Φολιδωτές  Βυζαντινές  πανοπλίες  (Dumbarton  Οaks – κατασκευασμένες  από  τον  δημιουργό  Δημήτρη  Κατσίκη)

Η  χερσαία  δράση  των  Αράβων,  Ιρανών  και  άλλων  μουσουλμάνων  εναντίον  της  Βυζαντινής  Αυτοκρατορίας,  χαρακτηριζόταν  κυρίως  από  ταχείες  εισβολές  επιδρομικού  χαρακτήρα  στο  μικρασιατικό  έδαφος,  οι  οποίες  διενεργούντο  σε  μερικές  περιπτώσεις  από  πολυάριθμα  στρατεύματα.  Η  ακτίνα  δράσης  των  επιδρομέων  ήταν  ευρύτατη,  φθάνοντας  ενίοτε  έως  την  Προποντίδα.  Το  εύρος  των  επιθέσεων  τους  ανήκε  σε  όλες  τις  κλίμακες,  κυμαινόμενο  από  απλές  ληστρικές  επιδρομές  μερικών  εκατοντάδων  πολεμιστών  έως  μαζικές  εισβολές  δεκάδων  χιλιάδων.  Ωστόσο  οι  περισσότερες  γίνονταν  με  σκοπό  τη  λεηλασία.  Ο  αναφερόμενος  μεγάλος  αριθμός  (σε  μερικές  περιπτώσεις)  των  εισβολέων,  η  παράλληλη  αυξημένη  ταχύτητα  προέλασης  τους  και  η  μεγάλη  ακτίνα  δράσης  τους,  παρότι  φαίνονται  ασύμβατα  στοιχεία  από  τη  στρατηγική  άποψη,  συμβάδιζαν  στην  περίπτωση  των  μουσουλμάνων.  Αυτό  οφείλετο  στον  ελαφρύ  εξοπλισμό  μεγάλου  μέρους  των  μαχίμων  τους,  στην  ύπαρξη  μεγάλου  ποσοστού  ιππέων  ανάμεσα  τους  (συνήθως  η  πλειονότητα)  και  στη  χρήση  καμηλών  και  πολυάριθμων  αλόγων.

Οι  καμήλες  μετέφεραν  εφόδια  και  ανθρώπους  και  ήταν  ιδιαίτερα  χρήσιμες  σε  μακρινές  εκστρατείες.  Οι  Άραβες  ιππείς  επέβαιναν  σε  αυτές  κατά  την  πορεία  προκειμένου  να  μην  κουράζονται  τα  άλογα,  τα  οποία  ιππεύονταν  σχεδόν  μόνο  στις  μάχες.  Επίσης  έφερναν  μαζί  τους  μεγάλους  αριθμούς  αλόγων  προκειμένου  να  τα  αλλάζουν  και  έτσι  να  είναι  ξεκούραστα.  Οι  καμήλες  διέθεταν  ανεξάντλητη  αντοχή  στην  πείνα,  τη  δίψα  και  τις  μακρινές  πορείες.  Μπορούσαν  να  διασχίζουν  μεγάλες  αποστάσεις  χωρίς  να  σταματούν  συχνά  προκειμένου  να  ξεκουράζονται  και  να  σιτίζονται,  δίνοντας  έτσι  σημαντικό  στρατηγικό  πλεονέκτημα  στα  μουσουλμανικά  στρατεύματα.

Η  Βυζαντινή  Αυτοκρατορία  και  το  Ισλαμικό  Χαλιφάτο.

Δεν  ήταν  δυνατό  για  τον  αυτοκρατορικό  στρατό  να  αντιδράσει  εγκαίρως  στις  αραβικές  επιδρομές  ή  εισβολές  και  επιπρόσθετα  ήταν  συχνά  απασχολημένος  στα  ευρωπαϊκά  μέτωπα.  Γι’  αυτούς  τους  λόγους,  η  αντιμετώπιση  των  εισβολέων  αφορούσε  κυρίως  τα  τοπικά  Θεματικά  στρατεύματα,  τα  οποία  σχεδόν  «κατά  κανόνα»  υστερούσαν  αριθμητικά  έναντι  του  εχθρού.  Οι  μουσουλμάνοι  είχαν  συγκεντρωμένες  τις  δυνάμεις  τους,  διατηρώντας  έτσι  το  αριθμητικό  πλεονέκτημα.  Η  βυζαντινή  στρατηγική  έναντι  τους,  αφορούσε  αρχικά  την  απομάκρυνση  των  αμάχων  από  τις  περιοχές  οι  οποίες  βρίσκονταν  στην  πορεία  της  προώθησης  τους.  Οι  πόλεις  ήταν  συνήθως  ασφαλείς  έναντι  των  επιδρομέων,  λόγω  των  τειχών  τους.  Βυζαντινοί  ιππείς  παρακολουθούσαν  τις  κινήσεις  των  Αράβων  ενώ  εκείνοι  λαφυραγωγούσαν  τη  μικρασιατική  ύπαιθρο,  και  συχνά  εξόντωναν  αποκομμένες  ομάδες  των  δεύτερων.  Παράλληλα  ολιγάριθμες  βυζαντινές  μονάδες  προσπαθούσαν  να  παρασύρουν  τμήματα  του  αραβικού  στρατού  σε  ενέδρα  για  να  μειώσουν  τη  δύναμη  του.  Οι  μουσουλμάνοι  εισέρχονταν  στα  αυτοκρατορικά  εδάφη  διερχόμενοι  από  ημιορεινές  ή  ορεινές  διαβάσεις.  Kατά  την  πορεία  της  εισβολής  τους  υποχρεώνονταν  να  διέλθουν  από  αρκετές  παρόμοιες  στενωπούς.  Ταυτόχρονα  με  τις  προαναφερόμενες  αμυντικές  ενέργειες,  Βυζαντινοί  πεζοί  κατελάμβαναν  αυτές  τις  διαβάσεις  στα  νώτα  των  Αράβων,  προκειμένου  να  αποκόψουν  την  οδό  διαφυγής  τους.

Οι  κατάλληλες  περιστάσεις  για  επίθεση  εναντίον  των  εισβολέων,  ήταν  όταν  εκείνοι  αποχωρούσαν  προς  τα  εδάφη  τους  μεταφέροντας  μεγάλες  ποσότητες  λαφύρων  και  αριθμούς  αιχμαλώτων  που  δυσχέραιναν  την  πορεία  τους,  ή  όταν  ανακάλυπταν  ότι  τα  περάσματα  στα  μετόπισθεν  τους  είχαν  καταληφθεί  από  τις  αυτοκρατορικές  δυνάμεις  και  σταματούσαν  για  να  διαπραγματευθούν  τη  διάβαση  τους  από  αυτές.  Οι  Βυζαντινοί  προτιμούσαν  να  επιτίθενται  στους  μουσουλμάνους  εισβολείς  κατά  τη  διάρκεια  της  νύκτας  ή  σε  ημέρες  κακοκαιρίας,  ιδίως  κατά  τη  διάρκεια  καταιγίδας  ή  έντονου  ψύχους.  Οι  μουσουλμάνοι,  οι  οποίοι  κατάγονταν  σε  συντριπτικό  ποσοστό  από  χώρες  της  Μέσης  Ανατολής  και  την  Αραβική  χερσόνησο,  δεν  ήταν  συνηθισμένοι  σε  τέτοιες  καιρικές  συνθήκες  και  υπέφεραν.  Σε  άλλες  περιπτώσεις  οι  Αραβες  επιδρομείς  επιχειρούσαν  να  διαβούν  τις  αναφερόμενες  στενωπούς  όταν  αγνοούσαν  ότι  οι  Βυζαντινοί  είχαν  ακροβολισθεί  στα  υψώματα  τους,  ή  όταν  βρίσκονταν  σε  απελπιστική  θέση.  Σε  τέτοιες  περιπτώσεις  αποδεκατίζονταν  από  τα  βέλη,  τα  ακόντια  και  τα  βλήματα  σφενδόνων  που  εκτόξευαν  εναντίον  τους  οι  Βυζαντινοί  ακροβολιστές  και  στη  συνέχεια  από  τα  ξίφη  και  τις  λόγχες  των  αυτοκρατορικών  πεζών,  οι  οποίοι  επιτίθεντο  και  αποτελείωναν  τους  επιζώντες  (αιχμαλωτίζοντας  και  πολλούς  από  αυτούς).  Πράγματι,  πολλές  από  τις  βυζαντινές  νίκες  σε  βάρος  των  μουσουλμάνων  στη  Μικρά  Ασία  επιτεύχθηκαν  με  ενέδρα  σε  περάσματα  κατά  την  υποχώρηση  των  επιδρομέων.

muslim

Αξιόπιστη  αναπαράσταση  μουσουλμάνου  πολεμιστή.

Πρέπει  να  παρατηρηθεί  ότι  οι  Αραβες,  οι  Ιρανοί  και  γενικά  οι  μουσουλμάνοι  ιππείς  είχαν  ιδιαίτερη  αδυναμία  στα  άλογα  τους,  γι’  αυτό  οι  Βυζαντινοί  λογχοφόροι,  τοξότες  και  ακοντιστές  έπρεπε  να  στοχεύουν  περισσότερο  αυτά  παρά  τον  αναβάτη  τους.  Είναι  γνωστό  ότι  πολλοί  μουσουλμάνοι  προτιμούσαν  να  τραπούν  σε  φυγή  παρά  να  χάσουν  το  άλογο  τους,  κατάσταση  η  οποία  επέφερε  την  αποδιοργάνωση  της  παράταξης  τους.  Αν  η  παράταξη  των  Αράβων  αποσυγκροτείτο,  ήταν  πολύ  δύσκολο  για  εκείνους  να  την  ανασυγκροτήσουν,  μη  διαθέτοντας  την  υψηλή  πειθαρχία  και  οργάνωση  των  Βυζαντινών  αντιπάλων  τους.    Τέλος,  μία  συχνή  βυζαντινή  στρατηγική  αντίδραση  έναντι  των  αραβικών  επιδρομών,  ήταν  η  διενέργεια  επιθέσεων  αντιποίνων  από  ξηρά  ή/και  θάλασσα  εναντίον  της  μουσουλμανικής  Κιλικίας,  της  Συρίας  και  σπανιότερα  της  Αιγύπτου.

Περικλης  Δεληγιάννης