Καλλιτεχνική  απεικόνιση  ελληνικής  τριήρους  αλλά  με  ακριβή  τα  χαρακτηριστικά  του  αρχαίου  σκάφους.  Οι  Λακεδαιμόνιοι  στηρίχθηκαν  για  μεγάλο  διάστημα  στο  συγκεκριμένο  τύπο  πλοίου,  την  τεχνογνωσία  της  ναυπήγησης  του  οποίου  παρέλαβαν  από  τους  Κορίνθιους  και  Αιγινήτες  συμμάχους  τους (telias.free.fr).

Στις  σπαρτιατικές  τριήρεις,  οι  «επιβάτες»,  δηλαδή  οι  πεζοναύτες  οπλίτες  τους,  αποτελούντο  από  Σπαρτιάτες  και  άλλους  Λακεδαιμόνιους,  οι  ναύτες  ήταν  Λάκωνες  περίοικοι  ενώ  οι  κωπηλάτες  ήταν  περίοικοι  και  είλωτες.  Οι  τριήραρχοι  ήταν  Σπαρτιάτες  ή  Λάκωνες  περίοικοι.

Mετά  τους  Περσικούς  πόλεμους,  ο  στρατός  της  Πελοποννησιακής  συμμαχίας  έγινε  ουσιαστικά  οργανικό  τμήμα  του  σπαρτιατικού  στρατού.  Το  ίδιο  συνέβη  με  το  ναυτικό  των  Πελοποννησίων  συμμάχων.  Από  τους  αριθμούς  των  πλοίων  που  παρέταξαν  στα  Μηδικά,  συνάγεται  ότι  περί  το  480  π.Χ.,  η  συνολική  δύναμη  τους  ανερχόταν  σε  120-130  τριήρεις.  Μετά  την  κατάκτηση  της  Αίγινας  από  τους  Αθηναίους  και  την  οικονομική  παρακμή  της  Κορίνθου,  ο  πελοποννησιακός  στόλος  μειώθηκε  σημαντικά.  Το  κενό  προσπάθησαν  μάταια  να  καλύψουν  οι  άλλοι  ναυτικοί  σύμμαχοι,  ανάμεσα  στους  οποίους  και  οι  Σπαρτιάτες.  Οι  τελευταίοι  ανέβασαν  τον  αριθμό  των  τριήρων  τους  σε  25  (413  π.Χ.).  Παρά  το  γεγονός  ότι  ο  πελοποννησιακός  στόλος  παρέμενε  σημαντικός,  δεν  μπορούσε  να  συγκριθεί  με  τον  αντίπαλο  του  αθηναϊκό  στόλο,  ο  οποίος  αριθμούσε  μαζί  με  τα  πολεμικά  πλοία  των  ναυτικών  συμμάχων  του,  περί  τις  350-480  ετοιμοπόλεμες  τριήρεις  στο  μεγαλύτερο  μέρος  του  5ου  αιώνα  π.Χ.,  από  τις  οποίες  μπορούσαν  να  επανδρωθούν  οι  200-300. 

Τελικά  η  περσική  οικονομική  βοήθεια  έδωσε  την  δυνατότητα  στα  ναυτικά  κράτη  της  Πελοποννησιακής  συμμαχίας,  την  Κόρινθο,  τα  Μέγαρα,  τη  Σικυώνα,  την  Αμβρακία,  τις  αργολικές  πόλεις  και  την  Ήλιδα,  να  ναυπηγήσουν  180  τριήρεις.  Οι  Σπαρτιάτες  επιστράτευσαν  περισσότερους  περιοίκους  και  είλωτες  για  υπηρεσία  στα  πλοία  ενώ  κατέφυγαν  στην  πρόσληψη  και  πολλών  μισθοφορικών  πληρωμάτων  από  άλλους  Έλληνες. Με  τη  ναυτική  συμβολή  συμμάχων  της  Σπάρτης  στο  Αιγαίο,  οι  οποίοι  είχαν  αποστατήσει  από  την  αθηναϊκή  συμμαχία,  ο  πελοποννησιακός  στόλος  έφτανε  στα  τελευταία  χρόνια  του  πολέμου  τις  200  τριήρεις.

horse-carrier

Μία  σπάνια  απεικόνιση  ενός  αρχαιοελληνικού   ιππαγωγού  σκάφους  (μεταφοράς  ίππων), από  τον  Sam  Manning.  Πρέπει  να  θεωρείται  βέβαιο  ότι το Πελοποννησιακό  ναυτικό  διέθετε  τέτοιου  είδους  πλοία.

Παρά  τις  αριθμητικές  του  διακυμάνσεις  και  την  σαφή  αδυναμία  του  απέναντι  στο  ακαταμάχητο  αθηναϊκό  ναυτικό,  ο  πελοποννησιακός  στόλος  ήταν  γενικά  ισχυρός  τόσο  ποσοτικά  όσο  και  ποιοτικά.  Οι  Σπαρτιάτες  είχαν  στη  διάθεση  τους  τη  ναυτική  πείρα  της  Κορίνθου,  των  Συρακουσών  και  των  Μεγάρων,  η  οποία  ήταν  μεγαλύτερης  χρονικής  διάρκειας  από  την  αθηναϊκή  και  για  τις  τρεις  αυτές  πόλεις.  Ειδικά  οι  Κορίνθιοι,  παρά  την  σταδιακή  μείωση  του  στόλου  τους  λόγω  οικονομικών  προβλημάτων  και  τις  θαλάσσιες  ήττες  που  υπέστησαν  από  τους  Αθηναίους,  απέδειξαν  με  τις  καινοτομίες  που  εισήγαγαν  στην  ναυτική  πολεμική  τέχνη  της  εποχής,  ότι  μπορούσαν  να  τους  αντιμετωπίσουν.  Επιπλέον  είχαν  διαρκώς  στην  διάθεση  τους  τις  σπουδαίες  ναυτικές  και  ναυπηγικές  γνώσεις  των  Συρακουσών,  η  οποία  πόλη  ήταν  αποικία  τους.  Οι  Συρακούσιοι  συνέτριψαν  τον  αθηναϊκό  στόλο  κατά  τη  Σικελική  εκστρατεία  (414-3  π.Χ.)  και  βοήθησαν  στον  βαθμό  που  μπορούσαν  την  Κόρινθο  και  τη  Σπάρτη  μέχρι  την  επίτευξη  της  τελικής  νίκης  τους  σε  βάρος  της  Αθήνας.  Στο  επίπεδο  των  διοικητών  του  στόλου,  ο  έγκυρος  «Σπαρτιατολόγος»  ιστορικός  Κάρλτετζ  θεωρεί  τον  Λύσανδρο  ως  τον  καλύτερο  Έλληνα  ναύαρχο  από  την  εποχή  του  Θεμιστοκλή  με  την  εξαίρεση  ίσως  του  Φορμίωνος.  Αποψη  του  γράφοντος  είναι  ότι  ο  Λύσανδρος  υπήρξε  ανώτερος  και  του  Φορμίωνος  λόγω  της  γενικότερης  στρατηγικής  του  στις  θαλάσσιες  επιχειρήσεις  του  πολέμου.

Σχετικά  με  τους  βαθμούς  των  αξιωματικών  του  σπαρτιατικού  και  του  πελοποννησιακού  στόλου  γενικά,  αυτοί  δεν  διέφεραν  ιδιαίτερα  από  τους  άλλους  ελληνικούς.  Πλησιάζοντας  στο  τέλος  του  Πελοποννησιακού  πολέμου,  οι  Σπαρτιάτες  εισήγαγαν  επίσημα  τον  τίτλο  του  «Ναυάρχου»  για  τον  διοικητή  του  στόλου  τους,  του  οποίου  η  θητεία  είχε  αυστηρά  διάρκεια  ενός  έτους.  Ο  υποδιοικητής  του  ονομαζόταν  «Επιστολέας»  (δηλαδή  επιτελάρχης  του  στόλου).  Κατά  τα  άλλα  οι  τριήρεις  διοικούνταν  από  τον  «τριήραχο»  που  είχε  το  γενικό  πρόσταγμα,  οδηγούντο  από  τον  «κυβερνήτη»  που  ήταν  υπεύθυνος  για  την  πλοήγηση,  κ.ο.κ.,  όπως  στους  άλλους  ελληνικούς  στόλους.

Η  πείσμων  Σπάρτη,  παρά  τις  απανωτές  αποτυχίες  του  πελοποννησιακού  στόλου  έναντι  του  αθηναϊκού,  δεν  εγκατέλειψε  την  προσπάθεια.  Εντέλει  κατόρθωσε  να  δημιουργήσει  στόλο  αντάξιο  του  αθηναϊκού  και  να  νικήσει  την  Αθήνα  στο  ίδιο  της  το  στοιχείο,  στη  θάλασσα,  βάζοντας  οριστικό  τέλος  σε  έναν  πόλεμο  διάρκειας  27  ετών  (Αιγός  Ποταμοί,  404  π.Χ.).

Μετά  τη  νίκη  τους,  οι  Σπαρτιάτες  μείωσαν  τον  αριθμό  των  πλοίων  του  πελοποννησιακού  στόλου  επειδή  ο  στόλος  της  Αθήνας  είχε  μειωθεί  σε  12  τριήρεις  και  η  περσική    ναυτική  δύναμη  βρισκόταν  σε  κάμψη.  Μετά  τις  εδαφικές  απώλειες  της  Σπάρτης  του  369  π.Χ. (Μεσσηνία,  αρκαδικές  περιοχές  κ.α.)  και  την  επακόλουθη  οικονομική  παρακμή  της,  η  Σπάρτη  έχασε  τις  ναυτικές  της  δυνάμεις.  Πρέπει  να  διατηρήθηκε  ένας  μικρός  αριθμός  τριήρων,  που  θα  δρούσε  ως  ακτοφυλακή  των  λακωνικών  ακτών  εναντίον  των  πειρατών.

Π.   Δεληγιάννης