archer2

     

     (από το Pinterest, Copyright: The Bulgarian School of horseback archery)

Οι  απέραντες  ασιατικές  στέπες  από  τη  Μαντσουρία  έως  τον  ποταμό  Ουράλη  υπήρξαν  ανέκαθεν  το  λίκνο  νομαδικών  λαών  έντονης  κινητικότητας  και  φιλοπόλεμου  χαρακτήρα,  από  το  οποίο  εξορμούσαν  προκειμένου  να  σχηματίσουν  νομαδικές  «αυτοκρατορίες»  (ενίοτε  έως  και  την  ουγγρική  πεδιάδα)  και  να  εισβάλουν  στις  χώρες  μόνιμα  εγκατεστημένων  λαών,  όπως  η  Κίνα,  η  Ινδία,  το  Ιράν,  οι  ελληνορωμαϊκές  χώρες  και  αργότερα  οι  χριστιανικές  χώρες  της  Ευρώπης.  Ο  Ευρωπαϊκός  Κόσμος  ήταν  εξίσου  εκτεθειμένος  με  τον  Κινεζικό,  τον  Ινδικό  και  τον  Ιρανικό,  στις  φονικές  ορδές  των  έφιππων  πολεμιστών  της  στέπας,  πληρώνοντας  μεγάλο  τίμημα  σε  ανθρώπινες  ζωές  και  υλικές  καταστροφές  από  την  απώτατη  Αρχαιότητα  έως  τον  Υστερο  Μεσαίωνα.

Οι  Ιρανοί  Σάκες  (ανατολικοί  Σκύθες)  ήταν  ίσως  ο  πρώτος  νομαδικός  λαός  ο  οποίος  σχημάτισε  ισχυρή  φυλετική  ένωση  στην  κεντρική  Ασία,  τη  «Μεγάλη  Ορδή  Σάκα»  (Μα-σάκα-τα,  Ma-Saka-ta),  της  οποίας  την  ονομασία  οι  Ελληνες  απέδωσαν  ως  «Μασσαγέτες».  Ακολούθησαν  άλλες  νομαδικές  ενώσεις  τοχαρικών,  τουρκικών  και  μογγολικών  φυλών,  όπως  οι  Βου  Σουν,  Χσιούνγκ  Νου,  Γιούε  Τσι  και  Σιεν  Πι  έως  την  εμφάνιση  των  Ζουάν  Ζουάν  (Αβάρων).

Οι  καταβολές  των  γνωστών  στους  Ευρωπαίους  Αβάρων  βρίσκονται  στις  στέπες  της  Μογγολίας.  Οι  Αβαροι  της  Ευρώπης  δεν  ήταν  μία  «συμπαγής»  φυλετική  ομάδα  με  κοινή  καταγωγή  και  γλώσσα,  αλλά  μία  ένωση  («ομοσπονδία»)  φύλων  ποικίλης  προέλευσης.  Τα  δύο  βασικά  «συστατικά»  της  αβαρικής  ένωσης  ήταν  οι  Ζουάν  Ζουάν  και  οι  Εφθαλίτες  Ούννοι,  αμφότεροι  προερχόμενοι  από  την  παλαιά  φυλετική  ένωση  των  Χσιούνγκ  Νου.  Κατά  τους  2ο  αι.  π.Χ.-1ο  αι.  μ.Χ.,  οι  Χσιούνγκ  Νου  συγκρότησαν  μία  νομαδική  «αυτοκρατορία»  και  ενεπλάκησαν  σε  σκληρούς  πολέμους  με  την  Κινεζική  αυτοκρατορία  των  Τσιν  και  των  Χαν.  Κατά  την  ακμή  της,  η  φυλετική  ένωση  Χσιούνγκ  Νου  εκτεινόταν  στις  στέπες  από  τον  κεντροασιατικό  ποταμό  Ιαξάρτη  στα  δυτικά  έως  τους  μαντσουριανούς  λειμώνες  στα  ανατολικά  και  από  τα  σύνορα  της  Κίνας  και  του  Θιβέτ  έως  τα  όρια  του  σιβηριανών  δρυμών.  Ο  ανώτατος  ηγεμόνας  τους  ονομαζόταν  «σαν  γιου»,  τίτλος  ο  οποίος  αντικαταστάθηκε  αργότερα  από  εκείνον  του  χάνου  ή  χαγάνου,  τον  οποίον  εισήγαγαν  οι  Ζουάν  Ζουάν.  Από  στρατιωτικής  άποψης,  οι  Χσιούνγκ  Νου  βασίζονταν  στους  πολυάριθμους  ιππείς  τους,  κυρίως  στους  περίφημους  ιπποτοξότες  οι  οποίοι  χρησιμοποιούσαν  το  σύνθετο  παλίντονο  τόξο.  Αλλα  επιθετικά  όπλα  τους  ήταν  οι  λόγχες,  τα  ακόντια,  τα  ξίφη,  οι  πολεμικές  κορύνες  κ.ά.,  αλλά  όχι  οι  κινεζικές  βαλλιστρίδες.  Μέρος  των  ευγενών  έφερε  θωράκιση  συγκροτώντας  ένα  ολιγάριθμο  βαρύ  ιππικό  ενώ  οι  πεζοί  ήταν  πάντοτε  ελάχιστοι,  χρησιμοποιούμενοι  κυρίως  σε  αψιμαχίες.

aaa

Το  Χαγανάτο  (Χανάτο)  των  Ζουάν  Ζουάν

Τελικά  οι  Κινέζοι  κατόρθωσαν  να  διασπάσουν  την  ενότητα  των  Χσιουνγκ  Νου  προσεταιριζόμενοι  τον  νότιο  κλάδο  τους,  και  να  διαλύσουν  το  χαγανάτο  τους.  Από  τον  συγκεκριμένο  νότιο  κλάδο  προήλθαν  οι  Ζουάν  Ζουάν  και  κατ’  επέκταση  οι  Αβαροι.  Οι  Χσιούνγκ  Νου  μάλλον  συνδέονταν  με  τους  Ούννους  οι  οποίοι  έδρασαν  στο  Ιράν,  στην  Ινδία  και  στην  Ευρώπη  κατά  τους  4ο-10ο  αι.  μ.Χ.  Η  ουννική  ομάδα  λαών  περιελάμβανε  πολλά  φύλα,  τα  σημαντικότερα  των  οποίων  ήταν  οι  Μαύροι  Ούννοι  (του  Αττίλα),  οι  Σαβείροι  (των  οποίων  το  χαγανάτο  Σιμπίρ  στην  περιοχή  των  Ουραλίων  έδωσε  το  όνομα  του  στη  Σιβηρία),  οι  Κιδαρίτες  ή  Χιονίτες  της  κεντρικής  Ασίας,  τους  οποίους  αρκετοί  ταυτίζουν  με  τους  Ερυθρούς  Ούννους,  και  οι  Εφθαλίτες  ή  Λευκοί  Ούννοι.  Η  φήμη  των  Εφθαλιτών  στη  νότια  Ασία  ήταν  ανάλογη  εκείνης  των  Ούννων  του  Αττίλα  στην  Ευρώπη.

Κατά  τους  3ο-4ο  αι.  μ.Χ.,  στους  μογγολικούς  λειμώνες  σημειώνονταν  εξελίξεις  οι  οποίες  έμελε  να  επηρεάσουν  την  κινεζική  αλλά  και  την  ευρωπαϊκή  Ιστορία.  Πέντε  φυλές  της  φυλετικής  ένωσης  Σιέν  Πι  (η  οποία  είχε  κυριαρχήσει  νωρίτερα  στη  Μογγολία  εκδιώκοντας  τους  Χσιούνγκ  Νου)  κατέκτησαν  τη  βόρεια  Κίνα  ιδρύοντας  εκεί  διάφορα  βασίλεια.  Από  τις  φυλές  τους  που  παρέμειναν  στη  στέπα  (της  Μαντσουρίας),  σημαντικότεροι  ήταν  οι  Κιτάν  (Κιδανοί),  πρόγονοι  ουσιαστικά  των  σύγχρονων  Μογγόλων.  Στα  μέσα  του  4ου  αιώνα,  τρία  γένη  νοτίων  Χσιούνγκ  Νου  ίδρυσαν  στη  μογγολική  στέπα  μία  νέα  φυλετική  ένωση,  τους  Ζουάν  Ζουάν.  Η  ομοσπονδία  τους  επεκτάθηκε  βαθμιαία  με  την  προσάρτηση  διαφόρων  περιφερόμενων  γενών,  ώσπου  το  402  αναδείχθηκε  στην  ισχυρότερη  πολιτική  οντότητα  της  περιοχής.  Στους  Ζουάν  Ζουάν  το  μογγολικό  στοιχείο  υπερτερούσε  έναντι  του  τουρκικού,  γι’  αυτό  τα  τρία  ιδρυτικά  γένη  ίσως  αντιπροσώπευαν  το  βασικό  μογγολικό  στοιχείο  στην  παλαιά  ένωση  Χσιούνγκ  Νου.  Στη  βόρεια  Κίνα  είχαν  εγκατασταθεί  οι  Τομπά,  τουρκικό  φύλο  της  ένωσης  Σιέν  Πι,  η  οποία  είχε  διαλυθεί.  Οι  Τομπά  προσάρτησαν  σταδικά  όλα  τα  βαρβαρικά  βασίλεια  της  βόρειας  Κίνας  (430-439),  ιδρύοντας  εκεί  την  αυτοκρατορία  Τομπά  Ουέι.  Σύντομα  οι  Τομπά  συγκρούσθηκαν  με  τους  Ζουάν  Ζουάν  σε  μια  σειρά  αιματηρών  αναμετρήσεων.  Το  429  μια  ισχυρή  στρατιά  των  Τομπά  διενήργησε  μία  εκστρατεία  «καταδρομικού»  χαρακτήρα  έως  τα  όρη  Τιέν  Σαν,  όπου  συγκρούσθηκε  με  τους  μάλλον  αιφνιδιασμένους  Ζουάν  Ζουάν.  Οι  πρώτοι  νίκησαν  και  επέστρεψαν  στην  Κίνα  με  πολλές  χιλιάδες  αιχμαλώτους.  Παρά  την  ήττα  τους,  οι  Ζουάν  Ζουάν  επεξέτειναν  διαρκώς  την  ηγεμονία  τους,  επανιδρύοντας  ουσιαστικά  το  παλαιό  χαγανάτο  Χσιούνγκ  Νου.  Περί  το  500  έφθασαν  στο  απόγειο  τους,  ελέγχοντας  όλες  τις  εκτάσεις  από  τον  κεντροασιατικό  ποταμό  Ιρτύς  έως  τη  Μαντσουρία.

Νομαδικός  αναβολέας  της  κεντρικής  Ασίας.

Περί  τα  μέσα  του  6ου  αι.,  τα  κράτη  των  Ζουάν  Ζουάν  και  των  Τομπά  κατέρρευσαν  σχεδόν  ταυτόχρονα.  Μετά  το  500,  το  χαγανάτο  των  πρώτων  έφθινε  σταδιακά,  όμως  το  545  κατόρθωσαν  να  καταστήσουν  υποτελείς  τους  Τούρ(ου)κ  (Τού  Κιούε  στην  κινεζική),  έναν  λαό  ικανών  σιδηρουργών  της  περιοχής  Αλτάι.  Πρόκειται  για  το  πρώτο  τουρκικό  φύλο  που  έφερε  την  ονομασία  «Τούρκοι»  (Τούρ(ου)κ).  Αργότερα,  λόγω  της  νομαδικής  αυτοκρατορίας  τους,  το  εθνωνύμιο  τους  επεκτάθηκε  σε  όλους  τους  τουρκόφωνους  λαούς,  οι  οποίοι  δεν  είχαν  έως  τότε  κοινή  ονομασία.  Το  552  οι  Τούρκοι  ηγήθηκαν  ενός  συνασπισμού  εξεγερθέντων  φυλών  εναντίον  των  Ζουάν  Ζουάν,  τους  οποίους  κατετρόπωσαν.  Το  555  ίδρυσαν  το  «Ουράνιο»  Τουρκικό  χαγανάτο,  όπως  το  αποκάλεσαν,  το  οποίο  επεκτάθηκε  αργότερα  στους  λειμώνες  από  την  Κασπία  έως  τη  Μαντσουρία.  Η  επιρροή  των  «Ουράνιων»  Τούρκων  έφθανε  έως  τον  Εύξεινο  Πόντο,  μέσω  του  οποίου  είχαν  επαφές  συμμαχίας  με  τη  Βυζαντινή  Αυτοκρατορία.

Η  αυτοκρατορία  των  Ζουάν  Ζουάν  διαλύθηκε  και  εκείνοι  αναγκάσθηκαν  να  διαφύγουν  προς  την  κεντρική  Ασία  και  τη  Δύση.

Περικλής  Δεληγιάννης

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)         HISTORY  OF  CHINA,  vols.  2,  3, Cambridge University  Press.

(2)         HISTORY  OF IRAN,  Vol.  3, Cambridge University  Press.

(3)         Moravcsik  Gyula:  BYZANTINO-TURCICA,  2  Band., Berlin  1958  (β΄  έκδοση).