Thorax1

  Κωδωνόσχημος  θώρακας  της  αρχαϊκής  περιόδου  με  εκτεταμένη  την  κωδωνοειδή  προεξοχή  της μέσης,  για  την  αποστράκιση  των  εχθρικών  βλημάτων (βελών, λίθων  κτλ).

Περσικοι πολεμοι χάρτης

Χάρτης των Περσικών πολέμων. Με πράσινο χρώμα το Περσικό Κράτος και με καφέ χρώμα τα ελληνικά κράτη που αντιστάθηκαν στην εισβολή. Τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη (με ‘ουδέτερο’ χρώμα) έμειναν ουδέτερα ή αναγκάσθηκαν να συνταχθουν με τους Ασιάτες. Η πράσινη γραμμή (συνεχόμενη και διακεκομμένη) συμβολίζει την πορεία του στρατού και του Ξέρξη. Plataea: Πλαταιές, Salamis: Σαλαμις, Marathon: Μαραθώνας, Thermopylae: Θερμοπύλαι.

.

Η μεγάλη νίκη των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας επί του στόλου των Περσών, εξασφάλισε τον έλεγχο της θάλασσας για την συμμαχία τους. Ο εχθρικός στόλος εξουδετερώθηκε και υποχώρησε στο ανατολικό Αιγαίο. Όμως, ο περσικός στρατός παρέμενε σχεδόν άθικτος. Ο Ξέρξης, φοβούμενος την πιθανότητα να αποκλειστεί στην Ελλάδα και τελικά να αιχμαλωτιστεί σε περίπτωση χερσαίας ήττας του, αποχώρησε «διακριτικά» στην Ασία θεωρώντας ότι οι στόχοι της εκστρατείας είχαν επιτευχθεί. Πριν φύγει, άφησε τον εξάδελφο και γαμβρό του, Μαρδόνιο, επικεφαλής του στρατού, προκειμένου να συνεχίσει τις επιχειρήσεις. Ο Μαρδόνιος ήταν επίμονος και γενναίος (το όνομα του σήμαινε «ανδρειωμένος» στην γλώσσα του, προερχόμενο από την ιρανική λέξη «mard» – «άνδρας»). Από την άλλη πλευρά, τον χειμώνα του 479 επήλθε μια αλλαγή στην σπαρτιατική στρατιωτική ηγεσία, η οποία αποδείχτηκε πολύ σημαντική για την ελληνική άμυνα απέναντι στους Πέρσες. Λίγο μετά την Σαλαμίνα, πέθανε ο Σπαρτιάτης βασιλικός επίτροπος (αντιβασιλέας) Κλεόμβροτος. Την θέση του κατέλαβε ο γιος του, Παυσανίας.
Ο Μαρδόνιος προσπάθησε αρχικά να προσεταιρισθεί τους Αθηναίους. Όμως οι μεγάλοι νικητές του Μαραθώνα απέρριψαν αγέρωχα δύο φορές τις δελεαστικότατες προτάσεις του, διαβεβαιώνοντας τους Σπαρτιάτες απεσταλμένους που παρευρίσκονταν στη Σαλαμίνα (ορμητήριο του αθηναϊκού στρατού και στόλου) ότι δεν θα πρόδιδαν ποτέ τους άλλους Έλληνες. Έως εκείνη την στιγμή οι Σπαρτιάτες χρονοτριβούσαν αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν τον Μαρδόνιο. Τότε δέχθηκαν ακόμη πιο έντονες τις πιέσεις των Αθηναίων, των Μεγαρέων, των Πλαταιέων και των Αιγινητών που οι χώρες τους είτε είχαν καταληφθεί από τους Πέρσες, είτε απειλούντο άμεσα από αυτούς. Οι Σπαρτιάτες υποχώρησαν μπροστά στο αίτημα των Ελλήνων συμμάχων τους και έστειλαν τον σπαρτιατικό στρατό με αρχηγό τον Παυσανία, να αντιμετωπίσει τους βαρβάρους οι οποίοι είχαν καταλάβει για δεύτερη φορά την Αττική.


Ο Μαρδόνιος εκκένωσε την Αττική όταν έμαθε ότι οι Σπαρτιάτες κινούνταν εναντίον του. Πριν εγκαταλείψει την Αθήνα, κατέστρεψε ότι είχε απομείνει από την πρώτη περσική κατάληψη της. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον λόγο της αποχώρησης του περσικού στρατού από την Αττική. Το έδαφος της δεν ήταν κατάλληλο για την δράση του περσικού ιππικού στο οποίο ο Μαρδόνιος στηριζόταν για να επιτύχει τη νίκη επί των Σπαρτιατών και των άλλων Ελλήνων. Επιπλέον αν ηττάτο στην Αττική, ο στρατός του κινδύνευε να απομονωθεί σε αυτήν και να καταστραφεί. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η Θήβα ήταν φιλική προς τους Πέρσες αλλά –το κυριότερο– η πεδιάδα της ήταν κατάλληλη για τη δράση των ιππέων τους.  Σχετικά με τον μηδισμό της Θήβας και της Βοιωτίας εκτός των Πλαταιών και Θεσπιών και μερικές αντιρρήσεις στον Ηρόδοτο, βλ. το άρθρο μου Ο ΜΗΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ο Πέρσης αρχιστράτηγος απέσυρε τον στρατό του ακολουθώντας την οδό που ακολουθεί την Δεκέλεια, διασχίζει την Πάρνηθα και καταλήγει στην Τανάγρα. Ο Παυσανίας οδήγησε τον πελοποννησιακό στρατό στα Μέγαρα όπου ενισχύθηκε με τον μεγαρικό στρατό και έπειτα στην Ελευσίνα, όπου ενώθηκε με τους Αθηναίους και τους Πλαταιείς πολεμιστές που είχαν διαπεραιωθεί εκεί από την Σαλαμίνα. Ο ενισχυμένος ελληνικός στρατός κατευθύνθηκε προς τα βόρεια και διέσχισε τον Κιθαιρώνα, καταλήγοντας στην Παρασωπία, όπως ονομαζόταν η νότια περιοχή της Βοιωτίας επειδή διαρρέεται από τον ποταμό Ασωπό. Κατέληξε στην βοιωτική πολίχνη των Ερυθρών, ακολουθώντας μάλλον την διάβαση των Δρυός Κεφαλών. Ο Μαρδόνιος δεν εμπόδισε την διάβαση του Κιθαιρώνα από τον ελληνικό στρατό επειδή προσπαθούσε να τον παρασύρει στην βοιωτική πεδιάδα. Φαινόταν ότι είχε καταφέρει να παρασύρει τους αντιπάλους του σε πεδίο κατάλληλο για να τους συντρίψει με το ιππικό του. Οι Έλληνες σύμμαχοι δεν διέθεταν ιππικό, εφόσον οι Βοιωτοί, οι Θεσσαλοί και οι Μακεδόνες, οι μόνοι ελληνικοί λαοί που διατηρούσαν αξιόλογες ιππικές μονάδες, πολεμούσαν για λογαριασμό των Περσών. Αλλά οι Έλληνες σύμμαχοι δεν παρασύρθηκαν από την ύποπτη αδράνεια των εχθρών, όπως ήλπιζε ο Μαρδόνιος και διέκοψαν την προέλαση τους στα νότια του Ασωπού. Ο λόγος της διακοπής ήταν η μορφολογία του εδάφους της Παρασωπίας. Στα βόρεια του ποταμού το έδαφος ήταν πεδινό, κατάλληλο για την δράση ιππικού. Αντίθετα στα νότια του, το έδαφος διακοπτόταν από χαραδροειδή ρήγματα και λοφοσειρές και ήταν κατάλληλο για την προστασία του ελληνικού στρατού από τους Ασιάτες ιππείς.
Είναι προφανές ότι ο στρατηγικός στόχος του Πέρση στρατηγού ήταν η μάχη εναντίον των Ελλήνων να δοθεί στην πεδιάδα βόρεια του Ασωπού. Ο σκοπός των τελευταίων ήταν να παρασύρουν τον εχθρικό στρατό σε σύρραξη νότια του ποταμού, όπου το περίφημο ιππικό των ιρανικών εθνών θα ήταν σε μεγάλο βαθμό άχρηστο. Ο Μαρδόνιος είχε προετοιμαστεί για την συνάντηση με τους Έλληνες συγκεντρώνοντας τον στρατό του βόρεια του ποταμού. Είχε τάξει τους Πέρσες στο δεξιό κέρας της παράταξης του, τα άλλα έθνη του περσικού κράτους στο κέντρο και τους Έλληνες υποτελείς του στο αριστερό κέρας. Πίσω από την παράταξη του, ο στρατός του Μαρδόνιου κατασκεύασε στον Σκώλο, κοντά στην Θήβα, ένα οχυρωμένο στρατόπεδο πλευράς δέκα σταδίων. Νότια του Ασωπού, μεταξύ αυτού, των Ερυθρών και των Πλαταιών, ο Μαρδόνιος είχε παρατάξει μονάδες προφυλακής.

Οι Έλληνες σύμμαχοι εγκατέστησαν τα στρατόπεδα τους στις βόρειες υπώρειες του Κιθαιρώνα, στην περιοχή νότια του Ασωπού, περίπου μεταξύ των Ερυθρών και της κώμης των Υσιών, σε έδαφος προστατευμένο από το ασιατικό ιππικό. Οι επιμέρους στρατοί των πόλεων-κρατών που αποτελούσαν το συνολικό στράτευμα τοποθετήθηκαν έως εξής: ο σπαρτιατικός στρατός κατέλαβε την δεξιά τιμητική πτέρυγα, οι άλλες ελληνικές μονάδες εγκαταστάθηκαν στο κέντρο και οι Αθηναίοι κατέλαβαν την αριστερή πτέρυγα.

Μετά από ένα χρονικό διάστημα αναμονής, ο Μαρδόνιος διέταξε τον Μασίστιο, διοικητή του ιππικού του, να επιτεθεί στους Έλληνες. Επρόκειτο για μια ενέργεια μερικώς «αναγνωριστική» και μερικώς τακτικού ελιγμού. Χαρακτηρίζεται ως τακτική κίνηση επειδή ήλπιζε ότι οι Έλληνες θα παρασύρονταν στην διάβαση του Ασωπού. Η τελευταία άποψη επιτείνεται από το στοιχείο ότι το περσικό ιππικό δεν επιτέθηκε με την συνήθη προσεκτική τακτική του, αλλά ορμητικά, κατά μέτωπο στους σιδηρόφρακτους Έλληνες οπλίτες. Οι Μεγαρείς οπλίτες δέχθηκαν μεγάλη πίεση λόγω της ακαταλληλότητας του πεδινού εδάφους όπου βρίσκονταν για άμυνα. Ειδοποίησαν τον Παυσανία για την δυσχερή θέση τους και τότε έσπευσαν να τους βοηθήσουν 300 Αθηναίοι επίλεκτοι οπλίτες και τοξότες που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση. Οι Αθηναίοι διέθεταν τοξότες, στρατιωτικό σώμα κατάλληλο για την αντιμετώπιση των ιππέων. Με την άφιξη τους, η συμπλοκή έγινε πιο σφοδρή και οι Αθηναίοι κατάφεραν να σκοτώσουν τον ίδιο τον Μασίστιο. Ωστόσο, οι Ασιάτες ιππείς συνέχιζαν να πολεμούν και η σύρραξη γενικεύθηκε με την είσοδο σε αυτήν περισσότερων ελληνικών μονάδων. Όταν οι τελευταίες αυξήθηκαν σημαντικά, το περσικό ιππικό υποχώρησε.
Έτσι έληξε η επιθετική προσπάθεια του Μαρδόνιου. Η πρωτοβουλία πέρασε στον Παυσανία που μετακίνησε τον στρατό του προς τα δυτικά, στην περιοχή των Πλαταιών, περνώντας από τις Υσιές και ακολουθώντας τους βόρειους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τον λόγο αυτής της απόφασης του. Εντούτοις, η περιοχή των Πλαταιών είναι πιο πεδινή από την πρώτη θέση στρατοπέδευσης των Ελλήνων και φαίνεται ότι ο Παυσανίας «έριχνε το γάντι» στον Μαρδόνιο, καλώντας τον να στείλει ξανά το ιππικό του. Όπως θα δούμε, μάλλον σκόπευε να χρησιμοποιήσει την τακτική της διπλής υπερκέρασης έναντι των Περσών. Ένας άλλος λόγος μετακίνησης του ελληνικού στρατού στη νέα (δεύτερη) θέση του είναι ενδεχομένως η έλλειψη νερού στην παλαιά.
Οι Σπαρτιάτες παρατάχθηκαν πάλι στο δεξιό κέρας, κοντά στην Γαργαφία κρήνη και οι Αθηναίοι στο αριστερό. Και οι δύο είχαν εγκατασταθεί σε λόφους. Ο λόφος των Αθηναίων είχε το χαρακτηριστικό όνομα «Πύργος». Τα άλλα ελληνικά στρατεύματα έλαβαν θέση στην πεδιάδα ανάμεσα στους δύο λόφους, εκτεθειμένα στο εχθρικό ιππικό. Μόλις ο Μαρδόνιος αντιλήφθηκε την μετακίνηση του ελληνικού στρατού, μετατόπισε και αυτός το στράτευμα του προς τα δυτικά, πάντοτε στα βόρεια του Ασωπού και απέναντι από τους αντιπάλους του.

ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΩΝ

Ο Ηρόδοτος αναφέρει τις αριθμητικές δυνάμεις των δύο αντιμαχόμενων, οι οποίες έχουν γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων: ο Μαρδόνιος διέθετε 300.000 πολεμιστές ενώ ο Παυσανίας διοικούσε 38.700 οπλίτες και 71.300 ψιλούς πολεμιστές, συνολικά 110.000 άνδρες.
Το πιθανότερο είναι ότι οι 300.000 πολεμιστές του Μαρδόνιου αντιπροσωπεύουν τον αριθμό των πολεμιστών και των πληρωμάτων του στόλου του Ξέρξη κατά την αρχή της εισβολής στην Ελλάδα, από τους οποίους οι 120.000 ήταν τα πληρώματα του στόλου. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ξέρξης έφυγε στην Ασία μετά τη Σαλαμίνα με ένα σημαντικό μέρος του στρατού για την ασφάλεια του, κάποιες φυσιολογικές απώλειες λόγω ασθενειών αλλά και την ενίσχυση του Περσικού στρατού με τους Ελληνες υποτελείς και συμμάχους, τότε στις Πλαταιές οι Πέρσες πρέπει να διέθεταν περί τις 150.000 άνδρες, μαχίμους και μη-μάχιμους βοηθητικούς.
Ο τρόπος με τον οποίο ο στρατός των Αχαιμενιδών προσπαθούσε να επιβληθεί επί του αντιπάλου του δεν ήταν μέσω της τακτικής του, κάποιου ανώτερου εξοπλισμού των ανδρών του ή με την μαχητικότητα τους, αλλά με τους πολύ μεγάλους αριθμούς των πολεμιστών του. Με αυτούς οι Πέρσες στρατηγοί προσπαθούσαν να συνθλίψουν τον αντίπαλο στρατό είτε με τα ατέρμονα τοξεύματα, ή αν χρειαζόταν αγχέμαχη σύρραξη, με την πίεση των σωμάτων εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών. Το μόνο τμήμα του αχαιμενιδικού στρατού που πολεμούσε κατά κάποιον τρόπο «ορθόδοξα» από στρατιωτικής άποψης, ήταν το ιππικό του. Το τελευταίο ήταν εκλεκτής ποιότητας, αποτελούμενο σχεδόν εξολοκλήρου από Ιρανούς: Πέρσες, Μήδους, Σαγαρτίους, Σάκες και Σακαυράκες, Βακτρίους, κ.α. Επρόκειτο για λαούς έμπειρους στην ιππική τέχνη και την ιππομαχία. Αντίθετα το πεζικό του Μαρδόνιου ήταν στην πλειοψηφία του χαμηλής ποιότητας, αποτελούμενο στο μεγαλύτερο μέρος του από ελαφρά οπλισμένους πολεμιστές, προερχόμενους από τα ίδια ιρανικά έθνη και από τους πολλούς άλλους λαούς της αυτοκρατορίας. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλων αριθμών ανδρών δεν θα ήταν δύσκολη για τους Πέρσες επειδή εκτός των άλλων, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες δαπάνες για τον ελαφρότατο εξοπλισμό τους (έχει εκτιμηθεί ότι αρκετοί από αυτούς ήταν εξοπλισμένοι με απλά κυνηγετικά όπλα). Επιπλέον θεωρείται βέβαιο ότι πολλοί από αυτούς δεν ήταν μάχιμοι αλλά απλοί βοηθητικοί, υπηρέτες και υπεύθυνοι για τον ανεφοδιασμό και την επιμελητεία. Εξάλλου μία αυτοκρατορική στρατιά η οποία επιχειρούσε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα Σούσα και την Περσέπολη, χρειαζόταν προφανώς μεγάλο αριθμό τέτοιων μη-μάχιμων ανδρών.

α1

Ελληνας   οπλίτης  με  κορινθιακό  κράνος,  Οπλον (ασπίδα)  και  μία  κοπίδα  ακουμπισμένη  στον  ώμο  του ( αναπαράσταση  του  Βρετανικού  Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Hoplite Association).

.

Μερικοί ερευνητές έχουν ορθά επιχειρήσει να υπολογίσουν το μέγεθος του περσικού στρατού από τον αριθμό των ανδρών που μπορούσαν να στρατωνιστούν στο περσικό στρατόπεδο όπως το περιγράφει ο Ηρόδοτος. Όπως σημειώνεται στη Βικιπαιδεια, οι αριθμοί αυτών των υπολογισμών κυμαίνονται μεταξύ 70.000 και 120.000. Ο ιστορικός Λάζενμπυ υπολογίζει 70.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 10.000 ιππέων, κάνοντας σύγκριση του στρατοπέδου με τα μεταγενέστερα ρωμαϊκά, το οποίο είναι κατά την άποψη μου σφάλμα. Τα ρωμαϊκά στρατόπεδα δεν μπορούν να συγκριθούν με τα περσικά τέσσερις με πεντε αιώνες νωρίτερα για πολλούς και διάφορους λόγους. Μόνο το εξελιγμένο και εξειδικευμένο συνολικό στρατιωτικό υλικό που διέθετε ο ρωμαϊκός στρατός, από τις πανοπλίες έως τις πολιορκητικές μηχανές, τον βαρύ εξοπλισμό του μηχανικού σώματος κτλ, τα οποία γενικά δεν διέθετε ο Περσικός στρατός, χρειαζόταν μεγάλους χώρους αποθήκευσης. Γι’ αυτό η εκτίμηση του Λάζενμπυ είναι μάλλον χαμηλή. Εξάλλου δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος κατά τα άλλα πολύ σημαντικός ιστορικός έχει πέσει και σε σφάλμα υπολογισμού αρχαίων στρατιωτικών δυνάμεων (πχ βλεπε στη σελ. 28 του βιβλίου του THE FIRST PUNIC WAR, 1996).
Για ανάλογους λόγους, απορρίπτω την εκτίμηση του Γερμανού Delbrück, ο οποίος βασίστηκε στην απόσταση που διένυσε ο περσικός στρατός σε μία ημέρα όταν η Αθήνα δέχθηκε επίθεση, και ο οποίος κατέληξε σε έναν αριθμό 75.000 ανδρών, μαχίμων και βοηθητικών. Εκτός από το γεγονός ότι ένα τέτοιο κριτήριο για τον υπολογισμό της περσικής δύναμης δεν είναι αξιόπιστο (πχ δεν αποκλείεται ο Μαρδόνιος να είχε αφήσει ένα μεγάλο μέρος του στρατού στη Βοιωτία για να βαδίσει πιο γρήγορα), η δυναμη του περσικού στρατού δεν μπορούσε ποτέ να είναι τόσο μικρή, επειδή η κύρια μέθοδος επικράτησης του εναντίον ενός εχθρικού στρατού δεν ήταν οι τακτικές του ή ο ανώτερος εξοπλισμός του ή ότι άλλο, αλλά η συντριπτική υπεροχή του σε στρατιωτικό δυναμικό. Όπως είδαμε, οι Πέρσες επιχειρούσαν να νικήσουν τους αντιπαλους τους κυρίως με το να τους συνθλίψουν με το βάρος των πολυάριθμων Ασιατών και Αιγυπτίων πολεμιστών τους ή με τα αμέτρητα βέλη που αυτοί εκτόξευαν ή με τους κολοσσιαίους στόλους τριήρων που μπορούσαν να συγκεντρώσουν.
Ο Πήτερ Κόννολλυ έχει υπολογίσει τον αριθμό του Περσικού στρατού με βάση το μέγεθος του περσικού στρατοπέδου σε 120.000 ο οποίος είναι ένας πιο λογικός αριθμός. Ωστόσο επισημαίνω ένα σφάλμα που έχουν κάνει όλοι οι προαναφερόμενοι ερευνητές: λησμονούν ότι ο Μαρδόνιος διέθετε στην άμεση περιοχή ένα ακόμη μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατόπεδο: το άστυ της Θήβας όπως και άλλων γειτονικών πόλεων της Βοιωτίας. Η Θήβα και οι άλλες βοιωτικές πόλεις μπορούσαν να λειτουργήσουν ως στρατόπεδα τουλάχιστον για τους περισσότερους Ελληνες συμμάχους των Περσών οι οποίοι αριθμούσαν συνολικά 50.000 όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος. Αν προσθέσουμε τον προαναφερόμενο αριθμό των 120.000 ανδρών του περσικού στρατοπέδου κατά τον Κόννολλυ στον αριθμό των ανδρών που μπορούσαν να στρατωνιστούν στη Θήβα και τις άλλες γειτονικές πόλεις, έχουμε έναν τελικό αριθμό τουλάχιστον 150.000 ανδρών ο οποίος είναι ο ίδιος με τον αριθμό που εκτιμήσαμε ανωτέρω.
Μερικοί ερευνητές έχουν εκτιμήσει ότι οι μάχιμοι του Μαρδόνιου δεν υπερέβαιναν τις 100.000 μαζί με τους «μηδίζοντες» Έλληνες, και αυτή είναι και η δική μου αναθεωρημένη εκτίμηση. Γενικά είναι πιθανό είναι ότι σε κάθε μάχιμο Ασιάτη αντιστοιχούσε ένας μη-μάχιμος βοηθητικός, ο οποίος όμως μπορούσε να οπλισθεί με ακόντιο ή άλλο ελαφρύ όπλο σε περίπτωση ανάγκης. Συνεπώς από τους προαναφερόμενους 150.000 άνδρες που οι Πέρσες είχαν συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή των Πλαταιών, οι πραγματικοί μάχιμοι αριθμούσαν 75-100.000 ανάλογα με την κρισιμότητα της σύρραξης. Προς το τέλος της μάχης των Πλαταιών αρκετοί βοηθητικοί θα εξοπλίσθηκαν εσπευσμένα ανεβάζοντας τη μάχιμη δύναμη στις 100.000 αλλά αρκετοί μάχιμοι ήταν χαμηλής ποιότητας.

Σχετικά με τους «μηδίζοντες» Έλληνες που πολέμησαν υπέρ των Περσών, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι συνολικά αριθμούσαν 50.000 άνδρες. Δεν είναι δύσκολο να υπολογίσουμε τις δυνάμεις που έδωσαν στον Μαρδόνιο, βασιζόμενοι στους αριθμούς που παρέτασσαν γενικά. Οι ψιλοί και άλλοι ελαφρά οπλισμένοι των Μακεδόνων, των Θεσσαλών και των περιοίκων των τελευταίων (Μαλιείς, Περραιβοί, κ.α.) αριθμούσαν λίγες δεκάδες χιλιάδων ανδρών, αλλά είναι γνωστό ότι δεν επρόκειτο για αξιόμαχα στρατεύματα και είναι αμφίβολο αν ο Μαρδόνιος τόλμησε να τα τάξει απέναντι στους Έλληνες συμμάχους οπλίτες. Επιπροσθέτως, αυτά τα ελληνικά φύλα δεν διέθεταν οπλίτες. Αντίθετα, το μακεδονικό και το θεσσαλικό ιππικό είχε αξία ανάλογη με εκείνη των Ασιατών ιππέων. Είναι γνωστό ότι οι Θεσσαλοί διέθεταν περίπου 6.000 ιππείς αλλά ο αριθμός αυτών που κινητοποιούσαν συνήθως για εκστρατεία ήταν το πολύ 2.000, όπως φαίνεται από διάφορες αρχαίες αναφορές (με πιο γνωστή τη συμμετοχή 1.800 Θεσσαλών ιππέων στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Ο αριθμός των 2.000 Θεσσαλών ιππέων στον στρατό του Μαρδόνιου είναι ο πιο πιθανός. Επίσης γνωρίζουμε ότι η Μακεδονία πριν από τον Φίλιππο Β΄ διέθετε 1.000-2.000 ιππείς (όπως αποδείχθηκε στον Πελοποννησιακό πόλεμο), οπότε αναλογικά με την προαναφερόμενη συνεισφορά θεσσαλικού ιππικού στους Πέρσες, οι Μακεδόνες ιππείς των τελευταίων δεν θα αριθμούσαν πάνω από 500. Οι ελληνικές αποικίες στη Χαλκιδική και τη Θράκη, δεν έδωσαν χερσαίες δυνάμεις επειδή είχαν επιβαρυνθεί με την παροχή πολεμικών πλοίων και πληρωμάτων για τον περσικό στόλο. Αν λάβουμε υπόψη τις στρατιωτικές δυνάμεις που κινητοποιούσαν συνήθως οι Βοιωτοί κατά τους 5ο-4ο αιώνες π.Χ., καθώς και το γεγονός ότι οι Πλαταιείς και οι Θεσπιείς πολεμούσαν υπέρ των Ελλήνων συμμάχων, οι μάχιμοι που οι πρώτοι έδωσαν στον Μαρδόνιο θα ήταν το πολύ 5.000 οπλίτες και 500-1.000 ιππείς. Ανάλογοι υπολογισμοί μας οδηγούν στην εκτίμηση των Φωκέων και των Λοκρών του περσικού στρατού σε 2.000 οπλίτες και (λίγους) ιππείς.

Illyriko kranos

Δωρικό  κράνος  Ιλλυρικού  τύπου.  Επινοήθηκε  από  τους  Δωριείς  αλλά  αργότερα  έγινε  δημοφιλές   στην  Ιλλυρία.

Συνολικά οι «μηδίζοντες» Έλληνες μπορούσαν να παράσχουν στον περσικό στρατό το πολύ 7.000 οπλίτες και 3-3.500 ιππείς καθώς και μερικές δεκάδες χιλιάδες ψιλούς. Ο Ηρόδοτος αναφερει ότι αποτελούσαν το δεξιό κέρας της περσικής παράταξης, κάτι που ίσως δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι αποτελούσαν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του περσικού στρατού. Αλλά ο ίδιος ο αρχαίος ιστορικός διευκρινίζει ότι τα «στρατεύματα κρούσης» του Μαρδόνιου, δηλαδή οι ιρανικοί λαοί (Πέρσες, Μήδοι, Σάκες, Βάκτριοι), οι Ινδοί και οι Έλληνες υποτελείς του, είχαν μαζί τους και τους πολυαριθμότερους πολεμιστές από τα άλλα έθνη του κράτους των Αχαιμενιδών (Θράκες, Φρύγες, Μυσοί, Αιθίοπες, Αρμένιοι, Άραβες, Αιγύπτιοι και πολλοί άλλοι). Αυτοί είχαν παραταχθεί προφανώς πίσω από τους «μηδίζοντες» Έλληνες, τους Ιρανούς και τους Ινδούς (κατά την περσική τακτική), ή ενδεχομένως και στα πλάγια τους, αποτελώντας εντούτοις την πλειοψηφία του στρατού του Μαρδόνιου.
Συμπερασματικά, οι Ελληνες σύμμαχοι και υποτελείς των Περσών πιθανώς ήταν 50.000 αλλά προφανώς σε αυτόν τον αριθμό περιλαμβάνονταν και αρκετές χιλιάδες μη-μάχιμοι βοηθητικοί.

Περνώντας στους Ελληνες συμμαχους, ο σπαρτιατικός στρατός στις Πλαταιές αποτελείτο από 50.000 άνδρες σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Πρόκειται οπωσδήποτε για έναν αριθμό ανδρών που μπορούσαν να διαθέσουν η Λακωνία και η Μεσσηνία. Από αυτούς οι 10.000 ήταν οπλίτες (5.000 Σπαρτιάτες και 5.000 περίοικοι) και οι 40.000 ήταν ψιλοί-βοηθητικοί (35.000 είλωτες και 5.000 περίοικοι). Κάθε Σπαρτιάτης συνοδευόταν από επτά είλωτες. Οι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες συνοδεύθηκαν στο δεξιό κέρας από τους πιστούς 1.500 Τεγεάτες συμμάχους τους. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες θα πολεμούσαν εναντίον των Περσών πολεμιστών που είχαν μετακινηθεί απέναντι τους. Οι 8.000 Αθηναίοι οπλίτες πλαισιώθηκαν από 3.000 Μεγαρείς και 600 Πλαταιείς οπλίτες, αποτελώντας την αριστερή πτέρυγα που επρόκειτο να αντιμετωπίσει τους «μηδίζοντες» Έλληνες. Οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι του κέντρου, 15.600 οπλίτες συνολικά, θα αντιμετώπιζαν τους Μήδους, τους Σάκες, τους Βακτρίους και τους Ινδούς όπως τους είχε τάξει ο Μαρδόνιος. Οι Τεγεάτες, καθώς και οι ελληνικές δυνάμεις της αριστερής πτέρυγας και του κέντρου, συνοδεύονταν από ψιλούς πολεμιστές ίσης περίπου δύναμης με τους αντίστοιχους οπλίτες. Ειδικά οι Αθηναίοι διέθεταν σώμα 800 τοξοτών. Όπως αναφέραμε, και ο αριθμός των 110.000 Ελλήνων μαχητών έχει θεωρηθεί εξογκωμένος από ξένους ιστορικούς. Ωστόσο οι ελληνικές περιοχές που αντιστάθηκαν στους Πέρσες μπορούσαν να συγκεντρώσουν 110.000 άνδρες για μια μάχη «υπέρ βωμών και εστιών». Εξάλλου από αυτούς, οι 71.300 ήταν ελαφρά οπλισμένοι μάχιμοι («ψιλοί» και άλλοι) και μόνο οι 38.700 ήταν οπλίτες.
Αλλά και από τους ελαφρά οπλισμένους, δεν ήταν όλοι μάχιμοι. Οι σύγχρονοι ερευνητές έχουν αμφισβητήσει κυρίως τον αριθμό των 35.000 ειλώτων αλλά δεν φαίνεται να έχουν δίκαιο επειδή οι συγκεκριμένοι είλωτες είχαν έρθει μαζί με τους Σπαρτιάτες κυρίους τους προκειμένου να μην επαναστατήσουν αν παρέμεναν στις εστίες τους. Ήταν ένα μέτρο των Σπαρτιατών προκειμένου να αποφύγουν μία επανάσταση ειλώτων στην πατρίδα τους, στα νώτα τους, ενώ αυτοί θα πολεμούσαν τους Πέρσες. Λαμβάνοντας υπόψη την αναλογία οπλιτών: ψιλών για τις άλλες πόλεις-κράτη που έστειλαν δυνάμεις στις Πλαταιές η οποία ήταν 1:1 μάλλον το ίδιο συνέβαινε και με τους Σπαρτιάτες και τους ειλωτες που τους συνόδευαν. Δηλαδή από τους επτά είλωτες που συνόδευαν κάθε Σπαρτιάτη οπλίτη, μόνο ο ένας ήταν ελαφρά οπλισμένος ενώ οι άλλοι έξι ήταν μη-μάχιμοι βοηθητικοί. Δηλαδή οι 30.000 είλωτες (από τους 35.000 συνολικά) ανήκαν στην τελευταία κατηγορία και έτσι από τους 110.000 Ελληνες στις Πλαταιές, μόνο οι 80.000 ήταν μάχιμοι. Πιθανώς όμως και άλλοι από τους Ελληνες «ελαφρά οπλισμένους» που συνόδευαν τους οπλίτες, να ήταν στην πραγματικότητα βοηθητικοί, οπότε ο αριθμός των μαχίμων μειώνεται σε λιγότερους από 80.000.

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ και ΝΕΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Η νέα θέση που επέλεξε ο Παυσανίας για να παρατάξει τον στρατό του έχει γίνει αντικείμενο έρευνας για τους περισσότερους μελετητές που δυσκολεύονται να κατανοήσουν την σκέψη του. Το πιθανότερο –όπως έχει εκτιμηθεί– είναι ότι ο Σπαρτιάτης αρχιστράτηγος σκόπευε να χρησιμοποιήσει την τακτική της διπλής υπερκέρασης του εχθρικού στρατού, με την οποία ο Μιλτιάδης είχε συντρίψει τους Πέρσες στον Μαραθώνα ένδεκα χρόνια πριν. Μάλλον ήλπιζε ότι το εχθρικό ιππικό θα επιτιθόταν στο ελληνικό κέντρο που βρισκόταν σε πεδινό έδαφος και έτσι τα δύο ελληνικά κέρατα –Σπαρτιάτες και Αθηναίοι– θα έβρισκαν την ευκαιρία να το περικυκλώσουν και να το καταστρέψουν. Αν εξοντωνόταν το εχθρικό ιππικό, που ήταν το μόνο επίφοβο τμήμα του περσικού στρατού για τους Έλληνες συμμάχους, το πεζικό του Μαρδόνιου δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει την επίθεση των τελευταίων (ούτε οι περίπου 7.000 «μηδίζοντες» Έλληνες οπλίτες).

β2

        Ελληνες  οπλίτες  και  τοξότης  σε  άμυνα,  αναμένουν  την  επίθεση  των  Ασιατών (ευγενική    χορηγία    του    Συλλόγου    Ιστορικών    Μελετών  ‘Κορύβαντες‘.  Ο  οπλισμός  κατασκευάσθηκε  από  τον  Δημήτρη  Κατσίκη).

.

Ο Παυσανίας και ο Μαρδόνιος κράτησαν τα στρατεύματα τους αδρανή, περιμένοντας ο ένας την επίθεση του άλλου. Την όγδοη ημέρα μετά από την μετατόπιση των δύο στρατών στη δεύτερη θέση τους, ο Μαρδόνιος, ύστερα από εισήγηση του Θηβαίου Τιμαγενίδα, έστειλε το ιππικό του να αποκλείσει την διάβαση του Κιθαιρώνα από όπου οι Έλληνες ανεφοδιάζονταν. Οι Ασιάτες ιππείς συνάντησαν μία πομπή 500 ζώων που μετέφεραν τρόφιμα και άλλα εφόδια για τους Έλληνες πολεμιστές, την οποία εξολώθρευσαν. Μετά από αυτό, οι ιππείς του εχθρού διενεργούσαν επιθέσεις επί δύο ημέρες ενάντια στο ελληνικό στράτευμα, περιορίζοντας το στις θέσεις του. Το αποτέλεσμα ήταν οι Έλληνες να μην έχουν στην διάθεση τους πλέον το νερό του Ασωπού.
Την ενδέκατη ημέρα μετά από τη νέα στρατοπέδευση, ο Μαρδόνιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο ο Πέρσης αρχιστράτηγος διαφώνησε έντονα με τον Αρτάβαζο. Ο Μαρδόνιος επέμενε στην επίθεση του στρατού εναντίον των Ελλήνων ενώ ο Αρτάβαζος θεωρούσε ότι το στράτευμα έπρεπε να υποχωρήσει στην Θήβα προκειμένου να εξασφαλίσει την τροφοδοσία του και να αμυνθεί καλύτερα. Ο Αρτάβαζος θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να δοθεί μάχη έτσι ώστε να υπάρχει χρόνος για να εξαγοράσουν οι Πέρσες όσους μπορούσαν περισσότερους υψηλά ιστάμενους των ελληνικών πόλεων. Ο Μαρδόνιος επειγόταν να δώσει μάχη λόγω του προβλήματος ανεφοδιασμού του πολυάριθμου στρατού του, επειδή το δυτικό Αιγαίο ελεγχόταν πλέον από τον ελληνικό στόλο. Είναι προφανές ο Μαρδόνιος φοβόταν ότι αργά ή γρήγορα οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις θα περνούσαν στην επίθεση προκειμένου να εκδιώξουν τελείως από το Αιγαίο τον περσικό στόλο ο οποίος ναυλοχούσε στην Σάμο. Μια νίκη των Ελλήνων εκεί, θα προκαλούσε τη γενική εξέγερση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Θράκης. Την επανάσταση αυτών θα ακολουθούσαν σε λίγο οι Θράκες, οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί και οι Βοιωτοί. Σε αυτήν την περίπτωση ο περσικός στρατός θα απομονωνόταν στην Ελλάδα όπου θα εξολωθρευόταν.
Για αυτούς τους λόγους, ο Μαρδόνιος παρέκαμψε τις αντιρρήσεις του Αρταβάζου και των υποστηρικτών του και την επόμενη ημέρα διέταξε γενική επίθεση του ιππικού του εναντίον του ελληνικού στρατού. Το περσικό ιππικό κατάφερε να απωθήσει τους Έλληνες από τον χώρο της Γαργαφίας από την οποία προμηθεύονταν νερό πολλοί από αυτούς και να αχρηστεύσει την κρήνη. Οι Έλληνες είχαν ήδη χάσει την επαφή με τον Ασωπό ενώ ο ανεφοδιασμός τους ήταν προβληματικός μετά την καταστροφή της εφοδιοπομπής στο πέρασμα των Δρυός Κεφαλών. Υπό το φάσμα της δίψας και της πείνας του ελληνικού στρατού, συγκλήθηκε έκτακτο πολεμικό συμβούλιο από τον Παυσανία. Οι Έλληνες στρατηγοί αποφάσισαν την μετακίνηση του στρατού στην περιοχή των Πλαταιών κατά την διάρκεια της νύκτας, σε θέσεις όπου θα εξασφαλιζόταν το νερό, ο ανεφοδιασμός και η προστασία των ανδρών.

Η  συνέχεια  στο  Β΄  ΜΕΡΟΣ.

Περικλής  Δεληγιάννης