roman

Τυπική  αττική-αθηναϊκή  περικεφαλαία  Ρωμαίου  αξιωματικού.

Η  αττική  ή  αθηναϊκή  περικεφαλαία  ήταν  μία  επινόηση  των  αρχαίων  Αθηναίων,  προερχόμενη  από  μετεξέλιξη  της  παλαιότερης  χαλκιδικής  περικεφαλαίας.  Το  αττικό  κράνος  έχει  υπερχιλιετή  Ιστορία  η  οποία,  παραδόξως,  ανήκει  περισσότερο  στο  ιταλικό-ρωμαϊκό  οπλοστάσιο  παρά  στο  ελληνικό.

Το  προγονικό  χαλκιδικό  κράνος  (6ος  αι.  π.Χ.)  αποτελούσε  έναν  «ανοικτότερο»  τύπο  του  ακόμη  παλαιότερου  περίφημου  κορινθιακού  κράνους.  Το  χαλκιδικό  κράνος  προήλθε  από  την  προσπάθεια  των  Χαλκιδαίων  της  Εύβοιας  να  λύσουν  το  πρόβλημα  του  περιορισμού  της  όρασης  και  της  ακοής  του  οπλίτη  ο  οποίος  έφερε  κορινθιακή  περικεφαλαία.  Από  τις  αγγειογραφίες  φαίνεται  ότι  η  χαλκιδική  περικεφαλαία  ήταν  δημοφιλής  στους  Αθηναίους,  μία  προτίμηση  που  ίσως  οφειλόταν  μερικώς  στην  ιωνική  εθνολογική  συγγένεια  τους  με  τους  Ευβοείς.

chalkidean

Τυπική  χαλκιδική  περικεφαλαία  από  ορειχαλκο.

Το  αττικό  κράνος  εμφανίσθηκε  στην  Αττική  περί  το  500  π.Χ.  ως  τοπική  μετεξέλιξη  του  χαλκιδικού.  Κατά  τους  Περσικούς  πολέμους  (490-479  π.Χ.)  αρκετοί  Αθηναίοι  οπλίτες  χρησιμοποιούσαν  έναν  πρωτοαττικό  τύπο  ο  οποίος  διέθετε  επιρρίνιο  (προστατευτικό  έλασμα  μύτης)  αλλά  αρκετά  μικρότερο  από  το  επιρρίνιο  του  χαλκιδικού.  Μέχρι  το  400  π.Χ.  περίπου,  το  επιρρίνιο  είχε  καταργηθεί.  Οι  γηγενείς  λαοί  της  Ιταλίας  υιοθέτησαν  το  αττικό  κράνος  μαζικά  από  τον  4ο  αιώνα  π.Χ.  Οι  Ετρούσκοι,  οι  Λατίνοι  και  οι  πρώιμοι  Ρωμαίοι  το  φορούσαν  συχνά  με  ανασηκωμένες  τις  παραγναθίδες.  Την  ίδια  εποχή,  το  αττικό/αθηναϊκό  κράνος  διαδόθηκε  στους  Λύκιους, τους  Κάρες  και  (λιγότερο) σε  άλλους  λαούς  της  δυτικής  Μικράς  Ασίας.

Απεικόνιση  οπλίτη  (ενός  πληγωμένου  μυθικού  γίγαντα)  με  πρωτοαττικό  κράνος  και  κοπίδα  (αγγειογραφία  του  490  π.Χ.  περίπου,  Εθνικό  Μουσείο  Βερολίνου).

Από  τα  τέλη  του  4ου  αιώνα  το  αττικό-αθηναϊκό  κράνος  διαδόθηκε  σε  ολόκληρη  την  έκταση  του  Ελληνιστικού  και  αργότερα  του  Ελληνορωμαϊκού  κόσμου.  Σταδιακά  άρχισε  να  καθιερώνεται  ανεπίσημα,  ως  περικεφαλαία  των  ανώτερων  και  ανώτατων  αξιωματικών.  Στην  Ιταλία,  οι  Ετρούσκοι  και  οι  Όσκοι  ανέπτυξαν  ιδιαίτερους    ετρουσκοαττικούς  και  οσκοαττικούς    τύπους.  Επίσης  οι  Απουλοι  και  οι  Μεσσαπιοι  ανέπτυξαν  δικούς  τους  απουλοαττικούς  τύπους.

Οσκοαττικό  κράνος  από  τη  Λευκανία (Νότια  Ιταλία). Πρόκειται  για  αττικό  τύπο  που  αναπτύχθηκε  από  τους  τοπικούς  Οσκους.

Οι    Ρωμαίοι  καθιέρωσαν  μόνιμα  την  ελληνιστική  αττική  περικεφαλαία  ως  το  είδος  που  φορούσαν  οι   ανώτατοι  αξιωματικοί  τους,  από  τον  χιλίαρχο  (tribunus)  μέχρι  τον  ύπατο,  συμπεριλαμβανομένου  και  του  ίδιου  του  αυτοκράτορα  αργότερα  (αντίθετα  οι  εκατόνταρχοι  και  οι  λεγεωνάριοι  έφεραν  «άκομψους»  ιταλικούς,  κελτικούς  και  αργότερα  γαλλο-ρωμαϊκούς  τύπους  κρανών).  Παράλληλα  η  χρήση  της  επεκτάθηκε  και  σε  άλλους  μεσογειακούς  λαούς,  όπως  οι  Καρχηδόνιοι.

tribunus

Ρωμαίος  χιλίαρχος  (tribunus)  με  το  αττικό-αθηναϊκό  κράνος  που  χαρακτήριζε  την  εμφάνιση  του.

Η  αττική-αθηναϊκή  περικεφαλαία  παρέμεινε  σε  ρωμαϊκή  υπηρεσία  μέχρι  την  πτώση  της  Δυτικής  Ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας  (476  μ.Χ.).  Ταυτόχρονα  υπήρξε  «αναγέννηση»  της  στην  Ανατολική  (Βυζαντινή)  αυτοκρατορία,  κάτι  που  οφειλόταν  στην  «αφύπνιση»  των  ελληνικών  στοιχείων.  Στο  Βυζαντινό  κράτος  την  έφεραν  αρκετοί  απλοί  στρατιώτες  μετά  από  αιώνες  χρήσης  της  αποκλειστικά  από  αξιωματικούς.  Η  χρήση  της  καταργήθηκε  οριστικά  ενδεχομένως  τον  7ο  αιώνα  μ.Χ.  Η  αττική-αθηναϊκή  περικεφαλαία  χρησιμοποιήθηκε  επί  τουλάχιστον  1.100  χρόνια  χωρίς  διακοπή,  από  ελληνικούς,  ιταλικούς-ρωμαϊκούς  και  άλλους  στρατούς.  Υπήρξε  ένα  από  τα  πιο  δημοφιλή  πολεμικά  κράνη  της  Παγκόσμιας  Ιστορίας.

Περικλης  Δεληγιαννης