(Το  συγκεκριμένο  άρθρο  μου,  δημοσιεύθηκε  για  πρώτη  φορά  στο  ιστολόγιο  http://www.istorikathemata.com/  ) 

Περί  το  τέλος  του  6ου  αιώνα  π.Χ.  ο  Αγιάδης  Αναξανδρίδας,  ένας  από  τους  δύο  Σπαρτιάτες  βασιλείς,  δυσκολευόταν  να  αποκτήσει  τέκνα  από  την  πρώτη  σύζυγο  του.  Οι  Σπαρτιάτες  έφοροι  του  επέβαλλαν  να  λάβει  και  δεύτερη  σύζυγο  προκειμένου  να  αποκτήσει  διάδοχο.  Από  τη  δεύτερη  γυναίκα  του  ο  Αναξανδρίδας  απέκτησε  τον  Κλεομένη,  ο  οποίος  έμελε  να  εξελιχθεί  σε  έναν  από  τους  ικανότερους  Σπαρτιάτες  βασιλείς.  Ωστόσο,  λίγο  μετά  τη  γέννηση  του,  η  πρώτη  γυναίκα  του  Αναξανδρίδα  γέννησε  επίσης  γιο,  τον  Δωριέα.  Παρότι  ο  Δωριέας  προερχόταν  από  την  πρώτη  σύζυγο,  ο  Κλεομένης  διαδέχθηκε  τον  Αναξανδρίδα  ως  πρωτότοκος.    Ο  Δωριέας,  χολωμένος  από  την  ανάληψη  της  εξουσίας  από  τον  Κλεομένη,  οργάνωσε  αποικιστική  αποστολή  προκειμένου  να  εγκαταλείψει  για  πάντα  τη  Σπάρτη  (515  π.Χ.).  Η  πρώτη  επιλογή  του  ήταν  η  περιοχή  του  ποταμού  Κίνυπα  στη  Λιβύη.  Οι  άνδρες  που  τον  ακολούθησαν  αναφέρονται  ως  «Λακεδαιμόνιοι»  και  φαίνεται  ότι  περιελάμβαναν  ελάχιστους  Σπαρτιάτες  πολίτες  («ομοίους»).  Όσοι  «όμοιοι»  τον  ακολούθησαν  θα  ήταν  προσωπικοί  φίλοι  του,  μέλη  της  πολιτικής  φατρίας  του.  Οι  περισσότεροι  άνδρες  του  προέρχονταν  από  άλλες  κατηγορίες  Λακεδαιμονίων,  κυρίως  από  υπομείονες  (έκπτωτους  πολίτες,  που  μόλις  είχαν  αρχίσει  να  αυξάνονται),  περιοίκους  καθώς  και  από  Πελοποννησίους  συμμάχους.

Ένα  τμήμα  της  Λιβύης,  η  Κυρηναϊκή,  είχε  ήδη  αποικισθεί  από  αποίκους  Λακεδαιμονίων.  Οι  Κυρηναίοι  προέρχονταν  από  τη  νήσο  Θήρα,  μία  λακωνική  αποικία.  Επιπρόσθετα,  κοντά  στον  γειτονικό  ποταμό  Κίνυπα  υπήρχε  η  πόλη  Οία,  αναφερόμενη  αργότερα  ως  καρχηδονιακή  αποικία.  Ωστόσο  η  ονομασία  της  ανήκει  σε  μία  θηραϊκή  πόλη  και  επομένως  ίσως  ιδρύθηκε  από  Θηραίους  ή  Κυρηναίους  αποίκους.  Πιθανώς  οι  Καρχηδόνιοι  εκδίωξαν  αργότερα  τους  Έλληνες  αποίκους  της  λιβυκής  Οίας,  αποικίζοντας  την  με  Φοίνικες.  Οι  Κυρηναίοι  υποστήριξαν  την  αποικιστική  εκστρατεία  του  Δωριέα  στη  Λιβύη  για  λόγους  επιβίωσης.  Τη  συγκεκριμένη  εποχή  βρίσκονταν  ανάμεσα  σε  δύο  «πυρά».  Στα  ανατολικά  τους,  οι  Πέρσες  του  βασιλιά  Καμβύση  είχαν  κατακτήσει  την  Αίγυπτο  απειλώντας  τους  άμεσα.  Στα  δυτικά,  οι  Καρχηδόνιοι  επεκτείνονταν  διαρκώς  πλησιάζοντας  επικίνδυνα  τα  κυρηναϊκά  σύνορα.  Οι  Κυρηναίοι,  που  είχαν  συμπληρώσει  μόλις  έναν  αιώνα  στην  περιοχή,  κινδύνευαν  να  συνθλιβούν  και  πιθανώς  να  εκδιωχθούν  πάλι  προς  την  Ελλάδα.  Λαμβάνοντας  υπόψη  ότι  η  αποστολή  του  Δωριέα  οργανώθηκε  από  το  επίσημο  σπαρτιατικό  κράτος,  πιθανώς  αποτελούσε  μέτρο  το  οποίο  έλαβε  η  Σπάρτη  για  τη  σωτηρία  της  αποικίας  της,  Κυρήνης.  Ήταν  επόμενο  να  δράσει  για  τη  σωτηρία  της  τελευταίας,  ειδικά  σε  μια  εποχή  που  ο  Ελληνισμός  κινδύνευε  από  την  επέκταση  των  εχθρών  του  από  την  Ανατολή  (Πέρσες  και  Συροφοίνικες)  και  τη  Δύση  (Καρχηδόνιοι  και  Ετρούσκοι).  Οι  Κυρηναίοι  θα  ήταν  ευτυχείς  από  την  ίδρυση  μιας  «δίδυμης»  δωρικής  αποικίας  στον  Κίνυπα  η  οποία  θα  ενίσχυε  υπέρμετρα  το  ελληνικό  στοιχείο  στη  Λιβύη.

Οπλίτης  της  εποχής  του  Δωριέα  με  κορινθιακό  κράνος  και  θώρακα.  Οι  ορειχάλκινες  φολίδες  και  πλάκες  του  θώρακα   είναι  ραμμένες  σε  υποκάμισο  (βάση)  από  λινό  (ευγενική   χορηγία   του   Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Κορύβαντες)

Η  σπαρτιατική  αποστολή  οδηγήθηκε  αρχικά  από  Θηραίους  ναυτικούς  έως  την  Κυρήνη  (515/4  π.Χ.).  Εκεί  ο  Δωριέας  συνάντησε  τον  εξόριστο  Φίλιππο  από  τον  Κρότωνα  της  Κάτω  Ιταλίας,  τον  οποίο  ενσωμάτωσε  μαζί  με  τους  συντρόφους  του  στη  δύναμη  του.  Οι  Λακεδαιμόνιοι  προχώρησαν  με  την  κυρηναϊκή  βοήθεια  έως  τη  χώρα  του  Κίνυπα  όπου  ίδρυσαν  μια  πόλη.  Οι  άποικοι  αντιμετώπισαν  από  την  αρχή  τις  επιθέσεις  των  ιθαγενών  Λιβύων.  Η  δε  Καρχηδόνα  θεωρούσε  την  περιοχή  δική  της  σφαίρα  αποικισμού  και  ανησύχησε  από  την  ίδρυση  αποικίας  της  ισχυρής  Σπάρτης  κοντά  στα  σύνορα  της.  Ο  Ελληνες  άποικοι  κρατήθηκαν  στην  περιοχή  περισσότερο  από  δύο  χρόνια,  αποκρούοντας  τις  λιβυκές  επιθέσεις  (514-512/511  π.Χ.).  Τελικά  οι  Καρχηδόνιοι  ενώθηκαν  με  τους  Λίβυες  και  εκδίωξαν  τους  Λακεδαιμόνιους  από  τον  Κίνυπα.  Ο  Δωριέας  και  οι  άνδρες  του  επέστρεψαν  στη  Σπάρτη,  ωστόσο  η  αποικιστική  εκστρατεία  τους  δεν  ήταν  μάταιη.  Οι  Καρχηδόνιοι,  οι  οποίοι  εποφθαλμιούσαν  την  Κυρηναϊκή,  κατανόησαν  ότι  αν  προωθούντο  πέρα  από  τον  ποταμό  Κίνυπα,  θα  «πυροδοτούσαν»  νέα  σπαρτιατική  ή  άλλη  ελληνική  εκστρατεία  για  την  προστασία  των  Κυρηναίων.  Οι  Καρχηδόνιοι  είχαν  ήδη  δύο  ανοικτά  μέτωπα  με  τους  Έλληνες  στη  Σικελία  και  την  Ισπανία  (εναντίον  της  Μασσαλίας)  και  δεν  επιθυμούσαν  το  άνοιγμα  τρίτου.  Αργότερα  συμφώνησαν  με  τους  Κυρηναίους  στον  καθορισμό  των  κοινών  συνόρων  τους  στους  Βωμούς  των  Φιλαίνων,  στον  Κόλπο  της  Μεγάλης  Σύρτεως.  Κατά  την  ελληνιστική  περίοδο,  τα  σύνορα  της  Κυρηναϊκής  επεκτάθηκαν  εις  βάρος  της  καρχηδονιακής  επικράτειας,  όταν  οι  Καρχηδόνιοι  υποχώρησαν  μπροστά  στο  πανίσχυρο  πτολεμαϊκό  βασίλειο  στο  οποίο  είχαν  ενσωματωθεί  οι  Κυρηναίοι.

Ο  Δωριέας  και  οι  άνδρες  του  οργάνωσαν  νέα  αποικιστική  αποστολή  στη  Μεγάλη  Ελλάδα  με  στόλο  πέντε  τριήρων,  από  τις  οποίες  η  μια  ήταν  κροτωνιατική.  Η  τελευταία  ανήκε  στον  Φίλιππο  και  τους  άλλους  εξόριστους  Κροτωνιάτες,  οι  οποίοι  ευελπιστούσαν  να  επιστρέψουν  στην  πόλη  τους.  Το  νέο  στρατιωτικό  σώμα  του  Δωριέα  αποτελείτο  επομένως  από  τα  πληρώματα  πέντε  τριήρων,  δηλαδή  1.000  άνδρες:  Λακεδαιμόνιους,  άλλους  Πελοποννήσιους,  Κροτωνιάτες,  ενώ  μια  πηγή  αναφέρει  και  100  Αθηναίους  ανάμεσα  τους.  Το  σώμα  αποβιβάστηκε  κατά  το  πιθανότερο  στον  Τάραντα,  σπαρτιατική  αποικία  της  Κάτω  Ιταλίας.  Ο  Δωριέας  βάδισε  στα  δυτικά  και  βρήκε  τους  Κροτωνιάτες  σε  πόλεμο  με  τους  πρώην  συμμάχους  τους,  Συβαρίτες.  Ο  Δωριέας  επέλεξε  να  ενισχύσει  τον  Κρότωνα  λόγω  και  της  παρουσίας  του  Φιλίππου  στη  δύναμη  του.  Οι  Κροτωνιάτες  και  οι  άνδρες  του  Δωριέα  κατέλαβαν  και  κατέστρεψαν  τη  Σύβαρι  (511/510  π.Χ.)  αλλά  οι  δεύτεροι  δεν  παρέμειναν  στην  Ιταλία,  ούτε  καν  οι  Κροτωνιάτες  εξόριστοι  του  Φιλίππου.  Φαίνεται  ότι  αντιμετώπισαν  την  εχθρότητα  των  Ιταλιωτών  Ελλήνων,  ανάμεσα  τους  και  των  συμμάχων  τους  Κροτωνιατών.  Κανείς  από  εκείνους,  πιθανώς  ούτε  οι  Ταραντίνοι,  δεν  επιθυμούσαν  την  ίδρυση  μιας  ισχυρής  σπαρτιατικής  αποικίας  που  θα  αντικαθιστούσε  τη  Σύβαρι,  συνιστώντας  απειλή  για  την  ευημερία  τους.

aaa

 Κορινθιακή  περικεφαλαία  και  μυώδης  θώρακας, αμφότερα  από  ορείχαλκο.

Οι  πολυπλάνητοι  Έλληνες  του  Δωριέα  έπλευσαν  ή  βάδισαν  κατά  μήκος  της  βόρειας  ακτής  της  Σικελίας,  καταλήγοντας  στο  βορειοδυτικό  άκρο  της,  στην  περιοχή  του  όρους  Έρυκος.  Εκεί  ίδρυσαν  την  Ηράκλεια.  Η  νέα  πόλη  ήταν  απομονωμένη  από  τις  άλλες  ελληνικές  σικελιωτικές  περιοχές,  περιβαλλόμενη  από  τα  εδάφη  των  Φοινίκων  και  των  Ελύμων  (γηγενών  της  Σικελίας),  ωστόσο  άνθησε  και  ισχυροποιήθηκε  γρήγορα  σε  δύο  ή  τρία  χρόνια.  Οι  Καρχηδόνιοι  θορυβήθηκαν  από  τη  νέα  ελληνική  εγκατάσταση  στη  βορειοδυτική  Σικελία  η  οποία  ανήκε  στη  σφαίρα  επιρροής  τους,  περισσότερο  από  το  ότι  ιδρύθηκε  από  τους  Λακεδαιμόνιους  του  Δωριέα,  «γνώριμους»  τους  από  τον  Κίνυπα.  Εστειλαν  ένα  εκστρατευτικό  σώμα  το  οποίο  ενώθηκε  με  τις  δυνάμεις  των  Σικελοφοινίκων  και  των  Ελύμων,  συντρίβοντας  τελικά  τις  περιορισμένες  δυνάμεις  του  Δωριέα  (508/7  π.Χ.).  Ο  Σπαρτιάτης  ηγέτης  και  οι  τρεις  από  τους  τέσσερις  υπαρχηγούς  του,  συμπεριλαμβανομένου  του  Φιλίππου  του  Κροτωνιάτη,  σκοτώθηκαν.  Ειδικά  οι  Εγεσταίοι  Έλυμοι  εντυπωσιάστηκαν  από  τη  μαχητικότητα  του  Φιλίππου  και  του  απέδωσαν  τιμές  ήρωα.  Η  Ηράκλεια  καταστράφηκε  από  τους  Καρχηδονίους  και  οι  επιζώντες  κάτοικοι  της  κατέφυγαν  στη  χώρα  του  Σελινούντα.  Ο  μόνος  επιζών  υπαρχηγός  του  Δωριέα  ήταν  ο  Ευρυλέων  ο  οποίος  κατέλαβε  τη  σελινούντια  αποικία  Μινώα,  μετονομάζοντας  την  σε  Ηράκλεια  (Μινώα).  Ο  Ευρυλέων  επιτέθηκε  στον  Σελινούντα  και  ανέτρεψε  τον  τύραννο  του,  Πυθαγόρα.  Όμως  έγινε  ο  ίδιος  τύραννος  της  πόλης,  σκοπεύοντας  ίσως  να  συνεχίσει  τον  πόλεμο  εναντίον  των  Καρχηδονίων.  Οι  Σελινούντιοι  τον  ανέτρεψαν  σύντομα  και  τον  φόνευσαν  στην  Αγορά  της  πόλης.

Το  489/8  π.Χ.  πέθανε  στη  Σπάρτη  ο  βασιλιάς  Κλεομένης.  Τον  διαδέχθηκε  ο  νεότερος  γιος  του  Αναξανδρίδα,  ο  Λεωνίδας,  που  έμελε  να  ηγηθεί  των  Σπαρτιατών  στη  μάχη  των  Θερμοπυλών  (480  π.Χ.)  γράφοντας  τη  λαμπρότερη  σελίδα  της  σπαρτιατικής  Ιστορίας.  Ο  Αναξανδρίδας  ευτύχησε  να  αποκτήσει  τρεις  σπουδαίους  γιους,  καθένας  από  τους  οποίους  έγραψε  τη  δική  του  ιστορία.  Ο  Δωριέας  μπορεί  να  μην  είναι  τόσο  γνωστός  όσο  οι  δύο  ένδοξοι  αδελφοί  του,  ωστόσο  η  ανεξάντλητη  ενεργητικότητα  και  η  ακλόνητη  επιμονή  του  να  αποκτήσει  μια  νέα  πατρίδα,  μακριά  από  τη  Σπάρτη  που  τόσο  τον  λύπησε,  καταδεικνύουν  μια  ισχυρή  προσωπικότητα.  Αν  είχε  παραμείνει  στη  Σπάρτη,  θα  είχε  διαδεχθεί  τον  Κλεομένη  και  πιθανώς  θα  ήταν  εκείνος  ο  οποίος  θα  αντιμετώπιζε  τους  Πέρσες  στις  Θερμοπύλες  «κλέβοντας»  την  αιώνια  δόξα  από  τον  Λεωνίδα,  τον  γνωστότερο  Σπαρτιάτη  όλων  των  εποχών.

Περικλής  Δεληγιάννης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ

(1)  Diodorus  Siculus:  HISTORICAL  LIBRARY.

(2)  Herodotus:  HISTORIES.

(3)  Pugliese  Carratelli  G.  (Editore):  THE  WESTERN  GREEKS,  Venezia-Milano:  Bompiani,  1996.