ottoman-sipahy-armour-1530

Οθωμανός  σπαχής  του  1530 μ.Χ.  σε  πίνακα  του  συγγραφέα  και  εικονογράφου  Β.  Βούκσιτς.  Του  ίδιου  είδους  πανοπλίa,  περικεφαλαία  και  εξάρτηση  έφεραν  και  οι  Kαπυκιουλού  ιππείς  (credit: V.  Vuksic).

.

Οι  16ος -17ος  αιώνες  ανηκαν στην  περίοδο  της  μέγιστης  οθωμανικής  ακμής. Η  οθωμανική  δυναστεία  είχε  επεκτείνει  τα  σύνορα  της  αυτοκρατορίας  από  το  Μαρόκο  έως  το  Ιράν  και  από  τη  Βιέννη  έως  το  Σουδάν. Ωστόσο  η  «τουρκική»  δυναστεία  είχε  ήδη  περισσότερο  ευρωπαϊκή  καταγωγή  παρά  τουρκική,  λόγω  του  γεγονότος  ότι  οι  βασιλομήτορες  της  ήταν  συντριπτικά  ινδοευρωπαϊκής και καρθβελικής καταγωγής  (Αρμένισσες,  Ελληνίδες,  Σλάβες,  Κιρκάσιες  κ.ά.).

Εως  το  1520,  ο  σουλτάνος  Σελίμ  Α΄,  είχε  κατακτήσει  την  Κιλικία,  την  Ανατολική  Καππαδοκία,  την  Ανω  Μεσοποταμία,  τη  Συρία,  την  Παλαιστίνη,  την  Αίγυπτο,  τη  Μέκκα,  τη  Μεδίνα  και  το  Αλγέρι.  Τότε  προστέθηκαν  στον  οθωμανικό  στρατό  και  στόλο  ως  οργανικές  αλλά  αυτόνομες  στρατιωτικές  δυνάμεις,  οι  ικανοί  Μαμελούκοι  μάχιμοι  (Τούρκοι,  Κιρκάσιοι, Σλάβοι και Ελληνες  πρώην  δούλοι  και  έπειτα  κυρίαρχοι  της  Αιγύπτου)  και  οι  Αλγερινοί  Αραβοβέρβεροι  θαλασσομάχοι  με  τα  πολεμικά  πλοία  τους (βλ. παρακάτω),  αλλά  και  πολυάριθμοι  Ασιατικοί  Αραβες  υποτελείς  πολεμιστές.

turkish galley warship

Οθωμανική  γαλέρα  της  εποχής.  Δεν  διαφέρει  σημαντικά  από  τις  γαλέρες  των  χριστιανικών  κρατών  της  Μεσογείου.  Εξάλλου  οι  Οθωμανοί  χρησιμοποιούσαν  τους  ίδιους  ναυπηγούς.

.

Οι  εκστρατείες  του  Σουλεϋμάν  Α΄ (γνωστός  στην  Ευρώπη  παραδόξως  ως  «Μεγαλοπρεπής»  παρότι  οι  Τούρκοι  τον  αποκαλούν  μόνο  ως  ο  «Νομοθέτης» )  δεν  ήταν  τόσο  καλά  σχεδιασμένες  όσο  εκείνες  των  προκατόχων  του,  ωστόσο  ο  εν  λόγω  «πολυδιαφημισμένος»  σουλτάνος  υπήρξε  τυχερός  μεταξύ  άλλων  και στην  κατάληξη  των  εκστρατειών  του.  Τότε  ο  οθωμανικός  στρατός  κατέκτησε  το  Βελιγράδι  (1521)  και  τη  Ρόδο  (1522)  αναγκάζοντας  τους  Ιωαννίτες  ιππότες  που  την  κατείχαν  έως  τότε  να  καταφύγουν  στη  Μάλτα.  Το  1526  συνέτριψε  τους  Ούγγρους  στην  περίφημη  μάχη  του  Μόχατς,  σκοτώνοντας  και  τον  βασιλιά  τους  Λουδοβίκο  και  προσαρτώντας  το  μεγαλύτερο  μέρος  του  εκτεταμένου  Ουγγρικού  Βασιλείου.  Το  1529  κατέλαβε  τη  Βούδα  (η  οποία  μαζί  με  τη  γειτονική  Πέστη  συγκροτούν  τη  σύγχρονη  Βουδαπέστη),  ενώ  τον  Σεπτέμβριο  και  τον  Οκτώβριο  του  ίδιου  έτους  πολιόρκησε  ανεπιτυχώς  την  αυστριακή  πρωτεύουσα  Βιέννη  (Πρώτη  πολιορκία  της  από  τους  Τούρκους).  Άλλες  σημαντικές  κατακτήσεις  της  εποχής  υπήρξαν  η  Μεσοποταμία  (σύγχρονο  Ιράκ),  η  Κυρηναϊκή  και  η  αφρικανική  Τριπολίτιδα  (μετά  από  συνδιαλλαγή  με  τη  δυναστεία  της),  το  Ταμεσβάρ,  η  Τρανσυλβανία  και  η  Μολδαβία.  Ωστόσο  τα  οθωμανικά  όπλα  μάλλον  ταπεινώθηκαν  όταν  επιχείρησαν  να  πλήξουν  τους  Σαφαβιδες  του  Ιράν  οι  οποίοι  διέθεταν  έναν  ισχυρό  στρατό,  επίσης  τουρκικό  στην  πλειοψηφία  του.

Ottoman1

Γενίτσαροι  του  16ου  αι.  σε  φάση  επίθεσης,  σε  πίνακα  της  Κρίστα  Χουκ.  Από  αριστερά  προς  τα  δεξιά:  θωρακοφόρος  αλαβαρδοφόρος,  αρκεβουζιοφόρος  και  τοξότης.  Παρατηρείστε  τη  χαρακτηριστική  οθωμανική  μακριά  κάννη  του  αρκεβουζιου    (credit:  Christa  Hook,  Osprey  publishing).

.

Οι σουλτάνοι  των  16ου-17ου  αιώνων  μερίμνησαν  και  για  την  ισχυροποίηση  του  στόλου  τους,  ο  οποίος  ήλεγχε  το  μεγαλύτερο  μέρος  των  ακτών  της  Μεσογείου  και  όλη  την  έκταση  του  Εύξεινου  Πόντου  και  της  Ερυθράς  Θάλασσας,  πιέζοντας  ασφυκτικά  κυρίως  τις  ιταλικές  ναυτικές  πόλεις (Βενετία,  Γένουα,  Πίσα  κ.ά.).  Ωστόσο  η  κατοχή  της  Σικελίας,  των  Επτανήσων,  της  Κρήτης,  της  Κύπρου  και  αρκετών  νησιών  του Αιγαίου  από  τις  χριστιανικές  δυνάμεις,  τους  εξασφάλιζε  τον  έλεγχο  του  στρατηγικού  κεντρικού  και  κεντροανατολικού  τμήματος  της  Μεσογείου. Στη  διάρκεια  ενός  μεγάλου  μέρους  του  16ου  αιώνα,  αρχιναύαρχος  του  οθωμανικού  στόλου  ήταν  ο  διαβόητος  κουρσάρος  Χαϊρεντίν  Μπαρμπαρόσα,  με  ελληνική  καταγωγή  από  τη  Λέσβο  ή ενδεχομένως  τα  Γιαννιτσά.  Άλλος  σημαντικός  «Τούρκος»  ναύαρχος  ήταν  ο Πιρί  Ρεϊς, επίσης  ελληνικής  προέλευσης.  Ο  οθωμανικός  στόλος  ενισχύθηκε  από  τον  πρώιμο  16ο  αιώνα  με  το  αλγερινό,  το  τριπολιτικό  και  το  αιγυπτιακό  ναυτικό και  αργότερα  και  με  εκείνο  της  Τύνιδος.  Η  ισχύς  του  ήταν  τέτοια,  ώστε  παρά  την  πανωλεθρία  του  στη  μεγάλη  ναυμαχία  της  Ναυπάκτου  (1571),  το  επόμενο  έτος  ο  Τούρκος  καπουδάν  πασάς  (αρχιναύαρχος)  εμφανίσθηκε  στα  νερά  της  Μεσογείου  με  έναν  νέο  στόλο  σχεδόν  του  ίδιου  μεγέθους.  Γενικά  οι  σουλτάνοι  είχαν  αντιληφθεί  την  αποφασιστική  σημασία  που  είχε  ο  έλεγχος  των  θαλασσών  και  ότι  οι  ναυτικές  δυνάμεις  μοιραία  επικρατούν.  Ωστόσο  στην  πραγματικότητα  η  ναυτική  συντριβή  στη  Ναύπακτο  έπληξε  το  οθωμανικό  ναυτικό  και  σήμανε  την  αρχή  της  παρακμής  του,  η  οποία  συνεχίσθηκε  έως  τη  νέα  εκμηδένιση  του  τουρκικού  στόλου  από  το  ρωσικό  ναυτικό  στον  Τσεσμέ (1770)  και  τη  «χαριστική  βολή»  που  υπέστη  στη  ναυμαχία  του  Ναβαρίνου  (1827)  από  τις  ευρωπαϊκές  δυνάμεις. Ηδη  οι  Ελληνες  επαναστάτες  πυρπολητές  είχαν  καταστρέψει  αρκετά  βαριά  πολεμικά  του  το  1821-27.

Επιστρέφοντας  στους  16ο – 17ο  αιώνες,  οι  σημαντικότεροι  σουλτάνοι  της  περιόδου  μετά  το  1566  ήταν  οι  Σελίμ  Β΄,  Μουράτ  Γ΄,  Μεχμέτ  Γ΄, Αχμέτ  Α΄,  Μουράτ  Δ΄ και  Μεχμέτ  Δ΄.  Κατά  τα  έτη  1566-1683,  η  Οθωμανική  αυτοκρατορία  προσάρτησε  περιορισμένες  περιοχές: την  Τύνιδα,  τμήμα  της  Υεμένης, την  παράκτια  Γεωργία  αλλά  και  δύο  μεγαλονήσους  με  μεγάλη  στρατηγική  αξία: την  Κύπρο (1571) και  περίπου  έναν  αιώνα  αργότερα  την  Κρήτη (1669). Η  κατάκτηση  των  δύο  νησιών  «συμψήφισε»  κατά  κάποιον  τρόπο  τη  σταδιακή  παρακμή  του  οθωμανικού  ναυτικού.  Ωστόσο  ο  οθωμανικός  στρατός  συνετρίβη  όταν  επιχείρησε  να  πολιορκήσει  για  δεύτερη  φορά  τη  Βιέννη  (1683).  Η  εν  λόγω  στρατιωτική  αποτυχία  των  Οθωμανών  σήμανε  τη  συμβατική  αρχή  της  παρακμής  της  αυτοκρατορίας  τους  η οποία  ωστόσο  είχε  ξεκινήσει  νωρίτερα  λόγω  αρκετών  παραγόντων.

expansion

Ο  ΣΤΡΑΤΟΣ  ΚΑΙ  Ο  ΣΤΟΛΟΣ

Όπως  αναφέρθηκε,  οι  σουλτάνοι  στηρίχθηκαν  για  τις  κατακτήσεις  τους  σε  έναν  ικανό  στρατό  και  ένα  αξιόλογο  ναυτικό,  τα  οποία  αποτελούντο  από  πολυποίκιλα  επιμέρους  σώματα.

Ξεκινώντας  με  τις  χερσαίες  δυνάμεις,  το  σημαντικότερο  σώμα  βαρέου  ιππικού  ήταν  οι  Καπυκιουλού  (Qapukulu),  δηλαδή  οι  «δούλοι  της  Αυλής»  (του  Σουλτάνου),  ανάλογοι  των  Μαμελούκων  της  Αιγύπτου  και  των  παλαιότερων  δούλων  του  Χαλίφη  της  Βαγδάτης  και  άλλων  μουσουλμάνων  μοναρχών.  Γενικά  οι  Καπυκιουλού  ήταν  το  «ιππικό  αντίστοιχο»  των  πεζών  Γενιτσάρων.  Εφεραν  ισχυρή  θωράκιση  και  μάχονταν  με  λόγχη  ιππικού  ή/και  τόξο,  ενώ  έφεραν  και  σπάθη  ιππικού  ή  γιαταγάνι.  Φαίνεται  πως  εκείνοι  που  έφεραν  και  λόγχη  και  τόξο  ήταν  λίγοι.  Σύμφωνα  με  Ευρωπαίους  χρονικογράφους,  οι  περισσότεροι  καπυκιουλού    έφεραν  κράνος  και  αλυσοθώρακα.  Η  θωράκιση  τους  περιοριζόταν  με  το  πέρασμα  των  χρόνων,  ενώ  σταδιακά  η  λόγχη  και  το  τόξο  αντικαταστάθηκαν  από  τη  σπάθη  ή  γιαταγάνι  και  τις  πιστόλες.  Αρκετά  από  τα  άλογα  τους  (όπως  και  τα  άλογα  άλλων  οθωμανικών  ιππικών  σωμάτων)  προστατεύονταν  με  υφασμάτινη  θωράκιση  και  μεταλλικές  προσωπίδες.

Panoply Sipahi

Οθωμανική  αλυσοθωράκιση  και  κράνος  της  εποχής.  παρατηρείστε  τον  δισκοειδή  καρδιοφύλακα  στο  κέντρο  της  θωράκισης.

.

Το  άλλο  σημαντικό  οθωμανικό  βαρύ  ιππικό  ήταν  οι  σπαχήδες (sipahi),  τιμαριούχοι  ιππείς  οι  οποίοι  χωρίζονταν  σε  δύο  βασικά  γεωγραφικά  σώματα:  τους  Ρωμυλιώτες,  προερχόμενους  από  τη  Ρωμυλία  (Ρουμελία,  Χερσόνησος  του  Αίμου),  και  τους  Ανατολιακούς,  προερχόμενους  από    τη  Μικρά  Ασία  (Ανατολία).  Η  οπλοσκευή  τους  ήταν  ανάλογη  εκείνης  των  καπυκιουλού  και  ακολούθησε  την  ίδια  εξέλιξη,  αν  και  ειδικά  οι  Ανατολιακοί  σπαχήδες  άργησαν  να  υιοθετήσουν  τα  πυροβόλα  όπλα.  Γενικά  το  οθωμανικό  ιππικό  ήταν  ισάξιο  και  ενίοτε  ανώτερο  από  τα  αντίπαλα  του  ευρωπαϊκά,  εκτός  του  εξαίρετου  πολωνικού-λιθουανικού.  Τέλος,  αναφερθήκαμε  ανωτέρω  στους  Μαμελούκους  της  Αιγύπτου,  οι  οποίοι  επίσης  μάχονταν  κυρίως  ως  βαρύ  ιππικό.

Το  οθωμανικό  ελαφρύ  ιππικό,  δηλαδή  το  αθωράκιστο,  αποτελείτο  από  «ντελήδες»,  «ακιντζήδες»,  «ντζανμπαζάνους»  και  επιπρόσθετα  Κούρδους,  Γιουρούκους  (νομαδικοί  Τούρκοι  της  Μικράς    Ασίας  και  της  Βαλκανικής)  και  Αραβες  (συνήθως  Βεδουίνους).  Σημαντικοί  ήταν  και  οι  Τάταροι,  Τουρκομάνοι,  Αφσάροι  και  άλλοι  Τούρκοι  ιπποτοξότες.  Ειδικά  οι  Τάταροι  της  Κριμαίας,  κυρίως  ιπποτοξότες,  συνιστούσαν  σημαντικούς  συμμάχους  των  Οθωμανών  οι  οποίοι  δρούσαν  στην  περιοχή  της  Ουκρανίας.  Γενικά  οι  τουρκικοί  και  ευρύτερα  οι  αλταϊκοί  λαοί  είχαν  μακροχρόνια  παράδοση  στην  ιπποτοξευτική.  Οι  ακιντζήδες  ήταν  φανατικοί  ελαφροί  ιππείς  οι  οποίοι  δεν  λάμβαναν  μισθό  αλλά  αμείβονταν  από  τα  λάφυρα  της  εκάστοτε  σύρραξης,  πολεμώντας  υπέρ  της  ισλαμικής  πίστης.  Οι  ντζανμπαζάνοι  («παράφρονες»  στην  τουρκική)  ήταν  οι  πιο  φανατισμένοι  από  τους  ακιντζήδες,  οι  οποίοι  επιλέγονταν  για  να  παραταχθούν  στην  πρώτη  γραμμή  της  οθωμανικής  παράταξης  μάχης.  Συνεπώς  είχαν  “αποστολή  αυτοκτονίας”  με  στόχο  να  προκαλέσουν  ρήγμα  στον  εχθρό  με  την  ορμητικότητα  τους,  όμως  συχνά  γίνονταν  «εύκολη  λεία»  για  τις  εχθρικές  βολές  πληρώνοντας  υψηλό  τίμημα  σε  απώλειες.

Οι  ντελήδες  («τρελλοί»)  ελαφροί  ιππείς  (οπλισμένοι  συνήθως  με  τόξο  ή  λόγχη)  αποτελούντο  κυρίως  από  εξισλαμισμένους  Βόσνιους,  Σέρβους,  Κροάτες  και  λίγους  Ελληνες  και  Βουλγάρους.  Δεν  ανήκαν  στο  κεντρικό  στράτευμα  αλλά  στις  δυνάμεις  Βαλκάνιων  Οθωμανών  αξιωματούχων  από  τους  οποίους  πληρώνονταν.  Οι  ντελήδες  εκτελούσαν  συχνά  χρέη  ανιχνευτών  ή  προφυλακών.  Αλλοι  από  αυτούς  ήταν  προσκολλημένοι  στο  ιππικό  των  σπαχήδων,  ενώ  άλλοι  συντάσσονταν  με  τα  σώματα  ιπποτοξοτών.

Turks against Hungarian castle

Οθωμανοί  μάχιμοι  συμπλέκονται  με  τους  υπερασπιστές  ενός  ουγγρικού  φρουρίου. Παρατηρείστε  τον  εξοπλισμό  και  τα  ενδύματα  τους.

.

Οι  περιβόητοι  γενίτσαροι  (Yeni  Ceri, τα «νέα  στρατεύματα»)  συνιστούσαν  το  επίλεκτο  τακτικό  πεζικό.  Σε  αντίθεση  με  τη  γενική  πίστη  στην  Ελλάδα  ότι  οι  γενίτσαροι  κατάγονταν  κυρίως  από  εξισλαμισμένα  ελληνόπαιδα  του  «παιδομαζώματος»,  στην  πραγματικότητα  ήταν  περισσότερο  σλαβικής  καταγωγής  από  το  τουρκικό  «παιδομάζωμα»  επί  των  Βαλκάνιων  Σλάβων  ή  (σπανιότερα)  αιχμαλωτισμένα  παιδιά  Σλάβων  της  Ουκρανίας  και  νότιας  Ρωσίας.  Ειδικά  όμως  οι  Σλάβοι  του  Κριμαϊκού  Χανάτου (των  Τατάρων)  είχαν  αποκλεισθεί  από  το  παιδομάζωμα.  Οι  Ελληνες  του  παιδομαζώματος  κατευθύνονταν  κυρίως  σε  διοικητικές  και  άλλες  σχετικές  υπηρεσίες  της  Οθωμανικής  αυτοκρατορίας  λόγω  του  ανώτερου  πολιτισμικού  επιπέδου  τους,  όμως  ένα  μεγάλο μέρος  τους  στελέχωνε  και  τους  γενίτσαρους. Οι Αλβανοί (χριστιανοί αλλά αργότερα και μουσουλμάνοι) και ίσως οι Βλάχοι νοτίως του Δούναβη συνιστούσαν επίσης σημαντικό ποσοστό των γενιτσάρων. Οταν ο θεσμός τους παρήκμασε, πολλοί γενίτσαροι ήταν πλέον Τούρκοι και Κούρδοι επειδή οι συγκεκριμένοι επιδίωκαν να εισέλθουν σε αυτό το στρατιωτικό σώμα λόγω των προνομίων που απολάμβαναν.

Το  αρχικό  βασικό  όπλο  των  γενιτσάρων  ήταν  το  σύνθετο  νομαδικό  τόξο,  το  οποίο  αντικαταστάθηκε  σταδιακά  από  ένα  ειδικό  μακρύκαννο  αρκεβούζιο  οθωμανικού  σχεδιασμού.  Μεταξύ  των  γενίτσαρων  υπήρχαν  σπουδαίοι ακροβολιστές,  επίφοβοι  για  τους  Ευρωπαίους  αντιπάλους  τους. Αυτή η ικανότητα τους οφειλόταν στη μακρά κάννη του προαναφερόμενου οθωμανικού αρκεβούζιου το οποίο έδινε μεγαλύτερη ακρίβεια στη στόχευση αλλά και μεγαλύτερο βεληνεκές. Σε αυτό οι Οθωμανοί προηγήθηκαν των Αμερικανών οι οποίοι ενάμιση αιώνα αργότερα ανέπτυξαν το δικό τους πυροβόλο Πενσυλβάνια-Κεντάκυ το οποίο ακολουθούσε τις ίδιες αρχές σχεδιασμού με μακριά κάννη και πιο εξηζητημένη κατασκευή, χωρίς βέβαια να έχουν επαφές και επιρροές από τους Οθωμανούς. Ολοι  οι  γενίτσαροι  έφεραν  γιαταγάνι  ή  σπάθη  και  ως  κατεξοχήν  φανατισμένοι,  δεν  δίσταζαν  να  επιτεθούν  κατά  μέτωπον  στον  εχθρό  κραδαίνοντας  τα.  Σταδιακά  ο  ρόλος  τους  ως  ακροβολιστών  υποχώρησε  και  από  τον  17ο  αιώνα,  οι  ακροβολιστές  του  οθωμανικού  στρατού  συγκροτούντο  κυρίως  από  Τούρκους,  Γιουρούκους,  Αλβανούς,  Κούρδους,  Ελληνες  και  Σλάβους  τυφεκιοφόρους  πεζούς,  όπως  οι  τουφεκτσήδες,  οι  σαρίτσα,  οι  αρματολοί  και  οι  χαϊντούκοι  ή  χαϊντούτοι.

aaaa

Χαρακτηριστική  Οθωμανική  περικεφαλαία  με  πλούσια  διακόσμηση.

.

Το  ελαφρύ  (άτακτο)  πεζικό  αποτελείτο  από  «γιαϋλάρους»,  «αζάπηδες»,  «βοϋνούκους»  και  άλλους.  Οι  γιαϋλάροι ήταν  πεζοί  φανατικοί  «μαχητές  της  πίστης»,  ενώ  οι  αζάπηδες  («εργένηδες»)  ήταν  άνδρες  που  στρατολογούνταν  ειδικά  για  τις  εκστρατείες  και  εφοδιάζονταν  με  χρήματα  και  προμήθειες  από  τα  χωριά  τους.  Παλαιότερα επιλέγονταν κυρίως μεταξύ των ανυμφευτων επειδή αυτοί θεωρούντο κατάλληλοι για τις εκστρατείες επειδή δεν είχαν ακόμη παιδιά για να συντηρήσουν ή να αφήσουν ορφανά. Οι  βοϋνούκοι  ήταν  Βαλκάνιοι  πεζοί,  κυρίως  Βλάχοι  και  Σλάβοι,  οι  οποίοι  μάχονταν  με  λόγχες,  αλεβάρδες,  πέλεκεις  και  άλλα  αγχέμαχα  όπλα.  Υπήρχαν  επίσης  και  άλλοι  πεζοί,  Ανατολιακοί  (Τούρκοι  και  Κούρδοι),  Ρωμυλιώτες  (από  τη  Χερσόνησο  του  Αίμου),  Αραβες  κ.α.  Αξιόλογο  τμήμα  του  στρατού  ήταν  και  οι  Β(α)λάχοι  σύμμαχοι  της  καθαυτό  Βλαχίας  και  από  το  1562  και  οι  Τρανσυλβανοί  σύμμαχοι.

Οι  Οθωμανοί  διέθεταν  ήδη  από  την  εποχή  του  Μωάμεθ  του  Πορθητή  σπουδαίο  πυροβολικό,  ένα  από  τα  ισχυρότερα  της  εποχής,  με  πυροβόλα  διαφόρων  μεγεθών  και  διαμετρημάτων  (βαριά  πυροβόλα,  βομβάρδες  κ.ά.).

Το  οθωμανικό  ναυτικό  της  περιόδου  διέθετε  γαλέρες  διαφόρων  τύπων,  οι  οποίες  δεν  διέφεραν  σημαντικά  από  τις  αντίστοιχες  των  χριστιανών  της  Μεσογείου.  Οι  γαλέρες  ήταν  τα  βαριά  πολεμικά,  κωπήλατα  και  ιστιοφόρα  ταυτόχρονα,  ενώ  τα  ελαφρύτερα  περιελάμβαναν  κυρίως  «φούστες»  και  γαλιότες  οι  οποίες  ανήκαν  κυρίως  στους  Αραβοβέρβερους  κουρσάρους  της  βόρειας  Αφρικής.

ottoman-sipahi

Απεικόνιση  Οθωμανού  σπαχή  με  ελαφρύτερη  θωράκιση  σε  πίνακα  του  Β.  Βούκσιτς.

.

Οι  Τούρκοι  ήταν  ένας  λαός  με  καταγωγή  από  τις  μογγολικές  στέπες,  και  επομένως  ξένος  με  το  πέλαγος  με  το  οποίο  δεν  εξοικειώθηκε  ποτέ.  Η  μόνη  εμπειρία  που  είχαν  σχετικά  με  τη  ναυσιπλοϊα,  ήταν  ο  πλους  με  απλές  λέμβους  στους  μεγάλους  ποταμούς  της  στέπας (Ιρτυς,  Ωξος,  Ιαξάρτης,  Βόλγας  κ.α.).  Οσοι  Τούρκοι  ήταν  ναυτικοί  και  επάνδρωναν  τον  στόλο,  κατάγονταν  κυρίως  από  εξισλαμισμένους  Βυζαντινούς.  Τα  ικανότερα  πληρώματα  του  ναυτικού  προέρχονταν  από  τους  προαναφερόμενους  Αραβοβέρβερους  του  Αλγερίου,  της  Κυρηναϊκής,  της  Τριπολίτιδας  και  της  Τύνιδας  (σύγχρονης  Τυνησίας). Οι  ίδιοι  παρείχαν  τους  επίφοβους  στόλους  τους  στο  αυτοκρατορικό  ναυτικό,  αποτελούμενους  από  τα  προαναφερόμενα  ειδη  πλοίων.  Τέλος,  οι  Τούρκοι  διέθεταν  και  τις  μοίρες  της  Αίγυπτου  (περιορισμένη  αυτήν  την  εποχή),  της  Παλαιστίνης,  του  Λιβάνου  και  της  Κιλικίας.  Επίσης  είναι  γνωστή  η  επάνδρωση  του  οθωμανικού  στόλου  και  με  χριστιανικά  πληρώματα,  συντριπτικά  Ελληνες  οι  οποίοι  ήταν  ο  μόνος  χριστιανικός  λαός  της  οθωμανικής  επικράτειας  με  ικανή  ναυτιλιακή  παράδοση.

Οι  πεζοναύτες  του  στόλου  ήταν  συνήθως  σπαχήδες  (οι  οποίοι  άφηναν  τα  άλογα  τους  και  επιβιβάζονταν  στα  πλοία  πολεμώντας  συνήθως  ως  τοξότες),  αζάπηδες  και  σπανιότερα  γενίτσαροι.

Από  το  1534  και  εξής,  οι  σουλτάνοι  συντηρούσαν  και  έναν  πολεμικό  στολίσκο  στα  νερά  του  Δούναβη,  αποτελούμενο  από  ελαφρά  ποτάμια  σκάφη  και  επανδρωμένο  από  τοπικούς  Βλάχους  και  Σλάβους  υποτελείς  του.

Οσον  αφορά  τις  χερσαίες  τακτικές,  φαίνεται  πως  μία  συνήθης  παράταξη  μάχης  του  οθωμανικού  στρατού  συγκροτείτο  από:  τους  ντζανμπαζάνους  και  ακιντζήδες  ιππείς  ως  εμπροσθοφυλακή  και  πίσω  τους,  τους  αζάπηδες.  Πίσω  από  αυτούς  παρατάσσονταν  οι  γενίτσαροι  και  το  πυροβολικό,  που  προστατεύονταν  από  αμυντικά  έργα,  όπως  τάφρους,  αιχμηρούς  πασάλους,  πολεμικές  άμαξες,  αλυσίδες  κ.α.  Επρόκειτο  για  τον  πυρήνα  του  στρατού,  ο  οποίος  προστατευόταν  πλευρικά  από  το  ιππικό  των  σπαχήδων,  των  Ρωμυλιωτών  από  τη  μία  πλευρά  και  των  Μικρασιατών  από  την  άλλη.  Οι  καπυκιουλού  ιππείς  διατηρούντο  συνήθως  ως  επίλεκτη  εφεδρεία.  Ειδικά  στη  μάχη  του  Μόχατς  (1526),  όλοι  οι  σπαχήδες  είχαν  παραταχθεί  σε  δύο  γραμμές  μάχης  στην  εμπροσθοφυλακή  πίσω  από  τους  ακιντζήδες,  και  τη  θέση  τους  ως  πλαγιοφυλακές  των  γενιτσάρων  και  του  πυροβολικού  είχαν  λάβει  οι  καπυκιουλού,  διαιρεμένοι  σε  δύο  πλευρικά  τμήματα.

.

Π.  Δεληγιάννης

.