Ο  ελληνικός  στόλος  στη  ναυμαχία  της  Σαλαμίνας,  κατατροπώνει  τους Φοίνικες  ναυτικούς  και  τους  Πέρσες  επικυρίαρχους  τους.

Ένα  Oπλο  του  συνολικού  σπαρτιατικού  στρατού  που  λησμονείται  κατ’  επανάληψη,  είναι  το  ναυτικό.  Οι  Σπαρτιάτες  δεν  είχαν  ναυτική  παράδοση,  ούτε  απέκτησαν  ποτέ.  Όμως,  το  σημαντικό  σπαρτιατικό  ναυτικό  ήταν  μια  πραγματικότητα  η  οποία  οφειλόταν  στους  Λάκωνες  περιοίκους.  Αργότερα,  στην  Κλασσική  εποχή,  το  κοινό  Πελοποννησιακό  ναυτικό  προερχόταν  κυρίως  από  τους  Πελοποννήσιους  συμμάχους.  Μετά  το  τέλος  της  ηγεμονίας  της  (371  π.Χ.),  η  Σπάρτη  έμεινε  ουσιαστικά  χωρίς  ναυτικές  δυνάμεις  μέχρι  την  εποχή  του  βασιλιά  (και  όχι «τυράννου»)  Νάβιδος,  ο  οποίος  ήταν  υπεύθυνος  για  την  τελευταία  αναλαμπή  του  Σπαρτιατικού  Ναυτικού.

Η  ναυτική  παράδοση  των  παράκτιων  Λακώνων  περιοίκων,  που  ήταν  κυρίως  προ-δωριείς,  αρχίζει  τουλάχιστον  από  τη  Μυκηναϊκή  εποχή,  όταν  οι  Λακεδαιμόνιοι  Αχαιοί  έλαβαν  μέρος  στα  Τρωικά  με  60  πλοία.  Ο  αποικισμός  Σπαρτιατών  Δωριέων  και  Λακώνων  προ-δωριέων  στην  Κρήτη,  στη  Μήλο,  στη  Θήρα,  καθώς  και  στην  Κνίδο  στην  μικρασιατική  ακτή,  δείχνει  ότι  η  λακωνική  ναυτιλία  συνεχίστηκε  κατά  τη  Γεωμετρική  Εποχή (11ος-8ος  αι.  πΧ).  Το  ίδιο  αποδεικνύει  και  η  ναυτική  επιχείρηση  της  ίδρυσης  του  Τάραντα  στη  νότια  Ιταλία  από  τους  «Παρθενίες»  της  Σπάρτης  (706/5  π.Χ.),  οι  οποίοι  ξεκίνησαν  από  το  Γύθειο. 

Το  σπαρτιατικό  κράτος  δεν  είχε  εδαφική  διέξοδο  στην  θάλασσα  μέχρι  τα  μέσα  του  8ου  αιώνα,  αλλά  η  αποικιστική  συνεργασία  Δωριέων  και  προ-δωριέων  κατά  τη  Γεωμετρική  περίοδο  ήταν  συνηθες  φαινόμενο.  Οι  μόνοι  Λάκωνες  Δωριείς  που  απέκτησαν  κάποια  ναυτική  εμπειρία  ήταν  οι  Σπαρτιάτες  άποικοι  στο  Γύθειο  και  στα  Κύθηρα.

Κατά  την  Αρχαϊκή  Περίοδο (700-480  πΧ)  θεωρείται  βέβαιο  ότι  η  Σπάρτη  διέθετε  ναυτική  δύναμη  πεντηκοντόρων,  ενδεχομένως  και  διήρων,  προερχόμενη  από  τους  Λάκωνες  περιοίκους.  Το  524  διενεργείται  η  μεγάλη  κοινή  επιχείρηση  του  σπαρτιατικού  και  του  κορινθιακού  ναυτικού  για  την  ανατροπή  του  Πολυκράτη,  του  πανίσχυρου  τυράννου  της  Σάμου.  Αυτή  η  εκστρατεία  απέτυχε  λόγω  της  ναυτικής  ισχύος  της  τελευταίας.  Ο  Ευσέβιος  στον  «Κατάλογο  των  θαλασσοκρατοριών»,  όπως  αποκαλείται  η  αναφορά  του  αρχαίου  συγγραφέα  στις  ισχυρότερες  ναυτικές  δυνάμεις  της  Αρχαϊκής  εποχής,  αναφέρει  τη  Σπάρτη  ως  θαλασσοκράτειρα  κατά  τα  έτη  517-5  π.Χ.  Κάτι  τέτοιο  θεωρείται  ότι  δεν  ισχύει,  όταν  υπήρχαν  ναυτικές  δυνάμεις  όπως  η  Κόρινθος,  η  Αίγινα,  η  Μίλητος, η  Σάμος  κ.α.,  αλλά  αποδεικνύει  –όπως  και  η  εκστρατεία  εναντίον  του  Πολυκράτη–  ότι  οι  Σπαρτιάτες  είχαν  στη  διάθεση  τους  έναν  μικρό  αλλά  υπολογίσιμο  στόλο.  Οι  περίοικοι  που  έδιναν  πλοία  για  τον  στόλο,  ήταν  αποκλειστικά  Λάκωνες  επειδή  οι  παράκτιοι  περίοικοι  της  Μεσσηνίας  δεν  είχαν  πλέον  καμία  ναυτική  παράδοση  μετά  τη  σταδιακή  φυγή  των  Αχαιών  της  Πυλίας  προς  τη  Μικρά  Ασία  και  το  Μεταπόντιο  της  Ιταλίας  κατά  το  διάστημα  1200-600  π.Χ.

troop  carrier-in-rain

Μία  σπάνια  απεικόνιση  μίας  οπλιταγωγού  τριήρους  (σε  καταιγίδα).  Παρατηρείστε  το  κατάφρακτο  και  εκτεταμμένο  κατάστρωμα (κατάφρακτη  τριήρης), κατάλληλο  για τη  μεταφορά  των  οπλιτών  και  άλλων  μαχίμων  (έργο  του  Sam  Manning)

Η  Λακωνία  και  η  Κυνουρία  διέθεταν  αρκετά  μικρά  λιμάνια  με  ανεπτυγμένη  ναυτιλία.  Στην  ανατολική  ακτή  της  Πελοποννήσου  υπήρχε  η  Θυρέα  (σημερ.  Άστρος),  η  Τύρος,  οι  Πρασιές  (σημερ.  Λεωνίδιο),  η  Κύφαντα,  ο  Ζάραξ  (σημερ.  Γέρακας)  και  η  Επίδαυρος  Λιμηρά.  Στον  Λακωνικό  κόλπο  υπήρχαν  οι  Βοιές  (σημερ.  Νεάπολη),  ο  Λας,  το  Γύθειο  και  η  λακωνική  Ασίνη  (σημερ.  κόλπος  Σκούταρι),  ενώ  τον  Μεσσηνιακό  κόλπο  «αντίκριζε»  η  Καρδαμύλη  (στην  χερσόνησο  του  Ταινάρου).  Το  σημαντικότερο  λιμάνι  ήταν  πάντοτε  το  Γύθειο.  Θεωρείται  ότι  περίπου  οι  ίδιες  πολίχνες  παρείχαν  και  τα  πλοία  που  έστειλε  η  αχαϊκή  Λακεδαίμων  εναντίον  της  Τροίας  περί  το  1250  π.Χ.  Ο  πολεμικός  ναύσταθμος  όπου  ναυπηγούνταν  τα  πολεμικά  πλοία  (τουλάχιστον  κατά  τον  Πελοποννησιακό  πόλεμο)  βρισκόταν  στο  σύμπλεγμα  της  Τρινάσσου  (Τριών  Νήσων),  κοντά  στο  Γύθειο.

Οι  κάτοικοι  αυτών  των    παραθαλάσσιων  πόλεων  διέθεταν  μια  μικρή  τάξη  επιτυχημένων  εμπόρων  και  ναυτικών  με  τοπική  ναυπηγική  πείρα.  Αυτοί  ήταν  που  ανελάμβαναν  τη  ναυπήγηση  και  την  επάνδρωση  του  σπαρτιατικού  πολεμικού  στόλου  σε  όλες  τις  περιόδους.

bbbbbbb

Κορινθιακό  κράνος  της  περιόδου.  Οι  Ελληνες  «επιβάτες» (πεζοναύτες),  δηλαδή  οι  μάχιμοι  του  πολεμικού  πλοίου,  έφεραν  συνήθως  μόνο  την  περικεφαλαία,  την  ασπίδα  και  το  δόρυ  (ή  ξίφος) τους  στο  πλοίο,  προκειμένου  να  μην  επιβαρύνονται  με  βάρος  από  το  οποίο  δεν  θα  μπορούσαν  να  απαλλαγούν  εύκολα  (θωρακίσεις  κ.α.)  σε  περίπτωση  που  έπεφταν  στο  νερό  κατά  τη  σύρραξη  με  τον  εχθρό.

Περί  το  500  π.Χ.,  ο  στόλος  των  πεντηκοντόρων  αντικαταστάθηκε  από  τριήρεις,  με  τις  οποίες  η  Σπάρτη  έλαβε  μέρος  στους  Περσικούς  πολέμους.  Η  ναυπηγική  τεχνολογία  για  τη  κατασκευή  των  τριήρων  προήλθε  από  τις  πιστές  συμμάχους    της  Σπάρτης,  Κόρινθο  και  Αίγινα,  μεγάλες  ναυτικές  δυνάμεις  της  εποχής.  Η  Σπάρτη  απέκτησε  τον  πρώτο  στόλο  τριήρων  μάλλον  μία  δεκαετία  νωρίτερα  από  την  Αθήνα,  η  οποία  ναυπήγησε  τα  πρώτα  πλοία  αυτού  του  τύπου  μετά  την  μάχη  του  Μαραθώνα  (490  π.Χ.),  χάρη  στην  επιμονή  του  Θεμιστοκλή.  Εως  τότε  οι Αθηναίοι  διέθεταν  μόνο  πεντηκοντόρους  και  ίσως  λίγες  διήρεις.  Η  σπαρτιατική  μοίρα  στα  «Μηδικά»  ήταν  η  πέμπτη  μεγαλύτερη  ανάμεσα  σε  αυτές  των  άλλων  ελληνικών  κρατών,  αποτελούμενη  από  16  τριήρεις.  Ήταν  μικρότερη  αριθμητικά  μόνο  από  εκείνες  της  Αθήνας  (200  τριήρεις  με  αυτές  των  Αθηναίων  κληρούχων  του  Ληλαντιου  της  Ευβοιας),  της  Κορίνθου  (40  τριήρεις),  της  Αίγινας  (συνολικά  40  τριήρεις  μαζί  με  μια  εφεδρεία  δέκα  τέτοιων  πλοίων  στο  νησί)  και  των  Μεγάρων  (20).  Ακολουθούσε  η  μοίρα  της  Σικυώνας  με  15  τριήρεις  και  άλλες  μικρότερες.  Το  ειδικό  βάρος  της  χερσαίας  στρατιωτικής  δύναμης  της  Σπάρτης  είχε  το  αντίκτυπο  της  και  στον  ελληνικό  συμμαχικό  στόλο  των  «Μηδικών».  Αυτός  είχε  πάντοτε  Σπαρτιάτη  ναύαρχο,  όπως  ο  Ευρυβιάδης  και  ο  Λεωτυχίδης.  Ωστόσο,  οι  ώριμα  σκεπτόμενοι  Σπαρτιάτες  ναύαρχοι,  μην  έχοντας  ναυτική  πείρα  και  αναγνωρίζοντας  την  ιδιοφυία  του  Θεμιστοκλή,  του  επέτρεπαν  σιωπηρά  να  είναι  συνήθως  ο  ουσιαστικός  διοικητής  του  ελληνικού  στόλου.

Περικλής   Δεληγιάννης

ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ – ΜΕΡΟΣ Β΄