Archaic1

Οπλίτης  της  Αρχαϊκής  περιόδου  με  κωδωνόσχημο  θώρακα,  κερασφόρο  κορινθιακό  κράνος,  αργολική  ασπίδα  και  λόγχη.  Αυτή  η  οπλοσκευή  ήταν  χαρακτηριστική  και  για  τους  Ελληνες  της  Σικελίας  και  της  Κάτω  Ιταλίας  στην  οποία  έχουν  ανακαλυφθεί  κερασφόρες  περικεφαλαίες.  Ευγενική  χορηγία  του  Συλλόγου  Ιστορικών  Μελετών  Κορύβαντες.

Η  Γέλα  ολοκλήρωσε  την  ηγεμονική  πορεία  της,  όταν  ο  Γέλων,  η  μεγαλύτερη  μορφή  της,  κατέστησε  πρωτεύουσα  του  τις  Συρακούσες.  Στο  εξής,  το  τέκνο  της,  ο  Ακράγας,  την  υποκατέστησε  ως  η  δεύτερη  ισχυρότερη  σικελιωτική,  πραγματικό  αντίπαλο  δέος  για  τις  Συρακούσες.

Μετά  από  αυτήν  την  ιστορική  εισαγωγή,  θα  ασχοληθούμε  λεπτομερέστερα  με  τις  ένοπλες  δυνάμεις  της  Γέλας.

Το  βασικό  στρατιωτικό  μειονέκτημα  της  Γέλας  ήταν  η  έλλειψη  λιμένων  στην  περιοχή  της.  Ετσι,  δεν  διέθετε  ποτέ  αξιόλογο  πολεμικό  στόλο.  Όταν  αργότερα  οι  τύραννοι  της  συγκρότησαν  το  εκτεταμένο  κράτος  τους,  χρησιμοποίησαν  τους  λιμένες  και  τα  πολεμικά  πλοία  των  υποτελών  πόλεων-κρατών  για  τη  συγκρότηση  ναυτικού.  Η  μειωμένη  ενασχόληση  των  Γελώων  με  τη  ναυτιλία  και  η  εύφορη  πεδιάδα  της  πόλης  τους,  τούς  έστρεψαν  στη  γεωργική-κτηνοτροφική  ζωή.  Εξάλλου  οι  άποικοι  πρόγονοι  των  περισσοτέρων,  παρότι  νησιώτες,  ήταν  περισσότερο  προσκολλημένοι  στον  χερσαίο  βίο  παρά  στη  θάλασσα:  δηλαδή  οι  Κρήτες,  οι  Κώοι  και  οι  άποικοι  από  τις  πόλεις  Ιάλυσο  και  Κάμιρο  της  Ρόδου  (οι  Λίνδιοι  ήταν  ουσιαστικά  η  εξαίρεση  στον  «κανόνα»).  Το  περιορισμένο  ναυτικό  της  Γέλας  «ελευθέρωνε»  το  μάχιμο  δυναμικό  της  για  υπηρεσία  στο  χερσαίο  στράτευμα.  Άλλες  παράμετροι  που  οδήγησαν  στη  συγκρότηση  του  πανίσχυρου  Γελώου  στρατού,  ήταν  η  δωρική  προέλευση  των  αποίκων  και  η  ευφορία  της  πεδιάδας  της  Γέλας.  Οι  Δωριείς  είχαν  μακρόχρονη  στρατιωτική  παράδοση,  την  οποία  διατήρησαν  αμείωτη  όταν  εγκαταστάθηκαν  στα  Δωδεκάνησα  και  την  Κρήτη.  Αυτή  την  «κληρονομιά»  παρέλαβαν  οι  Γελώοι  και  οι  Ακραγαντίνοι.

Η  ευφορία  του  εδάφους  επέδρασε  με  διττό  τρόπο  στη  γένεση  ισχυρού  στρατεύματος.  Η  γόνιμη  γελώα  γη  μπορούσε  να  συντηρήσει  σημαντικό  πληθυσμό.  Ήταν  πυκνοκατοικημένη  ήδη  πριν  την  άφιξη  των  Ελλήνων,  οι  οποίοι  κατέστησαν  δουλοπάροικους  τους  Σικανούς.  Ο  σχηματισμός  εκτενών  και  εύφορων  κλήρων,  καλλιεργούμενων  από  πολλούς  δουλοπάροικους  και  τα  εισοδήματα  που  απέφεραν,  δημιούργησαν  τις  κατάλληλες  συνθήκες  για  τον  σχηματισμό  μιας  πολεμοχαρούς  αριστοκρατίας  η  οποία  αποτελείτο  από  τους  απογόνους  των  αποίκων  και  διατηρείτο  συνεχώς  ετοιμοπόλεμη,  για  την  επιτήρηση  των  υποταγμένων  γηγενών,  όπως  συνέβη  π.χ.  στο  Άργος  και  στη  Σπάρτη.  Έτσι  συγκροτήθηκε  ένας  στρατός  ισχύος  συγκρίσιμης  με  τον  αργείο  και  τον  λακεδαιμονικό  της  Αρχαϊκής  εποχής.  Εντούτοις  οι  Γελώοι  δεν  ακολούθησαν  την  πορεία  της  Σπάρτης  (η  οποία  διατήρησε  τις  τάξεις  των  ειλώτων  και  των  περιοίκων  έως  την  Ελληνιστική  περίοδο)  αλλά  εκείνη  του  Άργους.  Σταδιακά,  οι  Σικανοί  δουλοπάροικοι,  με  την  υποχώρηση  του  αριστοκρατικού  πολιτεύματος  υπέρ  της  τυραννίας  (η  οποία  ευνοούσε  τις  λαϊκές  μάζες  στις  οποίες  στηριζόταν  αρκετά),  και  τον  βαθμιαίο  εξελληνισμό  τους,  απελευθερώθηκαν  και  αφομοιώθηκαν  από  τους  Έλληνες  αποίκους.  Ετσι  η  οπλιτική  φάλαγγα  της  Γέλας  ενισχύθηκε  αριθμητικά  τόσο  με  τους  εξελληνισμένους  ιθαγενείς,  όσο  και  από  τον  μεγάλο  πληθυσμό  ο  οποίος  τρεφόταν  από  την  εύφορη  γη.

sicily

Ο  οπλιτικός  τρόπος  πολέμου  είχε  αρχίσει  να  επικρατεί  στη  μητροπολιτική  Ελλάδα  όταν  ιδρύθηκε  η  Γέλα.  Είναι  σίγουρο  ότι  υιοθετήθηκε  από  τους  πολίτες  της  λίγο  μετά  την  ίδρυση  της  ή  πιθανώς  εξαρχής.  Η  φάλαγγα  πλαισιωνόταν  από  ψιλούς  και  άλλους  ελαφρά  οπλισμένους  (ακοντιστές,  σφενδονήτες,  τοξότες,  ροπαλοφόρους,  λιθοβόλους  κ.α.)  οι  οποίοι  στην  περίπτωση  της  Γέλας  και  του  Ακράγαντα  προέρχονταν  μάλλον  κυρίως  από  τον  εξελληνισμένο  σικανικό  λαό.  Αντίθετα,  το  ιππικό  και  οι  οπλιτικές  φάλαγγες  των  δύο  πόλεων  στελεχώνονταν  κυρίως  από  τους  απογόνους  των  αποίκων.  Εξάλλου  μόνο  αυτοί  είχαν  την  οικονομική  δυνατότητα  απόκτησης  και  συντήρησης  οπλιτικής  οπλοσκευής  ή  ιππικής  οπλοσκευής  (η  οποία  κατά  τη  συγκεκριμένη  περίοδο  δεν  διέφερε  σημαντικά  από  την  οπλιτική,  με  την  εξαίρεση  της  ασπίδας),  αλόγου  και  ιπποσκευής.

Εκτός  από  την  τυπική  αρχαϊκή  οπλιτική  οπλοσκευή,  οι  αγγειογραφίες  δείχνουν  επίσης  την  προτίμηση  των  Γελώων  στην  κορινθιακή  περικεφαλαία,  όπως  και  στην  Ελλάδα  της  εποχής.    Ο  ανθρωπόμορφος  ταύρος,  ο  οποίος  αντιστοιχεί  σε  θεότητα  των  γηγενών  Αυσώνων  της  Ιταλίας,  και  Σικανών  και  Σικελών  της  Σικελίας,  εμφανίζεται  συχνά  στα  νομίσματα  της  αρχαϊκής  Γέλας,  όπως  και  σε  άλλων  ελληνικών  πόλεων.  Προφανώς  αποτελούσε  σύνηθες  έμβλημα  στις  ασπίδες  των  Γελώων  οπλιτών.  Ο  ανθρωπόμορφος  ταύρος  ήταν  γενικά  δημοφιλές  οπλιτικό  έμβλημα  για  τους  Ιταλιώτες,  Σικελιώτες,  Ετρούσκους  και  εγχώριους  Ιταλούς-Σικελούς.

2

Χαρακτηριστικές  αρχαϊκές  προστατευτικές  προμετωπίδες  αλόγων  από  τη  Μεγάλη  Ελλάδα,  με  μορφή  μαχίμου  που  φέρει  κορινθιακό  κράνος. 

Οι  δυνάμεις  των  Σικελιωτών  και  των  Ιταλιωτών  (Ελλήνων  της  Ιταλίας)  είχαν  μία  σημαντική  διαφορά  από  εκείνες  των  Ελλαδιτών:  τη  διατήρηση  ισχυρού  ιππικού.  Η  ανυπαρξία  εκτεταμένων  πεδινών  εκτάσεων  στη  νότια  Ελλάδα  και  την  Ηπειρο,  και  η  γηγενής  φυλή  των  μικρόσωμων  αλόγων  της  (προγόνων  των  σύγχρονων  ιππαρίων  της  νήσου  Σκύρου)  δεν  επέτρεπαν  την  ανάπτυξη  του  ιππικού  Όπλου.  Αντίθετα,  η  Μακεδονία,  η  Θεσσαλία  και  η  Βοιωτία  διέθεταν  εκτεταμένες  πεδιάδες  για  εκτροφή  πολυάριθμων  αλόγων,  και  επομένως  ισχυρό  ιππικό.  Ομοίως,  οι  εκτενείς  και  εύφορες  πεδιάδες  της  Σικελίας  (Λεοντίνων,  Συρακουσών,  Γέλας,  Ακράγαντα  κ.α.)  και  της  Μεγάλης  Ελλάδος  (Συβάρεως,  Τάραντα  κ.α.)  επέτρεψαν  τη  συγκρότηση  ικανών  ιππικών  σωμάτων  τα  οποία  στελεχώνονταν  από  τους  αριστοκράτες.  Το  εξαίρετο  ιππικό  της  Γέλας  με  ίππαρχο  τον  Γέλωνα,  ήταν  ο  κύριος  παράγοντας  των  νικών  του  Ιπποκράτη.

Το  Γελώο  ιππικό  κατέστη  σύντομα  το  ισχυρότερο  μεταξύ  των  Ελλήνων  της  Δύσης.  Ομοίως  ο  Ακράγας  διέθετε  ισχυρό  ιππικό  Οπλο.  Εχει  εκτιμηθεί  από  ορισμένους,  με  βάση  τις  αρχαίες  αναφορές  και  τις  απεικονίσεις  στα  αρχαιολογικά  ευρήματα,  ότι  στην  περίπτωση  της  Γέλας  και  άλλων  ιταλιωτικών  και  σικελιωτικών  πόλεων  (π.χ.  Σύβαρις),  το  ιππικό  είχε  αποφασιστικό  προβάδισμα  έναντι  της  οπλιτικής  φάλαγγας,  ωστόσο  δεν  θα  συμφωνήσουμε  με  αυτήν  την  εκδοχή.  Αποψη  του  γράφοντος  είναι  ότι  η  εκτενέστερη  προβολή  του  ιππικού  σε  βάρος  της  φάλαγγας,  στις  πηγές  και  στα  ευρήματα,  μάλλον  δεν  οφείλεται  τόσο  σε  κάποιο  πραγματικό  προβάδισμα  του  έναντι  των  οπλιτών,  όσο  στο  μακρόχρονο  αριστοκρατικό-ολιγαρχικό  παρελθόν  των  συγκεκριμένων  πόλεων,  το  οποίο  υποχώρησε  ραγδαία  λόγω  των  τυραννίδων  και  αργότερα  της  εγκαθίδρυσης  δημοκρατικού  πολιτεύματος  σε  αρκετές.  Οι  αριστοκράτες  στελέχωναν  το  ιππικό  και  έτσι  είναι  επόμενο  το  συγκεκριμένο  παραδοσιακό  Οπλο  να  προβάλλεται  περισσότερο,  ακόμη  και  για  κάποιο  διάστημα  μετά  την  απώλεια  της  εξουσίας  από  εκείνους  (το  505  πΧ  στην  περίπτωση  της  Γέλας).  Η  άποψη  ότι  η  οπλιτική  φάλαγγα  ήταν  πολύ  μειωμένη  στις  αρχαϊκές  πόλεις  της  Σικελίας  και  Ιταλίας,  είναι  σαφώς  υπερβολική.  Η  εν  λόγω  θεωρία  αντικρούεται  από  το  γεγονός  ότι  την  ίδια  εποχή,  οι  ετρουσκικές  πόλεις  της  Ιταλίας  κυβερνώντο  από  αριστοκράτες  και  ηγεμόνες  («λουκουμόνες»  και  στρατιωτικούς  «μακστάρνες»-μάγιστρους)  αλλά  οι  πεζοί  οπλίτες  τους  έχουν  πρωτεύουσα  θέση  στις  ετρουσκικές  καλλιτεχνικές  απεικονίσεις,  παρά  την  ύπαρξη  ικανού  ιππικού.

7

Το  μνημείο  του  Θήρωνος  στον  Ακράγαντα.

Το  480  π.Χ.,  ο  Γέλων  διέθετε  πολεμικό  στόλο  200  σκαφών,  τριήρων,  διήρων  και  πεντηκοντόρων,  προερχόμενα  κυρίως  από  τις  Συρακούσες  και  τις  χαλκιδικές  πόλεις.  Ο  στόλος  του  ήταν  ένας  από  τους  ισχυρότερους  στη  Μεσόγειο.  Επειδή  η  επικράτεια  του  Γέλωνος  δεν  μπορούσε  να  συγκεντρώσει  αυτόν  τον  αριθμό  σκαφών,  το  πιθανότερο  είναι  ότι  συμπεριλαμβάνονταν  τα  πλοία  του  στόλου  του  πεθερού  του,  Θήρωνος  του  Ακράγαντα.  Γενικά,  φαίνεται  ότι  τα  κράτη  Γέλας  και  Ακράγαντα  ήταν  συνδεδεμένα  συνομοσπονδιακά.

Περίπου  την  ίδια  εξέλιξη  και  σύνθεση  με  τον  Γελώο  στρατό,  είχε  και  ο  στρατός  του  Ακράγαντα.  Η  δωρική  προέλευση  των  κατοίκων  του,  και  ο  μεγάλος  πληθυσμός  που  αναπτύχθηκε  στην  ακραγαντίνη  χώρα  και  αυξήθηκε  περαιτέρω  με  τον  εξελληνισμό  των  τοπικών  Σικανών,  υπήρξαν  οι  βάσεις  για  την  ανάπτυξη  ισχυρών  χερσαίων  δυνάμεων  του  Ακράγαντα,  οι  οποίες  αποτελούντο  επίσης  από  την  οπλιτική  φάλαγγα,  το  ιππικό  και  τους  ελαφρά  οπλισμένους  (ψιλούς  κ.α.).  Η  ακραγαντίνη  πολιτική  χώρα  έμοιαζε  πολύ  με  εκείνη  της  Γέλας.  Μια  εκτενής  και  εύφορη  πεδιάδα  που  μπορούσε  να  θρέψει  μεγάλο  πληθυσμό  αλλά  δεν  διέθετε  λιμάνι  κατάλληλο  για  ανάπτυξη  ισχυρού  ναυτικού.  Παρότι  ο  στόλος  του  Ακράγαντα  ήταν  σημαντικά  ανώτερος  από  τον  γελώο,  υπήρξε  πάντα  περιορισμένος  συγκριτικά  με  εκείνον  των  Συρακουσών.  Αυτός  ήταν  ο  βασικός  παράγοντας  λόγω  του  οποίου  οι  Συρακούσες  υπερκέρασαν  τον  Ακράγαντα  σε  ισχύ.

Αργότερα,  οι  τύραννοι  Ιπποκράτης,  Γέλων  και  Θήρων  πλαισίωσαν  τους  στρατούς  της  Γέλας  και  του  Ακράγαντα  με  αρκετούς  μισθοφόρους,  Έλληνες  οπλίτες,  ψιλούς,  και  γηγενείς  Σικελούς.  Ισως  οι  μισθοφόροι  οπλίτες  να  υποσκέλισαν  τις  φάλαγγες  των  πολιτών-οπλιτών  (στους  οποίους  οι  τύραννοι  δεν  είχαν  ιδιαίτερη  εμπιστοσύνη)  αλλά  όχι  και  το  αριστοκρατικό  ιππικό.-

Περικλής  Δεληγιάννης

ΠΗΓΕΣ-  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)               Διόδωρος    ο    Σικελιώτης  :  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ    ΙΣΤΟΡΙΚΗ,  Εκδόσεις    Κάκτος,  Αθήνα    1998

(2)               Ηρόδοτος:  ΙΣΤΟΡΙΑΙ,  Εκδ.  Κάκτος,  Αθήνα.

(3)               Griffo  P.  &  Von    Matt  L.:   GELA.  THE  ANCIENT  GREEKS  IN  SICILY,  Genova:  Stringa,  1963  (Πρώτη  έκδοση)

(4)               CAMBRIDGE    ANCIENT    HISTORY-    First  edition,  Cambridge    1925-1930