a1

Αρκετοί  σύγχρονοι   μελετητές  και ιστορικοί  (με  σημαντικότερο  τον  Καναδό  Μπακ)  θεωρούν  ότι  ο   «μηδισμός»  της  Θήβας  και  των  περισσότερων  πόλεων  της  Βοιωτίας  δεν  είχαν  την  διάσταση  που  τους  προσέδωσε  ο  αρχαίος  ιστορικός  Ηρόδοτος,  η  κύρια  πηγή  για  τους  Περσικούς  πολέμους.  Είναι  φανερό  από  τα  γραπτά  του  Ηροδότου,  ότι  μεροληπτούσε  υπέρ  της  Αθήνας  και  της  Σπάρτης,  σε   βάρος  της  Θήβας,  του  Αργους  κ.α.  Για  τη  Μακεδονία, τη  Θεσσαλία  και  το  Άργος, άλλα  ελληνικά  κράτη  που  έχουν  επίσης  «κατηγορηθεί»  για  φιλοπερσική  στάση  την  ίδια  εποχή,  έχει  αναγνωρισθεί  ότι  αυτή  δεν ήταν  ιδιαίτερα  έντονη.  Οι  πόλεις  της  Βοιωτίας (κυρίως  η  Θήβα)  φέρουν  το  μεγαλύτερο  βάρος  αυτής  της  «κατηγορίας»  λόγω  του  Ηροδότου  που  μάλλον  παραποίησε  την  ιστορική  αλήθεια,  υπερτονίζοντας  τον  «μηδισμό»  τους, ο  οποίος  δεν  ήταν  περισσότερο  έντονος  από  εκείνον  των  προαναφερόμενων  κρατών.  Οι  Θηβαίοι  και  οι  Βοιωτoί  πράγματι  επιθυμούσαν  νίκη  των  Περσών,  μόνο  λόγω  της εχθρότητας  τους  προς  τους  Αθηναίους.  Γι’  αυτό  μαλλον  δεν  συμμετείχαν  στην  ελληνική  κοινή  συμμαχία (αν  και  αυτό  στην  πραγματικότητα  δεν  είναι  καθόλου  βέβαιο)  επειδή  εκείνη  είχε  ως  ηγέτιδες  πόλεις  την  Αθήνα  και  την  Σπάρτη.  Το  ίδιο  συνέβη  με  το  Άργος  λόγω  της  εχθρότητας  του  προς  τη  Σπάρτη.

b

Βοιωτική  περικεφαλαία.  Αρχικά  χρησιμοποιείτο  από  τους  Βοιωτούς  πεζούς  και  ιππείς  αλλά  αργότερα  έγινε  δημοφιλής  σε  όλους  τους  Ελληνες  ιππείς  (φωτογραφία  από  τον  Βρετανικό  Συλλογο   Ιστορικών   Μελετών  Comitatus).

.

Ειδικά  ο  Μπακ  θεωρεί  ότι  ο  Ηρόδοτος   «μετακίνησε»  επιτηδευμένα  το  χρονικό  σημείο  του  μηδισμού  της  Βοιωτίας  προς  τα  άνω,  προκειμένου  να  δώσει  αρνητική  εικόνα  των  Βοιωτών.  Οι Βοιωτοί  μάλλον  έδωσαν  «γη  και  υδωρ»  στους  Πέρσες  απεσταλμένους  πριν  τη  μάχη  των  Θερμοπυλών (480  π.Χ.), αλλά  επρόκειτο  για  μια  διπλωματική  ενέργεια  προκειμένου  να  εξασφαλισθούν  σε  περίπτωση  ήττας,  ακριβώς  όπως  και  οι  Αιγινήτες  έδωσαν  «γη  και  υδωρ»  πριν  από  τη  μάχη  του  Μαραθώνα, παρότι  ανήκαν  στην  Πελοποννησιακή  συμμαχία  η  οποία  είχε  επιλέξει  την  αντίσταση  στους  Πέρσες.  Από  την  άλλη  πλευρά,  υπάρχουν  σαφείς  ενδείξεις ότι  οι  Βοιωτοί  βοήθησαν  ηθελημένα   στρατιωτικά  την  ελληνική  συμμαχία  και  πιθανώς  αποτελούσαν  επίσημα  μέλη  της  (π.χ.  η  αποστολή  τριών  λόχων  τους,  ενός  θηβαϊκού  και  δύο  θεσπιικών,  προς  ενίσχυση  των  κοινών  ελληνικών  δυνάμεων  που  υπεράσπιζαν  τις  Θερμοπύλες  το  480,  η  οποία  αποστολή  πρέπει  να  θεωρείται  αυθόρμητη  και  από  την  πλευρά  των  Θηβών  επειδή  κανείς  δεν  ανάγκαζε  τη  Θήβα  να  το  πράξει, και  άλλες  ενδείξεις).

Το  εκδικητικό  μένος  των  Περσών  δεν  απευθυνόταν  στην  Βοιωτία  αλλά  στην  Αθήνα,  εξαιτίας  της  ήττας  τους  στον  Μαραθώνα.  Η  Βοιωτία  και  η  Αττική  βρίσκονται  βόρεια  του  Ισθμού  και  ήταν  έτσι  εκτεθειμένες  στον  περσικό  στρατό.  Ωστόσο  η  Αττική  ήταν  εξαρχής  καταδικασμένη  από  τους  Πέρσες, ενώ  η  Βοιωτία  δεν  ήταν.  Ήταν  λοιπόν  εύκολο  για  τους  Αθηναίους  να  κατηγορούν  τους  Βοιωτούς  για   «μηδισμό»  και  να  αυτοχαρακτηρίζονται  πατριώτες  από  τη  στιγμή  που  έδιναν  έτσι  κι  αλλιώς  έναν  αγώνα  ζωής  και  θανάτου, κάτι  που  όμως  δεν  συνέβαινε  για  τους  Βοιωτούς.

Ομοίως  ήταν  προκαταδικασμένες  από  τους  Πέρσες  και  οι  βοιωτικές  Πλαταιές,  επειδή  είχαν  ενισχύσει  τους Αθηναίους  στον  Μαραθώνα.  Αυτός  ήταν  ένας  βασικός  λόγος  που  οι  Πλαταιείς  έμειναν  σταθερά  στην  ελληνική  συμμαχία  μετά  τον  επίσημο  μηδισμό  της  υπόλοιπης  Βοιωτίας.

Η  Βοιωτία  δεν  «μήδισε»  επίσημα  παρά  μόνο  μετά  τις  Θερμοπύλες  και  την  απόφαση  των  Ελλήνων  συμμάχων  για  υποχώρηση  προς  τον  Ισθμό, η  οποία  την  άφηνε  εκτεθειμένη  στον  περσικό  στρατό.  Οι  Αθηναίοι,  αντίθετα  από  τους  Βοιωτούς,  είχαν  αρκετά  πλοία  και  λιμάνια  προς  την  Πελοπόννησο  προκειμένου  να  μεταφέρουν  γοργά  και  να  διασώσουν  τα   γυναικόπαιδα τους,  και  δεν  στηρίζονταν  τόσο  στην  αγροτική  οικονομία  όσο  οι   δεύτεροι  οι  οποίοι  έπρεπε  να  σώσουν  με  κάθε  τρόπο  τις  απέραντες  καλλιέργειες  τους,  προκειμένου  να  μη  λιμοκτονήσουν  οι  οικογένειες  τους.  Επιπρόσθετα  οι  Θηβαίοι  και  Βοιωτοί  δεν  είχαν  καθόλου  στόλο  και  μόνο  λίγα  μικρά φυσικά  λιμάνια  προς  την  Πελοπόννησο (Σιφαι,  Κορσιαι  κ.α.).

c

Εδώ  θα  πρέπει  να  επισημανουμε  και  την  μεμπτή  άποψη  των Αθηναίων  και  άλλων  Ελλήνων,  ότι  οι  Βοιωτοί, οι  Μακεδόνες, οι  Θεσσαλοί, ακόμη  και  οι  Κρήτες, ήταν  φορείς  ενός  κατωτέρου  αγροτικού  πολιτισμού  που  δεν  άρμοζε  σε  Έλληνες, φθάνοντας  ενίοτε  και  στον  χλευασμό  αυτών  των  λαών.  Λόγω  αυτής  της  συμπεριφοράς, είναι  επόμενο  αυτά  τα  ελληνικά  φύλα  να  μην  ένιωθαν  ιδιαίτερο  πάθος  για  τον  πανελλήνιο  αγώνα  εναντίον  των  Περσών:  οι  Θεσσαλοί  τήρησαν  τελικά  φιλοπερσική  στάση,  οι  Κρήτες  αδιαφόρησαν  για  την  προσπάθεια,  ενώ  οι  Μακεδόνες  ήταν  ήδη  υποτελείς  των  Περσών  έχοντας  προσαρτηθεί  πολύ  νωρίτερα  στην  Περσική  σφαίρα  ως  υποτελές  βασίλειο.

Ειδικά  οι  Θεσσαλοί  “μήδισαν”  για  τους  ίδιους  ακριβώς  λόγους με  τους  Βοιωτούς:  ‘εγκαταλείφθηκαν’ (ακολουθώντας  τη  λογική  του  Ηροδότου)  από  τους  νοτιότερους  Ελληνες  οι  οποίοι  έκριναν  ότι η  αμυντική  γραμμή  του  Ολύμπου  δεν  ήταν  δυνατόν  να  υπερασπισθεί  και  δεν  μπορούσαν  να  απομακρύνουν  τα  πολυάριθμα  γυναικόπαιδα  τους  στην  Πελοπόννησο,  όπου  έτσι  κι  αλλιώς  δεν  μπορούσαν  να  τα  θρέψουν.  Οι  600.000  κάτοικοι  της  Θεσσαλίας  δεν  ήταν  δυνατόν  να  απομακρυνθούν (εξάλλου  και  οι  Θεσσαλοί  δεν  διέθεταν  στόλο).  Ετσι  και  οι  Θεσσαλοί,  ένα  επίσης  κατεξοχήν  αγροτικό  φύλο  όπως  οι  Βοιωτοί,  έπρεπε  να  σώσουν  με  κάθε  τρόπο  τις  καλλιέργειες  τους  αν  δεν  ήθελαν  να  δουν τις  γυναίκες  και  τα  παιδιά  τους  να πεθαίνουν  στα  χέρια  τους  από  την  πείνα:  τα  σπαρτά  τους  θα  είχαν  γίνει  στάχτη  από τον  περσικό  στρατό.  Τα  ίδια  ακριβώς  ισχύουν  και  για  τους  Μακεδόνες,   ένα  ακόμη  κατεξοχήν  αγροτικό  ελληνικό   φύλο  με  απέραντες  καλλιέργειες  στη  μακεδονική  πεδιάδα.

Οι  Βοιωτοί, με  τη  διπλωματική  ενέργεια  τους  πριν  τις  Θερμοπύλες  και  τον  επίσημο  «μηδισμό»  τους  μετά  την  εγκατάλειψη  τους  από  τους  άλλους  Έλληνες  συμμάχους (μία  πράξη  η  οποία  με  τη  λογική  του  Ηροδοτου,  μπορεί  φυσικά  να  χαρακτηρισθεί  επίσης  «προδοσία»  των  άλλων  Ελλήνων  σε  βάρος  των  Βοιωτών),  διέσωσαν  τις  οικογένειες  και  τη  χώρα  τους  από  τον  περσικό  στρατό  (εκτός  των  Θεσπιών  και  των  Πλαταιών  που  κατεστράφησαν).  Όπως  έχει  παρατηρηθεί  ορθά  από  τον  Μπακ,  οι  Βοιωτοί  ήταν  ένας  λαός  ρεαλιστών.  Όταν  είδαν  ότι  δεν  υπήρχε  ελπίδα  να  γλυτώσουν  από  την  περσικό  όλεθρο,  «εμήδισαν»  και  εξαναγκάσθηκαν  να  πολεμήσουν  υπέρ  του  Μαρδόνιου  στη  μάχη  των  Πλαταιών.  Η  πράξη  τους  δεν  είναι  κατηγορητέα  διότι  έχει  πολλά  αντίστοιχα  στην  παγκόσμια  Ιστορία,  τόσο  σε  κράτη  όσο  και  σε  προσωπικότητες:  οι  Βοιωτοί,  Θεσσαλοί  και  Μακεδόνες  ήταν  υποχρεωμένοι  πρώτα  από  όλα  να  σώσουν  τα  παιδιά και  τις  οικογένειες  τους. Ο  φιλοαθηναίος  Ηρόδοτος  στρέβλωσε  τον  ρόλο  τους.

Υπάρχουν  αποδείξεις  ότι  ο  «μηδισμός»  δεν  ήταν  γενικά  επιθυμητός  στις  βοιωτικές  πόλεις, αλλά  αναγκαίος.  Όλα  τα  προαναφερόμενα  τα  αναγνώρισαν  οι  Έλληνες  σύμμαχοι  επειδή  η  τιμωρία  που  επιφύλαξαν  στους  Βοιωτούς  μετά  τη  νίκη  τους  στις  Πλαταιές, ήταν  ελαφριά.  Εκτελέσθηκαν  μόνο  οι  αρχηγοί  της  φιλοπερσικής  παράταξης  της  Θήβας, γεγονός  που  δείχνει  ότι  ο  «μηδισμός»  αφορούσε  στην  πραγματικότητα  μόνο  ένα  περιορισμένο  μέρος  του  πληθυσμού.  Φαίνεται  πως  οι  Αθηναίοι  οι  οποίοι  είχαν  απομακρύνει  με  τα  πλοία  τους  τα  γυναικόπαιδα  τους  κυρίως  στην  Πελοπόννησο  κατά  τις  επιχειρήσεις,  και  οι  Πελοποννήσιοι  οι  οποίοι  προστατεύονταν  από  τις   θαλασσιες  “τάφρους”  του  Κορινθιακού και   του  Σαρωνικού,  και  από  τον  υπερσπίσιμο  Ισθμό,  αναγνώρισαν  σιωπηρά  ότι  δεν  μπορούσαν  να  κατηγορούν για  μηδισμό  τους  εκτεθειμένους   γεωγραφικά  Βοιωτούς  και  Θεσσαλούς.

d

Ελληνικά  οπλιτικά  ξίφη (ανακατασκευή  του  Βρετανικού  Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Hoplite Association).

.

Σχετικά  με  τις  δύο  βοιωτικές  πόλεις  που  δεν  «μήδισαν», δηλαδή  τις  Θεσπιές  και  τις  Πλαταιές, έχουν  δοθεί  διάφορες  εξηγήσεις  για  τη  στάση  τους,  με  κύρια  την  παλαιά  εχθρότητα  τους  προς  τη  Θήβα, την  ηγεμονίδα  της  Βοιωτίας, και  τη  συμπάθεια  τους  προς  την  Αθήνα.  Εντούτοις, αυτό  το  γεγονός  δεν  εξηγεί  πλήρως  αυτήν  την  επιλογή  τους, επειδή  οι  περισσότερες  βοιωτικές  πόλεις  εχθρεύονταν  τη  Θήβα (π.χ.  περισσότερο  από  όλες  την  εχθρευόταν  ο  Ορχομενός  ο  οποίος  όμως  «εμήδισε»  συντασσόμενος  μαζί  της). Ούτε  θα  ήταν  ορθό  να θεωρηθεί  ότι  οι  Θεσπιές  και  οι  Πλαταιές  υπερέβαιναν  σε  πατριωτισμό  τις  άλλες  βοιωτικές  πόλεις.  Βέβαια  όπως  αναφέρθηκε,  οι  Πλαταιές  αντιμετώπιζαν  τη  βέβαιη  καταστροφή  τους  από  τον  Περσικό  στρατό  λόγω  του  Μαραθώνα.

Υπάρχει  μια  παράμετρος  που  συχνά  λησμονείται  και  εξηγεί  εν  μέρει  την  φιλοαθηναϊκή  στάση  αυτών  των  δύο  πόλεων.  Όπως  έχει  εκτιμηθεί (κυρίως  από  Γερμανούς  ιστορικούς), το  φύλο  των  Βοιωτών  εγκαταστάθηκε  στην  χώρα  στην  οποία  έδωσε  το  όνομα  του   τον  12ο  αιώνα  π.Χ., χωρίς  όμως  να  επικρατήσει  εθνολογικά  σε  ολόκληρη  την  έκταση  της.  Στο  νότιο  τμήμα  της  χώρας, εκτός  της  περιοχής  της  Θήβας, οι  Βοιωτοί  αποτέλεσαν  μειοψηφία  έναντι  των  παλαιών  Ιώνων  κατοίκων.  Οι  εντόπιοι  Ίωνες  της  Παρασωπίας (όπου  βρίσκονταν  οι Πλαταιές)  και  των  Θεσπιών, αποτέλεσαν  την  πληθυσμιακή  βάση  αυτών  των  περιοχών  κατά  την  κλασσική  περίοδο  παρότι  η  βοιωτική  διάλεκτος  επικράτησε  μερικώς  στις  περιοχές  τους.  Ήταν  επόμενο  οι  Θεσπιείς, οι  Πλαταιείς  και  οι Παρασώπιοι  γενικά, να  νιώθουν  στενότερη  συγγένεια  με  τους  Ίωνες  Αθηναίους  και  Ευβοείς  γείτονες  τους, παρά  με  τους  άλλους  Βοιωτούς.  Μάλιστα, μια  από  τις  βοιωτικές  αλλά  ιωνόφωνες  παρασώπιες  κοινότητες, οι  Ελευθερές, τέθηκε  ηθελημένα  υπό  αθηναϊκή  εξουσία.  Είναι  βέβαιο  ότι  στην  Τανάγρα, στην  Αυλίδα, κ.α.,  μιλιόταν  η  ιωνική  ευβοϊκή  διάλεκτος  αντί  της  βοιωτικής.  Όμως  η  Τανάγρα  επέλεξε  να  έχει   αντι-αθηναϊκή  στάση  λόγω  των  εδαφικών  βλέψεων  της  στον  Ωρωπό.

,

Περικλής  Δεληγιάννης

 .

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

(1)               Ηρόδοτος  ΙΣΤΟΡΙΑ

(2)               Διόδωρος  ο  Σικελιώτης : ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΚΗ

(3)               Cartledge  Ρ. : SPARTA  AND  LAKONIA.  A  REGIONAL  HISTORY  1300-362 B.C., 2nd  edition, London  2001

(4)               THE  CAMBRIDGE  ANCIENT  HISTORY-  First  edition, Cambridge  1925-1930

 

Advertisements