του  οπλιτικού  πολέμου  και  του  οπλίτη.  Οι  ασπίδες  της  Γεωμετρικής  περιόδου  ανήκαν  σε  δύο  κύριους  τύπους: στην  ασπίδα  τύπου  «Διπύλου» και  σε  εκείνη  του  γενικού  τύπου  «Χέρτσπρουνγκ» (Herzsprung).  Η  πρώτη  έλαβε  την  ονομασία  της  από  την  αθηναϊκή  πύλη  του  Διπύλου  όπου  ανακαλύφθηκαν  αγγεία  με  τις  πρώτες  απεικονίσεις  της.  Είχε  μεγάλο  μέγεθος, καλύπτοντας  τον  πολεμιστή  από  το  πηγούνι  έως  τα  γόνατα.  Ήταν  κατασκευασμένη  από  λυγαριά  και  δέρμα, χωρίς  να  αποκλείεται   η  περαιτέρω  ενίσχυση  της  με  ξύλινα  μέρη. Παρά  το  μέγεθος  της  ήταν  ελαφριά  λόγω  των  υλικών  από  τα  οποία  ήταν  κατασκευασμένη  και  ήταν  κυρτή  σε  βαθμό  που  να  «αγκαλιάζει» το  σώμα  του  πολεμιστή.  Στο  μέσο  της  επιφάνειας  της  είχε  δύο  ημικυκλικές  εγκοπές  που  διευκόλυναν  τον  χειρισμό  των  επιθετικών  όπλων, λόγχης  ή  ξίφους.  Οι  εγκοπές  διευκόλυναν  και  την  ανάρτηση  της  ασπίδας  Διπύλου  στην  πλάτη  του  πολεμιστή,  προκειμένου  να  μην  περιορίζει  τους  αγκώνες  του  όταν  αυτός  βάδιζε.  Η  ασπίδα  είχε  τουλάχιστον  μια  κεντρική  λαβή  από  όπου  την  κρατούσε  ο  πολεμιστής  την  ώρα  της  μάχης  και  έναν  ή  περισσότερους  ιμάντες  ανάρτησης  της  στην  πλάτη  του  όταν  δεν  την  χρησιμοποιούσε.  Οι  ιμάντες  αυτοί  καλούντο  τελαμώνες. Το  σχήμα  της  ασπίδας  Διπύλου  δείχνει  ότι  κατάγεται  από  την  περίφημη  μινωική  και  μετέπειτα  μυκηναϊκή  οκτώσχημη  ασπίδα.  Κατά  την  αρχαϊκή  περίοδο  κατασκευάζεται  σε  μικρότερο  μέγεθος, με  υλικό  πλέον το  μέταλλο. Πρόκειται  για  τον  «βοιωτικό»  τύπο  ασπίδας.

Hoplites

Aναπαρασταση  οπλιτικής  φάλαγγας  στην  οποία  διακρίνονται  λεπτομερώς  οπλιτικές  ασπίδες  με   μία  πλειάδα  δημοφιλών  εμβλημάτων : λέων,  φίδι,  δαφνοστέφανο,  χταπόδι,  κεφαλή  μέδουσας  κ.α.  Το  έμβλημα  της  ασπίδας  συνιστούσε  αρχικά  προσωπική  επιλογή  του  οπλίτη  αλλά  με  το  πέρασμα  των  αιώνων,  τα  “κρατικά”  εμβλήματα  γίνονταν  όλο  και  πιο  συνήθη (αναπαράσταση  από  τον  Αυστραλιανό  Σύλλογο  Ιστορικών  μελετών  Ancienthoplitikon)

Η  ορειχάλκινη  ασπίδα  τύπου  Χέρτσπρουνγκ  φέρει  το  όνομα  μιας  τοποθεσίας  της  βορείου  Γερμανίας, όπου  βρέθηκαν  μερικά  από  τα  πρώτα  δείγματα  της.  Πρόκειται  για  μια  πολύ  γενικευμένη  ονομασία  μιας  ομάδας  τύπων  ασπίδων  που  χρησιμοποιούντο  στο  μεγαλύτερο  μέρος  της  δυτικής  και  της  κεντρικής  Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης  της  ηπειρωτικής  Ελλάδας  καθώς  και  του  Αιγαιακού  χώρου.  Αποτελούν  μέρος  της  οπλοσκευής  του  πρωτοκελτικού  (κυρίως)  πολιτισμού  Έρνφιλντ (Urnfield) της  κεντρικής  Ευρώπης  καθώς  και  του  μυκηναϊκού  κόσμου, προερχόμενες  ίσως  από  αλληλεπίδραση  των  δύο  πολιτισμικών  περιοχών.  Εντούτοις  οι  υστερομυκηναϊκοί  τύποι  «ασπίδας  Χέρτσπρουνγκ» ήταν  εντόπιοι  και  όχι  κεντρο-ευρωπαϊκής  προέλευσης  όπως  θεωρείται  συχνά.  Έχει  εκτιμηθεί  ότι  σε  αυτόν  τον  τύπο  ανήκε  η  περίφημη  ασπίδα  του  Αχιλλέα, η  οποία  περιγράφεται  στην  Ιλιάδα.  Επρόκειτο  για  τον  ακριβότερο  τύπο  ασπίδας  της  μακροχρόνιας  εποχής  χρήσης  της, που  καλύπτει  την  ύστερη  μυκηναϊκή  και  τη  Γεωμετρική  περίοδο.  Ήταν ορειχάλκινη  και  κατά  κανόνα  διακοσμημένη  με  σφυρήλατα  μοτίβα, συχνά  περίτεχνα.  Οι  συνήθεις  ασπίδες  Χέρτσπρουνγκ  της  πρωτο-κελτικής  Ευρώπης  έφεραν  σφυρήλατη  διακόσμηση  από  ομόκεντρους  κύκλους, διακοπτόμενους  από  μια  παρεμβολή  σχήματος  ‘V’ ή ‘U’.  Στην  Ελλάδα  αυτός  ο  τύπος  ασπίδας  εξαφανίστηκε  μόνο  με  την  εμφάνιση  της  οπλιτικής  περί  τα  τέλη  του  8ου  αιώνα  π.Χ., ενώ  στην  Δυτική  Ευρώπη  διατηρήθηκε  για  αρκετούς  αιώνες  ακόμη.  Ασπίδες  αυτού  του  τύπου  έχουν  βρεθεί  στους  Δελφούς  και  στο  Ιδάλιο  της  Κύπρου.

Herzsprung

Ασπίδα  τύπου  Herzsprung,  εύρημα  από  την  κεντρική  Ευρώπη.

 

Η  ασπίδα  του  οπλίτη  ήταν  το  περίφημο  «όπλον», γνωστή  από  την  αρχαιότητα  και  ως «αργολική», επειδή  την  υιοθέτησαν  πρώτοι  οι  Αργείοι  Δωριείς.  Ο  Ηρόδοτος  μας  πληροφορεί  ότι  οι  Κάρες, ένας  λουβικός  λαός  της  Μικράς  Ασίας,  επινόησαν  το  όπλον.  Ενδεχομένως  οι  Κάρες  εφηύραν  έναν  πρώιμο  ελαφρύτερο  τύπο, τον  οποίο  παρέλαβαν  και  ανέπτυξαν  οι  Αργείοι  στη  γνωστή  οπλιτική  ασπίδα.  Ο  «οπλιτικός»  πόλεμος, η  «οπλιτική»  φάλαγγα  και  ο  «οπλίτης»,  πήραν  την  ονομασία  τους  από  τη  συγκεκριμένη  ασπίδα.  Η  ασπίδα  ταυτιζόταν  με  την  τιμή  του  οπλίτη  στον  αρχαιοελληνικό  κόσμο.  Σε  περίπτωση  λιποψυχίας  και  φυγής  του, ήταν το  πρώτο  από  τα  όπλα  που  θα  έπρεπε  να  εγκαταλείψει, λόγω  του  βάρους  της  και  της  ευκολίας  απαλλαγής  από  αυτήν, επειδή  δεν  χρειαζόταν καμμία  ιδιαίτερη  προσπάθεια  προκειμένου  να  φορεθεί  ή  να  απομακρυνθεί  από  το  σώμα  του (όπως  συνέβαινε  π.χ.  με  τον  θώρακα).  Η  λιποψυχία  του  οπλίτη  αποδεικνυόταν  από  την  απώλεια  της  ασπίδας  του, για  αυτόν  τον  λόγο  το τελευταίο  γεγονός  ήταν  πραγματική  καταισχύνη  για  τους  Έλληνες.  Ο  οπλίτης  που  εγκατέλειπε  την  ασπίδα  του  θεωρείτο  «ρίψασπις»  και  αντιμετώπιζε την  καταφρόνηση  και  τον  κοινωνικό  αποκλεισμό  από  τους  συμπολίτες του.

Dipylon sh

Σπαρτιάτες  μάχιμοι  της  Γεωμετρικής  περιόδου  με  ασπίδες  τύπου  Διπυλου  σε  πίνακα  του  Richard  Hook (copyright:  Osprey  publish.)

Το  βασικό  υλικό  της  κατασκευής  της  οπλιτικής  ασπίδας  ήταν  ο  ορείχαλκος  ο   οποίος  κάλυπτε   την  εξωτερική  επιφάνεια  της.  Όμως  ο  κύριος  όγκος  της,  τα  εσωτερικά  στρώματα  της,  αποτελείτο  από  ισχυρό  ξύλο.  H  ασπίδα  είχε  κυκλικό σχήμα  με  διάμετρο  γύρω  στα  90  εκατοστά  και  η  επιφάνεια  της  είχε  έκταση  0,6-0,7  τετρ.  μέτρου.  Το  σχήμα  της  συμβάδιζε  με  τις  κινήσεις  του  χεριού  που  την  κρατούσε, επειδή  όποια  και  αν  ήταν  η  κλίση  του  βραχίονα  ή  του  πήχη, η  κυκλική  επιφάνεια  της  ασπίδας  περιστρεφόταν  σχεδόν  γύρω  από  το  κέντρο  της  χωρίς  να  αφήνει  ακάλυπτα  μέρη  του  κορμού  του  οπλίτη  ή  να  εμποδίζει  το  οπτικό  πεδίο  του.  Άλλο  βασικό  χαρακτηριστικό  της  ήταν  η  κυρτότητα  της  εξωτερικής  επιφάνειας  της, κατασκευασμένης  με  αυτόν  τον  τρόπο  μάλλον  για  να  εξοστρακίζονται  σε  αυτήν  τα  κτυπήματα  των  εχθρικών  δοράτων  και  ξιφών, καθώς  και  των  βλημάτων (ακόντια, βέλη, κ.α.).  Η  κυρτή  επιφάνεια  της  κατέληγε  σε  ένα  ισχυρό  ορειχάλκινο  έλασμα  που  την  κάλυπτε  περιμετρικά. Αυτός  ο  ορειχάλκινος  περίγυρος  ήταν  επίπεδος  και  σε  αυτό  το  στοιχείο  βρισκόταν  πιθανώς  η  βασική  χρησιμότητα  του: λόγω  της  ανυπαρξίας  κλίσης  του,  απέτρεπε  τις  εξοστρακισμένες  αιχμές  των  δοράτων, ξιφών, κ.α., από  το  να  καταλήξουν  στο  σώμα  του  οπλίτη.

Το  κοίλο  εσωτερικό  της  ασπίδας  «αγκάλιαζε»  τον  κορμό  του  οπλίτη, προστατεύοντας  τον αποτελεσματικά  και  από  τα  πλάγια  του.  Αυτό  ήταν  απαραίτητο  επειδή  την ώρα  της  σύρραξης  κρατούσε  την  ασπίδα  σε  κάποια  απόσταση  από  το  σώμα  του, έτσι  ώστε  να  μπορεί  να  χειρίζεται  με  άνεση  τόσο  αυτήν (στην  απόκρουση  των εχθρικών  χτυπημάτων) όσο  και  το  επιθετικό  όπλο  του.  Αν  η ασπίδα  του  είχε  επίπεδη  επιφάνεια, θα  κινδύνευε  από  πλάγια  κτυπήματα.  Το  εσωτερικό  γείσο  του  περίγυρου  της  ασπίδας,  τον  εξυπηρετούσε  σε  περιπτώσεις  πορείας  ή  πολύωρης  στατικής  θέσης.  Τότε  ο  οπλίτης  μπορούσε  να  την  κρεμάσει  από  τον  ώμο  του.  Στην  πορεία  μπορούσε  να  την  κρεμάσει  στην  ράχη  του  από  τους  τελαμώνες της (ιμάντες  ανάρτησης).

hoplite shield

Ένα  αυτούσιο  εύρημα  ορειχάλκινης  οπλιτικής  ασπίδας.  Διακρίνεται  η  κυρτή  κύρια  επιφάνεια  και  ο  επίπεδος  περιμετρικός  περίγυρος (φωτογραφία  από  τον  Βρετανικό  Συλλογο   Ιστορικών   Μελετών  Comitatus.  To  εύρημα  βρίσκεται  στο  Αρχαιολ  Μουσείο  Ολυμπίας ).

 –

Το  κοίλο  εσωτερικό  της  ασπίδας  «αγκάλιαζε»  τον  κορμό  του  οπλίτη, προστατεύοντας  τον αποτελεσματικά  και  από  τα  πλάγια  του.  Αυτό  ήταν  απαραίτητο  επειδή  την ώρα  της  σύρραξης  κρατούσε  την  ασπίδα  σε  κάποια  απόσταση  από  το  σώμα  του, έτσι  ώστε  να  μπορεί  να  χειρίζεται  με  άνεση  τόσο  αυτήν (στην  απόκρουση  των εχθρικών  χτυπημάτων) όσο  και  το  επιθετικό  όπλο  του.  Αν  η ασπίδα  του  είχε  επίπεδη  επιφάνεια, θα  κινδύνευε  από  πλάγια  κτυπήματα.  Το  εσωτερικό  γείσο  του  περίγυρου  της  ασπίδας,  τον  εξυπηρετούσε  σε  περιπτώσεις  πορείας  ή  πολύωρης  στατικής  θέσης.  Τότε  ο  οπλίτης  μπορούσε  να  την  κρεμάσει  από  τον  ώμο  του.  Στην  πορεία  μπορούσε  να  την  κρεμάσει  στην  ράχη  του  από  τους  τελαμώνες της (ιμάντες  ανάρτησης).

Οι  ιμάντες  ανάρτησης  και  οι  λαβές  στήριξης  της  ασπίδας  βρίσκονταν   στο  κοίλο  εσωτερικό  της.  Όταν  ο  οπλίτης  πολεμούσε, ο  ενισχυμένος  ορειχάλκινος  πόρπακας  κατά  μήκος  της  κεντρικής  διαμέτρου  της  ασπίδας,  ήταν  η  υποδοχή  για  τον  βραχίονα  του, ενώ  ταυτόχρονα  κρατούσε  την  αντιλαβή  με  την  παλάμη  του.  Η  αντιλαβή  ήταν  ένας  ιμάντας  που  χρησιμοποιείτο  περισσότερο  για  τον  έλεγχο  της  κίνησης  της  ασπίδας, ενώ  ο  πόρπακας  κρατούσε  το  βάρος  της.  Οι  αρχαίες  πηγές  μας  πληροφορούν  ότι  οι  Σπαρτιάτες  αφαιρούσαν  τον  πόρπακα  όταν  δεν  χρησιμοποιούσαν  την ασπίδα, έτσι  ώστε  αυτή  να  αχρηστεύεται  προσωρινά  και  να  μην  μπορεί  να  χρησιμοποιηθεί  από  τους  είλωτες  σε  περίπτωση  ανταρσίας  τους.  Σε  ορισμένες  περιπτώσεις, οι  οπλίτες  κρεμούσαν  στο  κάτω  μέρος  της  ασπίδας  τους  ένα  τεμάχιο  από  παχύ  ύφασμα  ή  δέρμα, προκειμένου  να  προστατεύσουν  το  κάτω  μέρος  του  σώματος  και  τα  πόδια  τους  από τα  εχθρικά  κτυπήματα, ιδίως  στην  περίπτωση  που  δεν  φορούσαν  θώρακα  και  περικνημίδες.

Gorgo

Κεφαλή  Γοργούς, προερχόμενη  από  τον  μεγάλο  ναό  της  Αθηνάς  της  αθηναϊκής  Ακρόπολης.  Η  Γοργώ  ήταν  σύνηθες  έμβλημα  στις  ασπίδες  των  Ελλήνων οπλιτών  της  αρχαϊκής  περιόδου.  Αρχές  6ου  αι.  π.Χ. (Μουσείο  Ακρόπολης).

Το  «επίσημον», δηλαδή  το  έμβλημα  στην  εξωτερική  επιφάνεια  της  οπλιτικής  ασπίδας  ήταν, αρχικά, προσωπική  επιλογή  του  κατόχου  της.  Αυτό  συνέβαινε  επειδή  ο  κάθε  οπλίτης  αγόραζε  και  συντηρούσε  μόνος  του  τον  εξοπλισμό  του.   Αυτή  η συνήθεια  δημιουργούσε  πρόβλημα  αναγνώρισης  φίλων  και  εχθρών  στην  μάχη, ιδίως  στην  περίπτωση  της  ελεύθερης  σύρραξης.  Το  έμβλημα  μπορούσε  να  είναι  το  σύμβολο  της  οικογένειας  ή  του  γένους  του  οπλίτη  ή  κάποιο  τρομακτικό  πλάσμα  από  την  μυθολογία (π.χ.  η  Γοργώ, γρύπες, κ.α.). Ενίοτε  χρησιμοποιείτο  το  έμβλημα  της  πόλης-κράτους  του  οπλίτη, το  οποίο  εξακριβώνεται  από τα  νομίσματα της. Επρόκειτο,  συνήθως,  για  τα  σύμβολα  των  προστάτιδων  θεοτήτων  της.  Με  το  πέρασμα  των  αιώνων,  τα  “κρατικά”  εμβλήματα  γίνονταν  όλο  και  πιο  συνήθη.

Η  οπλιτική  ασπίδα  χρησιμοποιήθηκε  στη  νότια  Ελλάδα  μέχρι  τον  3ο  αιώνα  π.Χ., όταν  άρχισε  να  αντικαθίσταται  σταδιακά  είτε  από  τον  κελτο-ιταλικό  θυρεό, είτε  από  την  μακεδονική  ορειχάλκινη  πέλτη.  Τον  ίδιο  αιώνα  την  κατήργησαν  και  οι  Έλληνες  οπλίτες  της  Ιταλίας-Σικελίας, της  Μικράς  Ασίας  και  του  Ευξείνου  Πόντου.

Κατά  την  Αρχαϊκή  εποχή  χρησιμοποιείτο  και  η  βοιωτική  ασπίδα, που  καταγόταν  από  την  ασπίδα  Διπύλου  της  προηγούμενης  περιόδου.  Είχε  περίπου  το  ίδιο  ελλειπτικό  σχήμα  με  αυτήν, διαθέτοντας  εγκοπές  στα  πλάγια  της, αλλά  είχε  μικρότερο  μέγεθος  και  ήταν  ορειχάλκινη  (εκτός  από  το  ξύλινο  εσωτερικό  της).  Δεν  είχε  την  ίδια  επιτυχία  με  την  οπλιτική/αργολική   και εξαφανίστηκε  κατά  τον  5ο  αιώνα.

Περικλής   Δεληγιάννης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)               ARCHAEOLOGIA  HOMERICA, vols. I-III, Gottingen  1967-1970

(2)               Hanson, V. D. : THE  WESTERN  WAY  OF  WAR.  INFANTRY  BATTLE  IN  CLASSICAL  GREECE, Oxford  1989

(3)               Snodgrass  A.M.: EARLY  GREEK  ARMOUR, London 1964

(4)               Steinhauer  G. : THE  MUSEUM OF  SPARTA, Αθήνα  1978