Plataea1

Τα  διαγράμματα  του   αρθρου  προέρχονται  από  τον  Ιστορικό  Ατλαντα  Κωνσταντίνου  Π.  Κοντορλή,  Αθηνα 1967.  Πηγή:  agiostherapon.blogspot.gr/

Συνέχεια  από  το  Α΄  μέρος

Οι  Έλληνες  πολεμιστές  είχαν  καταπονηθεί  από  το  συνεχές  σφυροκόπημα  του  περσικού  ιππικού, με  αποτέλεσμα  να  δημιουργηθεί  αναστάτωση  στις  μονάδες  τους  και  αυτές  να  μετακινηθούν  προς  τη  νέα (τρίτη) θέση  χωρίς  οργάνωση  και  τάξη.  Αυτή  η  σύγχυση  επέφερε  τη  διασκόρπιση  των  ελληνικών  σωμάτων  και  την  κατάληψη  θέσεων  που  δεν  ήταν  αυτές  οι  οποίες  είχαν  αποφασιστεί  στο  στρατιωτικό  συμβούλιο.  Τα  ελληνικά  σώματα  του  κέντρου  του  μετώπου  μάχης (Μεγαρείς, Κορίνθιοι,  Φλειάσιοι  κ.α.), ήταν  αυτά  που  είχαν  υποφέρει  περισσότερο  από  τις  επιθέσεις  του  περσικού  ιππικού.  Οι  άνδρες  τους  περιπλανήθηκαν  και  εντέλει  εγκαταστάθηκαν  στο  Ηραίον, κοντά  στα  τείχη  των  Πλαταιών.  Οι  Αθηναίοι  άρχισαν  να  κινούνται  προς  τα  βόρεια, αντίθετα  από  την  κατεύθυνση  την  οποία  ακολούθησαν  οι  μετακινούμενοι  Σπαρτιάτες.  Ο Ηρόδοτος  αναφέρει  ότι  οι  Αθηναίοι  ήταν ενοχλημένοι  από  τους  τελευταίους  επειδή  «άλλα  σκέπτονταν  και  άλλα  έλεγαν».  Αυτή  η  συμπεριφορά  των  Σπαρτιατών  δεν  έχει  να  κάνει  με  έλλειψη  εμπιστοσύνης  ή  εκτίμησης  στους  Αθηναίους  αλλά  με  την  μόνιμη  τάση  των  πρώτων  προς  την  μυστικοπάθεια  και  την  απόκρυψη  όσο  γινόταν  περισσότερων  πληροφοριών  γύρω  από  την  τακτική  που  ακολουθούσαν, ακόμη  και  αν  αυτοί  από  τους  οποίους  γινόταν  η  απόκρυψη  ήταν  οι  Έλληνες  συμπολεμιστές  τους!  Οι  Αθηναίοι,  απηυδησμένοι  μάλλον  από  τη  γενική  έλλειψη  συντονισμού, πήραν  τη  γενναία  απόφαση  να  κινηθούν  προς  τον  Ασωπό,  προς  το  πεδινό  έδαφος  της  Παρασωπίας.  Φαίνεται  ότι  ήθελαν  να  πολεμήσουν  μόνοι  τους  τον  εχθρό, τον  οποίο  γνώριζαν  καλά  από  τη  νίκη  τους  στον  Μαραθώνα, και  να  πετύχουν  νέο  θρίαμβο.

Οι  Σπαρτιάτες  φέρθηκαν  πιο  συνετά  και  ακολούθησαν  την  αντίθετη  πορεία, προς  τα  νότια, εγκαθιστάμενοι  τελικά  στους  πρόποδες  του  Κιθαιρώνα.  Ο  Ηρόδοτος  αναφέρει  ότι  ο  Αμομφάρετος, διοικητής  ενός  από  τους  σπαρτιατικούς  λόχους, του  Πιτανάτου, αρνήθηκε  αρχικά  να  υποχωρήσει  μπροστά  στον  εχθρό  αλλά  όταν  ο  υπόλοιπος  στρατός  της  Σπάρτης  τον  εγκατέλειψε, ακολούθησε  με  τον  λόχο  του  την  αναδίπλωση  στη  νέα  προστατευμένη  θέση.  Το  εν  λόγω  «επεισόδιο  του  Αμομφάρετου», παρά  το  γεγονός  ότι  οι  Σπαρτιάτες  ανώτεροι  διοικητές  είχαν  τάση  προς  ανάληψη  πρωτοβουλιών  ανεξάρτητων  από  τις  αποφάσεις  του  αρχιστράτηγου  τους, δεν  φαίνεται  να  συνέβη  στην  πραγματικότητα.  Πρόκειται  μάλλον  για  μια  ιστορία  που  προσπαθεί  να  εξηγήσει  την  αργοπορημένη  υποχώρηση  του  Πιτανάτου  λόχου.  Το  πιθανότερο  είναι  ότι  ο  Πιτανάτης  λειτούργησε  ως  οπισθοφυλακή  η  οποία  κάλυψε  την  σπαρτιατική  μετακίνηση  στην τρίτη  θέση.  Επιπλέον, ο  λόχος  του  Αμομφάρετου  φαίνεται  ότι  είχε  την  ακόμη  σημαντικότερη  αποστολή  να  παρασύρει  τον Μαρδόνιο  σε  επίθεση  εναντίον  των  Σπαρτιατών.  Ο  Πέρσης  αρχιστράτηγος, βλέποντας  έναν  λόχο  να  είναι  αποκομμένος  από  τον  υπόλοιπο  σπαρτιατικό  στρατό, θα  πίστεψε  ότι  ο  τελευταίος  βρισκόταν  γενικά  σε  κατάσταση  σύγχυσης  και  αταξίας.  Ανάλογη  τακτική  είχαν  χρησιμοποιήσει  οι  Σπαρτιάτες  και  στην  μάχη  των  Θερμοπυλών, όταν  προσποιήθηκαν  υποχώρηση  μπροστά  στους  Ασιάτες  προκειμένου  αυτοί  να  παρασυρθούν  σε  άτακτη  επίθεση.  Τότε  οι  άνδρες  του  Λεωνίδα  σταμάτησαν  αιφνίδια, ανασυντάχθηκαν  και  επιτέθηκαν  στους  ασύντακτους  βαρβάρους  κατατροπώνοντας  τους.

Thorax2

Μυώδης  οπλιτικός  θώρακας.

 –

Οι  Έλληνες  ολοκλήρωναν  την  κατάληψη  των  νέων  θέσεων  τους  όταν  ανέτειλε  ο  ήλιος.  Τότε  το  περσικό  ιππικό  διάβηκε  πάλι  τον  Ασωπό  για  να  διενεργήσει  τις  καθημερινές  επιθέσεις  του  στο  ελληνικό  στράτευμα.  Οι  Πέρσες  διαπίστωσαν  ότι  οι  Έλληνες  είχαν  εγκαταλείψει  τις  θέσεις  τους  και  είδαν  μόνο  τον  αργοπορημένο  λόχο  του  Αμομφάρετου  να  κινείται  αργά  προς  τους  πρόποδες  του  Κιθαιρώνα.

Οι  Ασιάτες  ιππείς  ενημέρωσαν  τον  Μαρδόνιο  για  την μετακίνηση  των  Ελλήνων  και  την  καθυστέρηση  της  σύμπτυξης  των  Σπαρτιατών.  Όπως  αναφέραμε, ο  Πέρσης  αρχιστράτηγος  επιδίωκε  να  δώσει  μάχη.  Όταν  είδε  την  ευκαιρία  που  του  παρουσιάστηκε, δεν  δίστασε  να  διατάξει  γενική  επίθεση.  Δεν  είχε  άδικο  στην  απόφαση  του. Το  ελληνικό  στράτευμα  είχε  διασπαστεί  σε  τρία  αποκομμένα  τμήματα, ενώ  ο  σπαρτιατικός  στρατός –το  εκλεκτότερο  ελληνικό  σώμα– δεν  είχε  ακόμη  συμπτυχθεί  στο  σύνολο  του  σε  έδαφος  προστατευμένο  από  το  ιππικό.  Ο  Μαρδόνιος  προφανώς  θεώρησε  ότι  θα  ήταν  πολύ  δύσκολο  για  τους  Σπαρτιάτες  να  ανασυνταχθούν  και  να  αμυνθούν  ή  να  αντεπιτεθούν  όταν  θα  δέχονταν  την  επίθεση  του  περσικού  στρατού.  Ωστόσο,  δεν  υπολόγισε  την  ικανότητα  τους  να  πετυχαίνουν  αυτά  που  οι  Ασιάτες  θεωρούσαν  αδύνατα  στον  τομέα  των  ελιγμών.

Αναφέραμε  προηγουμένως  τη σύνθεση  που  είχαν  τα  τρία  τμήματα  του  στρατού  του  Μαρδόνιου, δηλαδή  οι  δύο  πτέρυγες  και  το  κέντρο  του.  Ο  Πέρσης  έστειλε  αυτά  τα  τρία  τμήματα  ενάντια  στα  αντίστοιχα  τρία  των  Ελλήνων, ακολουθώντας  τον  αρχικό  σχεδιασμό  του.  Επειδή  ο  Ηρόδοτος  αναφέρει  Μήδους  να  αντιμετωπίζουν  τους  Σπαρτιάτες  μαζί  με  τους  Πέρσες, φαίνεται  ότι  απέσπασε  το  μηδικό  σώμα  του  κέντρου  της  παράταξης  του  και  το  προσκόλλησε  στην  αριστερή  πτέρυγα  του, προκειμένου  να  την  ενισχύσει  περαιτέρω  απέναντι  στους  αήττητους  πολεμιστές  της  Σπάρτης.  Πιθανώς  να  έστρεψε  εναντίον  τους  ολόκληρο  το  κέντρο  του, δηλαδή  και  τους  Σάκες, τους  Βακτρίους  και  τους  Ινδούς.  Οι  Σπαρτιάτες  πλαισιώνονταν  από  τους  Λακεδαιμόνιους  περιοίκους  και  τους  Τεγεάτες.

Ενδεχομένως  ο  Μαρδόνιος  σκέφτηκε  ότι  αν  το  εκλεκτότερο  σώμα  του  στρατού  του, οι  Πέρσες  και  οι  Μήδοι, νικούσαν  τους  επίλεκτους  του  ελληνικού  στρατού, τους  Σπαρτιάτες,  θα  εξασφάλιζε  τη  νίκη  και  στις  άλλες  δύο  επιμέρους  συγκρούσεις.  Αν  αυτή  ήταν  η  σκέψη  του, μάλλον  είχε  ξεχάσει  τον  Μαραθώνα  και  τους  Αθηναίους.  Εντούτοις  η  απόφαση  του  φαίνεται  συνετή, επειδή  οι  Σπαρτιάτες  ήταν  πράγματι  οι  ισχυρότεροι  στρατιώτες  της  Ελλάδας  και  εκείνη  την  στιγμή  είχαν  δώσει  την  (ψευδή) εντύπωση  ότι  υποχωρούσαν  ανοργάνωτα.

Λόγω  της  διάσπασης  των  δύο  στρατών  σε  τρία  τμήματα, η  μάχη  των  Πλαταιών  αφορούσε  στην  ουσία  τρεις  ξεχωριστές  συρράξεις  που  έγιναν  σε  αρκετή απόσταση  μεταξύ  τους.  Οι  πολεμιστές  του  Μαρδόνιου  πέρασαν  τον  Ασωπό  και  άρχισαν  να  κινούνται  εναντίον  των  αντιπάλων  τους.  Το  περσικό  ιππικό  άρχισε  να  καταδιώκει  τον  Πιτανάτη  λόχο, ο  οποίος  μόλις  που  πρόλαβε  να  ενωθεί  με  τον  υπόλοιπο  σπαρτιατικό  στρατό  πριν  δεχθεί  την επίθεση  του.  Τότε  ο  Παυσανίας  ζήτησε  την  βοήθεια  των Αθηναίων, στοιχείο  που  μάλλον  καταδεικνύει  ότι  ο  στρατός  του  δεν  είχε  καταφέρει  ακόμη  να  φτάσει  σε  έδαφος  ακατάλληλο  για  το  ιππικό  και  είχε  βρεθεί  σε  δύσκολη  θέση  απέναντι  στους  Ασιάτες  ιππείς.  Εντούτοις, κατάφερε  να  τους  αποκρούσει  και  να  φτάσει  τελικά  σε  προφυλαγμένες  θέσεις.  Αυτό  συνάγεται  πάλι  από  τον  Ηρόδοτο, ο  οποίος  παρουσιάζει  αιφνίδια  στην  διήγηση  του  το  περσικό  πεζικό  να  επιτίθεται  αντί  του  ιππικού, αντικαθιστώντας  έτσι  το  δεύτερο  στην  επίθεση.  Ο  Πλούταρχος, ο  οποίος  ήταν  εντόπιος  Βοιωτός  και  επομένως  θα  είχε  ακριβείς  πληροφορίες  αλλά  και  προσωπικές  γνώσεις  σχετικά  με  την  μάχη  των  Πλαταιών, αναφέρει  ότι  η   σύρραξη  ανάμεσα  σε  Πέρσες  και  Σπαρτιάτες  έγινε  στις  υπώρειες  του  Κιθαιρώνα, δηλαδή  σε  έδαφος  όπου  δεν  μπορούσε  να  δράσει  ιππικό.  Αυτό  σημαίνει  ότι  οι  Σπαρτιάτες  κατάφεραν  να  αποκρούσουν  κατά  την  υποχώρηση  τους  τις  επιθέσεις  των  Ασιατών  ιππέων  και  ίσως  ο  λόχος  του  Αμομφάρετου  να  σήκωσε  το  βάρος  αυτής  της  απόκρουσης.  Οι  Αθηναίοι  βρίσκονταν  πίσω  από  τα  υψώματα  της  Ράχης  του  Ασωπού, σε  σημείο  όπου  δεν  γίνονταν  αντιληπτοί  από  το  περσικό  ιππικό, για  αυτόν  τον  λόγο  το  τελευταίο  τους  άφησε  ανενόχλητους.

β1

Οπλίτης  ο  οποίος  αντιμετωπίζει  τα  τοξεύματα  του  εχθρού,  καλυπτόμενος  με  την  ασπίδα  του (ευγενική    χορηγία    του    Συλλόγου    Ιστορικών    Μελετών  ‘Κορύβαντες‘.  Ο  οπλισμός  είναι  δημιουργία  του  Δημήτρη  Κατσίκη).

Ο  Μαρδόνιος  κινήθηκε  γοργά  με  το  πεζικό  της  αριστερής  πτέρυγας  του, ενδεχομένως  και  το  κέντρο  της  παράταξης  του, εναντίον  των  Σπαρτιατών  για  να  μην  προλάβουν  αυτοί  να  καταλάβουν  υψηλότερες  θέσεις  στις  πλαγιές  του  Κιθαιρώνα.  Οι  βάρβαροι  εφόρμησαν  ενάντια  στους  Έλληνες  αλαλάζοντας, πιστεύοντας  ότι  με  αυτόν  τον  τρόπο  θα  τους  πτοήσουν  και  θα  κάμψουν  το  ηθικό   τους.  Οι  Ιρανοί  πολεμιστές  ήταν  κυρίως  τοξότες  χωρίς  θωράκιση (ούτε  καν  κράνος)  και  με  μόνη  προστασία  μια  μεγάλη  αλλά  αδύναμη  ασπίδα  από  πλεγμένη  λυγαριά.  Σε  περίπτωση  αγχέμαχης  σύρραξης, δεν  θα  είχαν  καμμία  τύχη  απέναντι  στους  χαλκένδυτους  Σπαρτιάτες  και  Τεγεάτες  οπλίτες.

Όταν  οι  Πέρσες  πλησίασαν  τους  Σπαρτιάτες  σε  απόσταση  βολής, σταμάτησαν  την  καταδίωξη  και  στερέωσαν  στη  γη  τις  ξύλινες  ασπίδες  τους.  Έτσι  σχημάτισαν  ένα  προστατευτικό  παραπέτασμα, πίσω  από  το  οποίο  άρχισαν  να  τοξοβολούν  στέλνοντας  σύννεφα  από  βέλη  στους  Σπαρτιάτες  κατά  την  προσφιλή  τους  τακτική.  Όμως, δεν  μπορούσαν  να  καταφέρουν  πολλά  απέναντι  στις  μεγάλες  επιφάνειες  των  οπλιτικών  ασπίδων.  Όταν ένας  Έλληνας  οπλίτης  δεχόταν  τοξεύματα, γονάτιζε  και  καλυπτόταν  πίσω  από  την  ασπίδα  του.  Η  μεγάλη  επιφάνεια  της  ήταν  αρκετή  για  να  καλύψει  ολόκληρο  το  σώμα  του  ενώ  ο  ορείχαλκος  της  παρείχε  ικανή  προστασία  απέναντι  στα  ασιατικά  βέλη.  Οι  Λακεδαιμόνιοι  και  οι  Τεγεάτες  ελάχιστα  βλάφθηκαν  από  τα  τοξεύματα.  Ωστόσο, ο  Παυσανίας  δεν  έδινε  διαταγή  για  αντεπίθεση  τους.  Ο  Ηρόδοτος  αναφέρει ότι  ο  Σπαρτιάτης  αντιβασιλέας  περίμενε  μέχρι  να  πετύχει  ευνοϊκούς  οιωνούς  προκειμένου  να  διατάξει  αντεπίθεση. Όπως  είδαμε  στην  σχετική  ενότητα, οι  έμπειροι  και  ικανοί  Έλληνες  στρατηγοί  έδιναν  μικρή  σημασία  στους  οιωνούς.  Στην  πραγματικότητα  τους  ερμήνευαν  όπως  ήθελαν  προκειμένου  να  δικαιολογήσουν αποφάσεις  τους, οι  οποίες  δεν  ήταν  εύκολα  κατανοητές  από  τους  στρατιώτες  και τους  συστρατηγούς  τους.  Ενδεχομένως  ο  Παυσανίας  να  καθυστερούσε  σκόπιμα  την  σπαρτιατική  εξόρμηση  ώστε  να  δώσει  χρόνο  στον  Μαρδόνιο  να  σωρεύσει  πίσω  από  το  τείχος  των  περσικών  ασπίδων  όλες  τις  μονάδες  του  πεζικού  του  οι  οποίες  λόγω  των  μεγάλων  αριθμών  τους,  συνέχιζαν  να  πλησιάζουν  για  να  λάβουν  θέση  μάχης.  Η  συσσώρευση  τόσο  μεγάλου  πλήθους  ανδρών  σε  αυτόν  τον  χώρο  θα  δυσκόλευε  προφανώς  την  φυγή  τους  όταν θα  δέχονταν  την  επίθεση  από  τους  χαλκένδυτους  οπλίτες  και  θα  έδινε  περισσότερη  «τροφή»  στις  σπαρτιατικές  λόγχες  και  λεπίδες.

Plataea2

Η  ΕΚΑΤΟΜΒΗ  ΤΩΝ  ΠΕΡΣΩΝ

Οι Τεγεάτες  εφόρμησαν  πρώτοι  εναντίον των  Περσών  και  των  Μήδων, παρασύροντας  και  τους  Σπαρτιάτες.  Οι  Ιρανοί  πολεμιστές  προσπάθησαν  μάταια  να τους  σταματήσουν  στο  τείχος  των  ξύλινων  ασπίδων  τους.  Οι  Έλληνες  το  διέσπασαν  με  τον  ανώτερο  εξοπλισμό  τους  και  η  μάχη  μετατράπηκε  σε  γενική  σφαγή  των  αντιπάλων  τους.  Οι  Πέρσες  αντιστάθηκαν  γενναία  στην  τελική  σύρραξη  η  οποία  έγινε  γύρω  από  το  Ιερό  της  Δήμητρος  κοντά  στην  θέση  Αργιόπιον.  Ο  Πλούταρχος  αναφέρει  ειδικότερα  ότι   αυτή  έγινε  κοντά  στον ναό  της  Ελευσίνιας  Δήμητρος, στις  υπώρειες  του  Κιθαιρώνα, δηλαδή  σε  έδαφος  σαφώς  ακατάλληλο  για  τους  Πέρσες  ιππείς.  Επομένως  οι  τελευταίοι  δεν  μπορούσαν  να βοηθήσουν  τους  πεζούς  συμπολεμιστές  τους  που  εξοντώνονταν  μαζικά  από  τους  Σπαρτιάτες  και τους  Τεγεάτες, έχοντας  χάσει  και  την υποτυπώδη  προστασία  τους  από  τις  ξύλινες  ασπίδες.  Οι  Σπαρτιάτες  διέσπασαν  και  το  σώμα  των  χιλίων  επίλεκτων  πολεμιστών  του  Μαρδόνιου.  Όταν  ο  Σπαρτιάτης  Αρίμνηστος  σκότωσε  τον  Πέρση  αρχιστράτηγο,  οι  πολεμιστές  του  εγκατέλειψαν  κάθε  προσπάθεια  αντίστασης  και  άρχισαν  να  τρέχουν  προς  τον Ασωπό.  Όσοι  επέζησαν  από  τη  νέα  σφαγή  που  ακολούθησε, πέρασαν  τον  ποταμό  και  βρήκαν  καταφύγιο  στο  περιχαρακωμένο  στρατόπεδο  τους  στον Σκώλο.

Όπως  είδαμε, ο  Παυσανίας  κάλεσε  τους Αθηναίους  να  τον  βοηθήσουν  έναντι  του  περσικού  ιππικού.  Αυτοί  ανταποκρίθηκαν  στο  κάλεσμα  του  Σπαρτιάτη  στρατηγού, αλλάζοντας  πορεία. Έτσι,  όμως,  έχασαν  την  κάλυψη  τους  από  τη  Ράχη  του  Ασωπού  και  αποκαλύφθηκαν  στα  εχθρικά  τμήματα.  Μπροστά  τους  βρέθηκαν  οι  Έλληνες  σύμμαχοι  του  Μαρδόνιου.  Ο  Ηρόδοτος  αναφέρει  ότι  αυτοί  προσποιήθηκαν  ότι  δείλιασαν, προφανώς  για  να  μην  πολεμήσουν  τους  ομοεθνείς  τους, με  την εξαίρεση  των  Θηβαίων.  Οι  τελευταίοι  επιτέθηκαν  με  σφοδρότητα  στους  8.600  Αθηναίους  και  Πλαταιείς  οπλίτες,  και  τους  πολέμησαν  γενναία.  Αυτό το  γεγονός  δεν  προκαλεί  έκπληξη.  Οι  Θηβαίοι  δεν  ενδιαφέρονταν  να  βοηθήσουν  τους  Πέρσες  αλλά  να  νικήσουν  τους  προαιώνιους  εχθρούς  τους, τους  Αθηναίους. Οι  Θηβαίοι  ηττήθηκαν  αφήνοντας  300  νεκρούς  στο  πεδίο  και  υποχώρησαν  γρήγορα  προς  την  πόλη  τους.  Το  βοιωτικό  ιππικό φαίνεται  ότι  κάλυψε  την  υποχώρηση  τους και  γενικά  περιόρισε  τις  επιθέσεις όλων  των  Ελλήνων  συμμάχων.

Οι  Σπαρτιάτες  διάβηκαν  τον  Ασωπό  καταδιώκοντας  τους  ηττημένους  εχθρούς  και  έφτασαν  στο  περσικό  στρατόπεδο  στον  Σκώλο.  Δεν  μπόρεσαν  να  το καταλάβουν  αμέσως  επειδή  δεν  είχαν  ακόμη  σημαντική  πείρα  από  πολιορκίες.  Έτσι  κάλεσαν  τους  Αθηναίους  οι  οποίοι  φημίζονταν  ως  ικανοί  στις  τειχομαχίες.  Πράγματι, οι  γενναίοι  Αθηναίοι κατάφεραν  να  γκρεμίσουν  ένα  μέρος  του  τείχους  του  στρατοπέδου,  μετά  από  σκληρό  αγώνα  τειχομαχίας  με  τους  υπερασπιστές  του.  Από  το  ρήγμα  που  δημιουργήθηκε  στο  τείχος  εισήλθαν  πρώτοι  οι  Τεγεάτες, ακολουθούμενοι  από  Σπαρτιάτες  και Αθηναίους.  Οι  Ασιάτες  του  στρατοπέδου  σφαγιάστηκαν  μέχρι  ενός  από  τους  Έλληνες.

hoplite beauty

Μία  σπάνια  αναπαράσταση  οπλιτικής  οπλοσκευής  από  τον Αυστραλιανό  Σύλλογο  Ιστορικών  μελετών  ancienthoplitikon ,  η  οποία  συμπεριλαμβάνει  μεταξύ  των  άλλων  όπλων,  μία  θαυμάσια ορειχάλκινη  χαλκιδική  περικεφαλαία  με  κάλυψη  φολίδων,  βασισμένη  σε  αγγειογραφίες  Αθηναίων  και Αργείων  οπλιτών,  και  έναν  ορειχάλκινο   φολιδοθώρακα.  Το  συνολικό  αποτέλεσμα  αναδεικνύεται  περισσότερο   από  την  όμορφη  παρουσία  της  Αυστραλής  reenactor.

Ο  Ηρόδοτος  αναφέρει  ότι  οι  Έλληνες  του  κέντρου  της  παράταξης (Μεγαρείς, Φλειάσιοι, Κορίνθιοι  και  πολλοί  άλλοι), που  είχαν  λάβει  θέσεις  μπροστά  στην  πόλη  των  Πλαταιών,  δεν  συμμετείχαν  στην  τελική  σύγκρουση.  Εξάλλου ο  Αρτάβαζος, διοικητής  του  περσικού  κέντρου  που  θα  τους  αντιμετώπιζε, προτίμησε  να  μην  εμπλακεί  σε  μάχη.  Από  την  άλλη  πλευρά, υπάρχουν  στοιχεία  που  δείχνουν  ότι  οι  Έλληνες  του  κέντρου  πολέμησαν  στην  τελική  σύρραξη, έστω  και  περιορισμένα.  Αλλά  ακόμη  και  αν  δεν  πολέμησαν  σε  αυτήν, είναι  λάθος  να  θεωρείται  ότι  δεν  έχουν  κάποιο  μερίδιο  στη  νίκη.  Όπως  είδαμε, αυτές  οι  μονάδες  πλήρωσαν  σημαντικό  φόρο  αίματος  στην  δεύτερη  θέση  του  ελληνικού  στρατού, όταν  ήταν  οι  μόνες  που  βρίσκονταν  σε  πεδινό  έδαφος  και  που  δέχτηκαν  το  αφόρητο  σφυροκόπημα  του  περσικού  ιππικού.  Μετά  την  ήττα  των  δύο  πτερύγων  του  στρατού  του  Μαρδόνιου, οι  Έλληνες  του  κέντρου  κινήθηκαν  για  να  βοηθήσουν  στην  καταδίωξη  των  εχθρών.  Τότε  ένα  αποκομμένο  τμήμα  τους  δέχτηκε  την  επίθεση  του  θηβαϊκού  ιππικού, το  οποίο  σκότωσε  600  από  αυτούς.

Το  περσικό  σώμα  του  Αρτάβαζου  ενώθηκε  με  μερικούς  επιζώντες  της  πτέρυγας  του  Μαρδόνιου  και  υποχώρησε  προς  την  Φωκίδα.  Από  εκεί  επέστρεψε  στην  Ασία  διαβαίνοντας  τις  πρώην  υποτελείς  στους  Πέρσες  χώρες,  οι  οποίες  ήταν  πλέον  εχθρικές για  αυτούς.  Το  υπόλειμμα  της  περσικής  στρατιάς  δέχθηκε  επιθέσεις  και  είχε  επιπλέον  απώλειες.  Ιδιαίτερα  ισχυρό  ήταν  το  κτύπημα  που  δέχθηκε  στον  ποταμό  Στρυμώνα  από  τον  μακεδονικό  στρατό.

Οι  Έλληνες  είχαν  συνολικά  λίγες  απώλειες (περί  τους  1.000-1.500  άνδρες  κατά  το  πιθανότερο) ενώ  οι  Ασιάτες  μετρούσαν  με  βεβαιότητα  πολλές  δεκάδες  χιλιάδες  νεκρών, ανάμεσα  στους  οποίους  βρίσκονταν  ο  Μαρδόνιος  και  ο  Μασίστιος. Ένδεκα  ημέρες  μετά  την  μάχη  οι  Έλληνες  σύμμαχοι  άρχισαν  να  πολιορκούν  την  Θήβα.  Μετά  από  20  ημέρες  οι  Θηβαίοι  παρέδωσαν  τους  αρχηγούς  της  φιλοπερσικής  παράταξης  τους, η  οποία  οδήγησε  την  πόλη στον  «μηδισμό».  Αυτοί  μεταφέρθηκαν  στον  Ισθμό  όπου  εκτελέστηκαν, ανάμεσα  τους  και  ο  Τιμαγενίδας.  Η  πιο  σοβαρή  συνέπεια  για  την  Θήβα ήταν  η  διάλυση  του  Βοιωτικού  Κοινού, μια  εξέλιξη  που  φαίνεται  ότι  μεθοδεύτηκε  από  την  Αθήνα  η  οποία  μπορούσε  πλέον  να  επεμβαίνει  απερίσπαστη  στη  Βοιωτία.

α2

Σάκας/Σκύθης  τοξότης  με  τη  χαρακτηριστική  ενδυμασία  και  οπλοσκευή. Παρατηρήστε  τη  φαρέτρα.  Οι  Σάκες  συνιστούσαν  επίλεκτο  τμήμα  του  περσικού  στρατού  (αναπαράσταση  του  Βρετανικού  Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Hoplite  Association).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά, φαίνεται  πως  ο  Μαρδόνιος  προσπάθησε  να  κερδίσει  τη  νίκη  με  τη  συντριβή  του  εκλεκτότερου  σώματος  του  ελληνικού  στρατού, των  Σπαρτιατών.  Αλλά  έχασε  τη  μάχη  επειδή  συνέβη  το  αντίθετο:  το  επίλεκτο  σώμα  του  στρατού  του, οι  Πέρσες  και  οι  Μήδοι, συνετρίβη  από  το  επίλεκτο  τμήμα  των  Ελλήνων.  Η  ολοκληρωτική  νίκη  των  Λακεδαιμονίων  και  των  Τεγεατών  οφειλόταν  σε  μεγάλο  βαθμό  στην  μεγάλη  στρατηγική  ικανότητα  του  Παυσανία.  Ο  Σπαρτιάτης  στρατηγός  έχει  κατακριθεί  από  νεότερους  ιστορικούς  ότι  διέπραξε  σφάλματα  πριν  από  την  τελική  σύρραξη, κυρίως  για  την  επιλογή  της  δεύτερης  θέσης  των  ελληνικών μονάδων.  Όμως, δεν πρέπει  να  λησμονείται  ότι  ο  Παυσανίας  δεν διέθετε  ιππικό  που  θα  μπορούσε  να  αντιμετωπίσει  τους  Ασιάτες  ιππείς  και  ήταν  φυσικό  αυτό  το  δισεπίλυτο  πρόβλημα  να  τον  ωθήσει  σε  κάποιες  όχι  ιδιαίτερα επιτυχημένες  επιλογές.  Το  σημαντικό  είναι  ότι  στην  φάση  της  κρίσιμης  σύγκρουσης,  κατάφερε  να  παγιδεύσει  τον  Μαρδόνιο  με  τους  ελιγμούς  του  και  να  παρασύρει  τον  περσικό  στρατό  σε  έδαφος  ευνοϊκό  για  το  δικό  του  στράτευμα.  Η  εξουδετέρωση  του  εχθρικού  ιππικού  από  τις  τακτικές  κινήσεις  του  Παυσανία, αρκούν  για  να  αποδείξουν  τη  στρατηγική  ευφυΐα  του.

Η  μεγάλη  ελληνική  νίκη  στις  Πλαταιές  ανήκε  κυρίως  στον  σπαρτιατικό  στρατό.  Είναι  χαρακτηριστικό  ότι  ο  Αθηναίος  Αισχύλος, στην  σχετική  τραγωδία  του, βάζει  το  φάντασμα  του  Δαρείου  να  μιλάει  για  την  «αιματηρή  σπονδή  στην  χώρα  των  Πλαταιών  από  την δωρική  λόγχη».  Η  τραγωδία  του  «διδάχθηκε»  επανειλημμένα  μπροστά  στο  αθηναϊκό  κοινό, στοιχείο  που  δείχνει  την  αναγνώριση  από  τους  Αθηναίους  ότι  η  νίκη  στις  Πλαταιές  οφειλόταν  κατά  κύριο  λόγο  στους  Σπαρτιάτες.  Εξάλλου  η  Αθήνα  είχε  ήδη  «απολαύσει»  τη  δική  της  «μερίδα  του  λέοντος»  σε  βάρος  των  Περσών  εισβολέων,  στις  μεγάλες  νίκες  του  Μαραθώνα  και  της  Σαλαμίνας.

Περικλής   Δεληγιάννης

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ηρόδοτος  ΙΣΤΟΡΙΑ
  • Διόδωρος  ο  Σικελιώτης : ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΚΗ
  • Anderson  J. K. : MILITARY  THEORY  AND  PRACTICE  IN  THE  AGE  OF  XENOPHON, London  1970
  • Sekunda,  Nicholas  and  McBride, Angus : THE  ANCIENT  GREEKS,  Elite  Series, Osprey  publishing, Oxford  1990
  • IΣΤΟΡΙΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  ΕΘΝΟΥΣ,  Εκδοτική  Αθηνών  1970  κ.ε.
  • Adcock  F.E.: THE  GREEK  AND  MACEDONIAN  ART  OF  WAR, London  1957
  • Hanson  V. D.: HOPLITES.  THE  CLASSICAL  GREEK  BATTLE  EXPERIENCE, London  1991
  • THE  CAMBRIDGE  ANCIENT  HISTORY-  New  edition, Cambridge  1989-1999
  • Chrimes  K.M.T. : SPARTA.  A  RE-EXAMINATION  OF  THE  EVIDENCE, Manchester  1949 (Αναδημοσίευση, Oxford  1999)