Ο  βασιλιάς  Πύρρος  στη  μάχη  του  Ασκλου  εναντίον  των  Ρωμαίων  (279  π.Χ.)  σε  εξαίρετο  πίνακα  του  Giuseppe  Rava.  Σε  πρώτο  πλάνο,  η  μακεδονικού  τύπου  φάλαγγα  των  Ηπειρωτών  και  Μακεδόνων  του  Πύρρου,  η  οποία  κατατρόπωσε  τους  Ρωμαίους  (Copyright:  Giuseppe  Rava)

Η  μακεδονική  φάλαγγα  σαρισσοφόρων  και  οι  σπείρες  της  ρωμαϊκής  λεγεώνας  υπήρξαν  οι  δύο  πιο  επιτυχημένοι  σχηματισμοί  μάχης  της  Αρχαιότητας.  Η  φάλαγγα  των  πεζεταίρων  σαρισσοφόρων  δημιουργήθηκε  από  τον  Φίλιππο  Β΄  της  Μακεδονίας  στα  μέσα  του  4ου  προχριστιανικού  αιώνα,  όταν  εκείνος  επηρεάσθηκε  από  τους  πολεμικούς  νεωτερισμούς  του  Αθηναίου  στρατηγού  Ιφικράτη  και  του  Θηβαίου  στρατηγού  Επαμεινώνδα.  Η  μακεδονική  φάλαγγα  διέγραψε  μία  μεγάλη  πορεία.  Οι  Μακεδόνες  ήταν  εκείνοι  που  τη  χρησιμοποίησαν  για  πρώτη  φορά  και  έπειτα  την  κληροδότησαν  στα  Μακεδονικά  Ελληνιστικά  Βασίλεια  που  σχηματίσθηκαν  οριστικά  μετά  τη  διάσπαση  του  Κράτους  του  Μεγάλου  Αλεξάνδρου.  Ετσι  στη  συνέχεια  τη  χρησιμοποίησαν  οι  Αντιγονίδες,  ο  Λυσίμαχος,  οι  Σελευκίδες,  οι  Πτολεμαίοι,  οι  Ατταλίδες  της  Περγάμου  και  τα  Ελληνιστικά  Βασίλεια  της  Βακτρίας,  της  Ινδίας,  του  Πόντου  και  άλλα  μικρότερα.  Στην  κυρίως  Ελλάδα,  οι  Ηπειρώτες  του  μεγάλου  βασιλιά  Πύρρου,  οι  Αχαιοί,  οι  Βοιωτοί  και  οι  Σπαρτιάτες  συγκρότησαν  σε  διαφορετικές  εποχές,  φάλαγγες  μακεδονικού  τύπου.  Αντίθετα,  οι  Αθηναίοι  και  οι  υπόλοιποι  Ελληνες  της  κυρίως  Ελλάδας,  όπως  και  οι  Ελληνες  της  Σικελίας,  της  Ιταλίας,  της  Γαλατίας-Ιβηρίας  (Μασσαλίας  και  αποικιών  της),  της  Κυρηναϊκής  και  του  βόρειου  Ευξεινου  Πόντου,  δεν  υιοθέτησαν  ποτέ  τη  μακεδονική  φάλαγγα.  Μόνο  οι  Ταραντίνοι  συγκρότησαν  μία  βραχύβια  μακεδονική  φάλαγγα  υπό  την  καθοδήγηση  του  Πύρρου.

aaa

Τα  ελληνικά  βασίλεια  της  Βακτρίας  και  της  Ινδίας.

 –

Η  μακεδονική  φάλαγγα  χρησιμοποιήθηκε  ουσιαστικά  για  τελευταία  φορά  μετά  από  τέσσερις  και  μισό  αιώνες,  τον  1ο  αι.  μ.Χ.,  σε  δύο  μη-ελληνικά  κράτη:  στο  Κουσανικό  Βασίλειο  της  Βακτρίας  (σύγχρονο  Αφγανιστάν  και  Ουζμπεκιστάν)  και  στο  βορειοσυριακό  Βασίλειο  της  Κομμαγηνής.  Τον  1ο  αι  μ.Χ.  δεν  υπήρχαν  πλέον  ελληνικά  κράτη  στη  Μεσόγειο  και  τη  Μέση  Ανατολή,  παρά  μόνο  ελληνίζοντα.  Οι  Κουσανοί  ήταν  ένα  γένος  της  τοχαρικής  φυλής  Γιούε  Τσι  από  την  Κεντρική  Ασία.  Τον  2ο-1ο  αι.  π.Χ.  οι  Κουσανοί  ένωσαν  όλα  τα  γένη  των  Γιούε  Τσι  και  κυρίευσαν  τα  περισσότερα  παλαιά  εδάφη  του  Βακτρο-Ελληνικού  Βασιλείου.  Αργότερα  κυρίευσαν  και  τα  παλαιά  εδάφη  του  Ινδο-Ελληνικού  Βασιλείου.  Ετσι  οι  Κουσανοί  ίδρυσαν  μία  αυτοκρατορία  που  περιέλαβε  τεράστιες  ινδικές  εκτάσεις.

Τουλάχιστον  στη  Βακτρία,  οι  Κουσανοί  διέθεταν  μονάδες  μακεδονικής  φάλαγγας  έως  τον  1ο  αι  μ.Χ.,  όπως  φαίνεται  από  ισχυρές  αρχαιολογικές  και  ιστορικές  ενδείξεις.  Αυτό  είναι  ένα  δείγμα  επιβίωσης  αρκετών  Ελλήνων  παλαιών  στρατιωτικών  αποίκων  στην  περιοχή,  επειδή  εκείνοι  στελέχωναν  τη  φάλαγγα.  Προφανώς  οι  συγκεκριμένοι  στρατιωτικοί  άποικοι  («κάτοικοι»)  εντάχθηκαν  στον  κουσανικό  στρατό  μετά  από  συμφωνία.  Το  πιθανότερο  είναι  ότι  οι  Κουσανοί  επέτρεψαν  στους  Ελληνες  σαρισσοφόρους  και  ιππείς  των  παλαιών  ελληνικών  κρατών  της  Βακτρίας  και  Ινδίας,  να  διατηρήσουν  τους  γεωργικούς  κλήρους  τους,  με  αντάλλαγμα  την  υπηρεσία  τους  στον  κουσανικό  στρατό.  Οι  Κουσανοί,  όπως  και  οι  Σάκες  που  κατέκτησαν  πρώην  ελληνικά  εδάφη  στη  Βακτρία  και  την  Ινδία,  σεβάσθηκαν  τον  ελληνικό  πολιτισμό  και  υιοθέτησαν  πολλά  στοιχεία  του,  όπως  τη  χρήση  της  ελληνικής  γλώσσας  και  γραφής  στη  διοίκηση  τους.

Armenia & Kommagene

Το  μικρό  Βασίλειο  της  Κομμαγηνής  (στο  κέντρο-αριστερό  του  χάρτη).

Η  Κομμαγηνή  ήταν  πελατικό  βασίλειο  της  Ρώμης  και  διέθετε  σχηματισμούς  μακεδονικής  φάλαγγας  έως  το  τέλος  του  (72  μ.Χ.).  Και  σε  αυτήν  την  περίπτωση  οι  σαρισσοφόροι  περιελάμβαναν  παλαιούς  Ελληνες  αποίκους  στην  Κομμαγηνή,  αλλά  πιθανώς  οι  εντόπιοι  Αραμαίοι  (εξελληνισμένοι  και  μη)  πλειοψηφούσαν.  Υπήρχαν  αναμφίβολα  και  αρκετοί  μισθοφόροι  σαρισσοφόροι.  Ετσι,  οι  Κομμαγηνοί  και  οι  Κουσανοί  διατήρησαν  την  παράδοση  της  μακεδονικής  φάλαγγας.  Είναι  εντυπωσιακό  το  ότι  αυτός  ο  σαρωτικός  σχηματισμός  μάχης  ο  οποίος  γεννήθηκε  στη  Μακεδονία,  χρησιμοποιήθηκε  για  τελευταία  φορά  μετά  από  περίπου  450  χρόνια  στη  βόρεια  Συρία  και  κυρίως  στο  μακρινό  Αφγανιστάν.

Συγκριτικά,  ο  σχηματισμός  σπειρών  της  ρωμαϊκής  λεγεώνας  επινοήθηκε  περίπου  μία  γενεά  νωρίτερα  από  τη  μακεδονική  φάλαγγα  πεζεταίρων,  αλλά  έλαβε  την  κλασσική  μορφή  του  περί  το  270  π.Χ.,  αμέσως  μετά  τον  πόλεμο  των  Ρωμαίων  εναντίον  του  Πύρρου.  Οι  σπείρες  της  ρωμαϊκής  λεγεώνας  παρακμάσαν  και  καταργήθηκαν  πρακτικά  ως  σχηματισμός  μάχης  τον  4ο  αι.  μ.Χ.,  όταν  οι  Ρωμαίοι  στράφηκαν  αποφασιστικά  στο  ιππικό.  Η  ρωμαϊκή  λεγεώνα  διατηρήθηκε  επί  επτά  αιώνες.

Περικλής  Δεληγιάννης