Home

ΤΑΚΤΙΚΕΣ KAI ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ εναντίον Ευρασιατών Νομάδων και Σλάβων – ΜΕΡΟΣ B΄

Leave a comment

Βυζαντινοί  κλιβανοφόροι  ιππείς  του  2ου  μισού  του  10ου αι. μΧ. (Angus  McBride, Osprey  Publishing)

Η  καταλληλότερη  εποχή  του  έτους  για  τη  διενέργεια  εκστρατείας  εναντίον  νομαδικών  λαών,  ήταν  εκείνη  του  Φεβρουαρίου  και  του  Μαρτίου,  όταν  τα  εχθρικά  άλογα  δεν  βρίσκονταν  σε  καλή  φυσική  κατάσταση  λόγω  της  καταπόνησης  τους  από  τις  καιρικές  συνθήκες  του  χειμώνα.

Όταν  ένας  βυζαντινός  στρατός  αμυνόταν  έναντι  της  επίθεσης  των  νομάδων,  ήταν  προτιμότερο  για  τον  διοικητή  του  να  καλύψει  την  πίσω  πλευρά  του  η  οποία  μπορούσε  να  υπερκερασθεί  γοργά  από  τους  ταχείς  ιπποτοξότες,  έχοντας  στα  νώτα  του  ένα  δύσβατο  για  άλογα  γεωφυσικό  εμπόδιο  (δύσβατο  έδαφος,  ποταμός,  έλος  κ.α.).  Επίσης  κατά  την  άμυνα,  ήταν  προτιμότερο  η  πρώτη  γραμμή  του  να  αποτελείται  από  πεζούς  λογχοφόρους,  οι  οποίοι  στήριζαν  το  «τυφλό»  άκρο  των  λογχών  τους  στο  έδαφος  και  πρότειναν  τις  αιχμές  τους  στα  εχθρικά  άλογα.  Γενικά  το  βυζαντινό  πεζικό  μπορούσε  να  αντιμετωπίσει  αποτελεσματικότερα  τους  νομάδες  από  ότι  το  ιππικό,  γι’  αυτό  τα  δύο  αναφερόμενα  Οπλα  του  βυζαντινού  στρατού  δεν  έπρεπε  σε  καμία  περίπτωση  να  αποκοπούν  κατά  τη  διάρκεια  της  μάχης  εναντίον  τους.  Επίσης,  οι  νομαδικοί  ιπποτοξότες  φοβούντο  τους  Βυζαντινούς  πεζούς  τοξότες,  επειδή  τα  τόξα  τους  είχαν  συνήθως  μεγαλύτερο  βεληνεκές  από  τα  δικά  τους.  Η  τακτική  της  συνδυασμένης  δράσης  της  βυζαντινής  πρώτης  γραμμής  (πεζοί  λογχοφόροι)  με  τους  τοξότες  (μεσαίες  γραμμές  της  παράταξης)  οι  οποίοι  εκτόξευαν  τοξεύματα  πάνω  από  τους  λογχοφόρους,  ήταν  σχεδόν  αδύνατο  να  αντιμετωπισθεί  από  τους  εχθρικούς  ιπποτοξότες.  Γενικά  οι  νομάδες  δύσκολα  μπορούσαν  να  διασπάσουν  έναν  αμυντικό  σχηματισμό  αυτού  του  τύπου,  ακόμη  και  αν  χρησιμοποιούσαν  τους  κατάφρακτους  ή  γενικά  όποιο  βαρύ  ιππικό  διέθεταν  (το  οποίο  θα  αντιμετωπιζόταν  αμέσως  από  το  αντίπαλο  βαρύ  ιππικό, Βυζαντινό  ή  όποιο  άλλο  αυτοκρατορικό).

Από  τον  6ο  αι., το  Βυζάντιο  αντιμετώπισε  την  εισβολή  των  Σλάβων  στα  εδάφη  του. Οι  Σλάβοι  οδηγούντο  αρχικά  από  αλταϊκές  και  σαρματικές  νομαδικές  φυλές  και  δυναστείες  οι  οποίες  τους  είχαν  επιβληθεί  ως  επικυρίαρχες,  γι’  αυτό  η  αντιμετώπιση  τους  από  τους  Βυζαντινούς  διερευνάται  στο  παρόν  μελέτημα  μαζί  με  τους  ευρασιατικούς  νομάδες.  Συνεχίστε  την  ανάγνωση
Συνεχίστε την ανάγνωση

Ντύσιμο και οπλισμός την εποχή της Επανάστασης του 1821

Leave a comment

Αναδημοσίευση από  τον ιστότοπο  www.istorikathemata.com

.

Μετά την απελευθέρωση το ντύσιμο των Ελλήνων αρχίζει να έχει ευρωπαϊκές επιρροές. Ίσως να μη ντύνονται ακόμα όλοι «ευρωπαϊκά» αλλά και οι ελληνικές φορεσιές αρχίζουν να παίρνουν πολλές μεταλλαγές. Οι στολές της προεδρικής φρουράς και οι τυποποιημένες και πανομοιότυπες «παραδοσιακές ενδυμασίες» που υπάρχουν σήμερα μικρή σχέση είχαν με τις πραγματικές φορεσιές της εποχής. Σύμφωνα με τον Τάκη Λάππα το ντύσιμο από τα χρόνια 1600-1829 είναι ένα σπουδαίο θέμα για έρευνα, γιατί το θέαμα που παρουσιάζει η υπόδουλη Ελλάδα δεν απαντάται σε καμία άλλη σχεδόν χώρα του κόσμου. Δηλαδή δεν υπάρχουν μικροπαραλλαγές από περιοχή σε περιοχή, αλλά ολότελα αλλιώτικο ντύσιμο από ένα χωριό στο άλλο, χωριά που η απόστασή τους δεν ήταν δυο ώρες δρόμος.

Σχεδόν κανείς γειτονοχωρίτης δεν ήταν όμοια ντυμένος και αυτό ξεχώριζε περισσότερο στο γυναικείο ντύσιμο. Τα χρόνια εκείνα μπορούσες μια χαρά να καταλάβεις αμέσως πούθε κρατάει ο ξενοχωρίτης. Όχι από την προφορά και τους ιδιωματισμούς του, μα αρκούσε η φορεσιά του για να προδώσει το χωριό του. Το ίδιο μπορούσε κανείς να τους ξεχωρίσει επαγγελματικά ή ταξικά. Αλλιώς ντυνόταν ο κοτζαμπάσης, αλλιώς ο προύχοντας, ο προεστός, ο γεωργός, ο τσοπάνης, ο ξωτάρης… Στην συνέχεια θα δούμε το ντύσιμο Ρουμελιωτών και Μοραϊτών. Το ντύσιμο στην επανάσταση κρατήθηκε το ίδιο πού είχαν οι κλέφτες και οι αρματολοί.

Κεφάλι

Ας κάνουμε αρχή από το κεφάλι. Φορούσαν ένα μικρό στρογγυλό και κοφτό κόκκινο φέσι, που γύρω στη βάση του το τύλιγαν με μαντηλοδεσιά. Η μαντυλοδεσιά ήτανε τριών ειδών: μεταξωτό μαντήλι ή κασπαστή, το χρυσοκέντητο πόσι, και η άσπρη βαμβακερή πλουμιστή σερβέτα. Στο σημείο αυτό της φορεσιάς τους βρίσκει κανείς την τούρκικη επίδραση. Σαν παραδείγματα από γνωστούς καπεταναίους και χαλκογραφίες εκείνης της εποχής φανερώνεται ότι κασπαστή είχανε μονάχα οι Αθηναίοι, πόσι ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μακρυγιάννης και πότε πότε ο Γέρος του Μοριά. Με σερβέτα μας είναι γνωστοί ο Οδυσσέας Αντρούτσος κι ο Πανουργιάς.

Πολλοί δε φορούσαν μαντηλοδεσιά, μα σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζε πάντα ο Γκούρας και ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τότε που ήταν μαγκιόρος – ταγματάρχης – του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Άλλοι φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετμεζάδες, κι η φούντα του ήταν μικρή και σ’ αυτό και στέκονταν στην κορφή. Μακριά φούντα όσο σχεδόν ολόκληρο το φέσι φορούσαν αργότερα στα χρόνια του Όθωνα κι ήταν παρμένη απ’ τους Σουλιώτες που τόσο τη συνήθιζαν.

Αυτή έγινε και το επίσημο στοιχείο της φορεσιάς της προεδρικής φρουράς (βασιλικής παλαιότερα). Και γενικότερα η στολή της προεδρικής φρουράς ακολουθεί την στολή των Σουλιωτών σε μεγάλο βαθμό. Επίσης πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Γενικά τους προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή το μέγεθος του καπέλου που φορούσε κανείς ήταν ανάλογο της κοινωνικής του τάξης και της εξουσίας του. Τα καπέλα των αξιωματούχων ήταν συνήθως πολύ μεγάλα, όπως και των αρχιερέων που ήταν πολύ ψηλότερα από τα σημερινά.

Συνεχίστε την ανάγνωση

ΤΑΚΤΙΚΕΣ KAI ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ εναντίον Ευρασιατών Νομάδων και Σλάβων (Μεσοβυζαντινή Π.) – ΜΕΡΟΣ Α΄

Leave a comment

Κατάφρακτος  ιππέας  του  σασσανιδικού  στρατού  σε  λεπτομερή  πίνακα  του  Β.  Βούκσιτς.  Τόσο  οι  Βυζαντινοί  όσο  και  οι  περισσότεροι  νομάδες  εχθροί  τους  διέθεταν  τέτοιου  τύπου  σιδηρόφρακτους  ιππείς,  «προγόνους»  των  Υστερων  Μεσαιωνικών  Ευρωπαίων  ιπποτών (copyright:  V. Vuksic).

Οι  Βυζαντινοί  αντιμετώπισαν  αρκετούς  νομαδικούς  λαούς  των  ευρασιατικών  στεπών,  Αλταϊκούς  και  λίγους  Βορειοϊρανούς,  ήδη  από  την  Πρωτοβυζαντινή  Περίοδο και  σε  όλη  τη  Μεσοβυζαντινή.  Στα  ευρωπαϊκά  σύνορα  τους  αντιμετώπισαν  Μαύρους  Ούννους,  Υστερες  σαρματικές  φυλές  (Πρωτοσέρβους,  ομάδες  Αλανών  κ.α.),  Άβαρους,  Υστερες  ουννικές  φυλές  (Πρωτοβούλγαρους,  Κουτρίγουρους,  Ουτίγουρους,  Σαράγουρους  κ.α.),  Πετσενέγκους  (Πατζινάκες  κατά  τους  Βυζαντινούς),  Ούζους,  Κουμάνους  (Κιπτσάκ,  Πολόβτσι)  κ.α..  Στη  Μικρά  Ασία  αντιμετώπισαν  στο  τέλος  της  περιόδου  υπό  εξέταση,  τους  Σελτζούκους  και  άλλες  τουρκομανικές/ογουζικές  φυλές.  Από  την  άλλη  πλευρά,  ο  βυζαντινός  στρατός  περιελάμβανε  αρκετούς  μισθοφόρους,  κυρίως  ιπποτοξότες,  από  όλους  σχεδόν  τους  προαναφερόμενους  λαούς  συμπεριλαμβανομένων  των  Μαγυάρων (Πρωτο-Ούγγρων),  των  Καβάρων (επίσης  Πρωτο-Ούγγρων),  των  Χαζάρων  και  των  Αλανών.

Οι  τακτικές  μάχης  των  νομάδων  ήταν  πολύ  δύσκολο  να  αντιμετωπισθούν  από  τον  βυζαντινό  και  οποιονδήποτε  άλλον  αυτοκρατορικό  στρατό  ο  οποίος  επιχειρούσε  να  τους  αποκρούσει.  Οι  Ρωμαίοι,  οι  Βυζαντινοί,  οι  Πέρσες,  οι  Κινέζοι,  οι  Ινδοί,  οι  Χωρασμιανοί  (Χοβαρεσμιανοί  Ιρανοί)  και  άλλοι  εγκατεστημένοι  γεωργικοί  λαοί,  υπέστησαν  κατά  καιρούς  συντριπτικές  ήττες  από  τους  δαιμόνιους  ιππείς  της  στέπας.  Η  ανωτερότητα  των  τακτικών  των  νομαδικών  λαών  οφείλετο  στη  χρήση  ταχύτατων  ιππέων  οι  οποίοι  ήταν  επιπρόσθετα  δεινοί  τοξότες,  καθώς  και  βαριά  θωρακισμένου  ιππικού,  προστατευμένου  ενίοτε  με  ολόσωμη  πανοπλία (συμπεριλαμβανομένου  του  αλόγου)  και  εξοπλισμένου  με  κόντος  (μακρά  λόγχη  ιππικού).  Οι  νομάδες,  παρότι  γενικά  ολιγάριθμοι,  ήταν  εξαίρετοι  τοξότες  και  ιππείς,  ολιγαρκείς  και  ακατάβλητοι,  ταχύτατοι  στους  ελιγμούς  τους  και  δεξιοτέχνες  του  αιφνιδιασμού.  Κατά  τις  πολεμικές  συγκρούσεις  οι  ιπποτοξότες  σάρωναν  τους  μαχίμους  του  εχθρού  με  καταιγισμό  τοξευμάτων,  διατηρώντας  πάντοτε  απόσταση  ασφαλείας.  Επιτίθεντο  μετωπικά  με  ξίφος  (ή  με  κεφαλοθραύστη),  μόνο  όταν  διαπίστωναν  ότι  η  αντίπαλη  παράταξη  είχε  αποσαρθρωθεί  από  τα  τοξεύματα  τους.  Οι  νομάδες  ήταν  δεξιοτέχνες  της  πανάρχαιας  τακτικής  των  λαών  της  στέπας,  της  «προσποιητής  υποχώρησης»  την  οποία  ακολουθούσαν  συνήθως  όταν  αντιμετώπιζαν  ισχυρότερα  στρατεύματα.  Κατά  την  εφαρμογή  της,  προσποιούντο  ότι  ηττήθηκαν  και  ότι  υποχωρούσαν  άτακτα  παρασύροντας  τον  εχθρικό  στρατό  σε  ταχεία  προέλαση,  η  οποία  επέφερε  την  αποδιοργάνωση  των  τάξεων  του.  Έτσι  οι  αποδιοργανωμένοι  εχθροί  καθίσταντο  «εύκολη  λεία»  για  τους  νομάδες  ιππείς  (ιπποτοξότες  και  λογχοφόρους),  οι  οποίοι  διέκοπταν  απότομα  την  οπισθοχώρηση  τους  ακολουθώντας  τη  σχετική  διαταγή  του  αρχηγού  τους,  έκαναν  επιτόπια  μεταβολή  και  αντεπιτίθεντο  συντρίβοντας  τους  αιφνιδιασμένους  αντιπάλους.  Η  προσποιητή  υποχώρηση  τους  μπορούσε  να  διαρκέσει  για  λίγα  λεπτά  της  ώρας  ή  να  συνεχισθεί  επί  πολλές  ημέρες.

Η συνέχεια εδώ

ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ – ΜΕΡΟΣ Β΄

5 Comments

            Καλλιτεχνική  απεικόνιση  ελληνικής  τριήρους  αλλά  με  ακριβή  τα  χαρακτηριστικά  του  αρχαίου  σκάφους.  Οι  Λακεδαιμόνιοι  στηρίχθηκαν  για  μεγάλο  διάστημα  στο  συγκεκριμένο  τύπο  πλοίου,  την  τεχνογνωσία  της  ναυπήγησης  του  οποίου  παρέλαβαν  από  τους  Κορίνθιους  και  Αιγινήτες  συμμάχους  τους (telias.free.fr).

Στις  σπαρτιατικές  τριήρεις,  οι  «επιβάτες»,  δηλαδή  οι  πεζοναύτες  οπλίτες  τους,  αποτελούντο  από  Σπαρτιάτες  και  άλλους  Λακεδαιμόνιους,  οι  ναύτες  ήταν  Λάκωνες  περίοικοι  ενώ  οι  κωπηλάτες  ήταν  περίοικοι  και  είλωτες.  Οι  τριήραρχοι  ήταν  Σπαρτιάτες  ή  Λάκωνες  περίοικοι.

Mετά  τους  Περσικούς  πόλεμους,  ο  στρατός  της  Πελοποννησιακής  συμμαχίας  έγινε  ουσιαστικά  οργανικό  τμήμα  του  σπαρτιατικού  στρατού.  Το  ίδιο  συνέβη  με  το  ναυτικό  των  Πελοποννησίων  συμμάχων.  Από  τους  αριθμούς  των  πλοίων  που  παρέταξαν  στα  Μηδικά,  συνάγεται  ότι  περί  το  480  π.Χ.,  η  συνολική  δύναμη  τους  ανερχόταν  σε  120-130  τριήρεις.  Μετά  την  κατάκτηση  της  Αίγινας  από  τους  Αθηναίους  και  την  οικονομική  παρακμή  της  Κορίνθου,  ο  πελοποννησιακός  στόλος  μειώθηκε  σημαντικά.  Το  κενό  προσπάθησαν  μάταια  να  καλύψουν  οι  άλλοι  ναυτικοί  σύμμαχοι,  ανάμεσα  στους  οποίους  και  οι  Σπαρτιάτες.  Οι  τελευταίοι  ανέβασαν  τον  αριθμό  των  τριήρων  τους  σε  25  (413  π.Χ.).  Παρά  το  γεγονός  ότι  ο  πελοποννησιακός  στόλος  παρέμενε  σημαντικός,  δεν  μπορούσε  να  συγκριθεί  με  τον  αντίπαλο  του  αθηναϊκό  στόλο,  ο  οποίος  αριθμούσε  μαζί  με  τα  πολεμικά  πλοία  των  ναυτικών  συμμάχων  του,  περί  τις  350-480  ετοιμοπόλεμες  τριήρεις  στο  μεγαλύτερο  μέρος  του  5ου  αιώνα  π.Χ.,  από  τις  οποίες  μπορούσαν  να  επανδρωθούν  οι  200-300.  Συνεχίστε την ανάγνωση

A CONTRIBUTION TO THE STUDY OF THE SPARTAN NAVY – PART II

Leave a comment

aaaaaaaa

An  artistic  depiction  of  a  Greek  trireme. The  Spartans, like  the  Athenians,  relied  for  a  long  time  on  this   type  of  warship (telias.free.fr).

By  Periklis    Deligiannis

.

CONTINUED FROM PART  I

.
On  the  Spartan  triremes,  the  Marine  hoplites (“epibatae”  in  ancient  Greek) consisted  of  Spartans  and  other  categories  of  Lacedaemonians,  the  sailors  were  Laconian  “perioikoi”, and  the  rowers  (“eretae”)  were  Laconian  “perioikoi” and  helots.  The  captains  (“triirarchoi”)  were  Spartans   or   Laconian  “perioikoi”.
After  the  Persian  Wars,  the  army  of  the  Peloponnesian  Alliance  became  essentially  an  organic  part  of  the  Spartan  army.  The  same  happened  with  the  Navy  of  the  Peloponnesian  Alliance.  The  numbers  of  the  Peloponnesian  ships  during  the  Persian  wars,  indicate  that  about  480  BC,  the  total  Peloponnesian  naval  force  consisted  of  120-130  triremes.  After  the  conquest  of  Aegina  by  the  Athenians  and  the  almost  synchronous  economic  decline  of  Corinth,  the  Peloponnesian  fleet  was  reduced  significantly.  The  other  Peloponnesian  naval  allies  (including  the  Spartans)  tried  in  vain  to  fill  this  “gap”.  The  Spartans  raised  the  number  of   their  triremes  in  25  (413  BC).  Despite  the  fact  that  the  Peloponnesian  fleet  remained  significant,  it  could  not  be  compared  with  the  opponent  Athenian  Navy  during  the  Peloponnesian  War (431-404  BC).  The  Athenian  fleet  numbered  around  350-480  embattled  triremes  (including  the  triremes  of  the maritime  allies  of  Athens)  during  most  part  of  the  fifth  century  BC.  From  these triremes,  a  number  of  200-300  could  be  manned. Continue reading

%d bloggers like this: