19

Απεικόνιση τριήρους του 5ου αι. (με τομές) η οποία εισέρχεται στο λιμάνι της Δήλου. Οι Συρακούσιοι νίκησαν τους Ετρούσκους στη ναυμαχία της Κύμης και πάλι στη συνέχεια, χάρη στη μεγάλη  υπεροπλία τους σε τριήρεις (copyright: Stephen  Bistie).

.

Μετά την ετρουσκική ήττα στη μάχη της Κύμης (524 π.Χ.), οι Κυμαίοι και οι Ετρούσκοι (ή Τυρρηνοί) δεν ήλθαν σε σοβαρή αντιπαράθεση έως το 505 π.Χ. Τότε, οι Λατίνοι της πόλης-κράτους Αρικίας ζήτησαν τη βοήθεια των Κυμαίων εναντίον των Ετρούσκων από τους οποίους είχαν απελευθερωθεί, αλλά οι τελευταίοι είχαν επανέλθει δριμύτεροι υπό τον πολέμαρχο του ισχυρού Κλουσίου (ετρουσκικό Clevsin), Λαρθ Πορσήνα. Ο Πορσήνας ανακατέλαβε την επαναστατημένη Ρώμη για λογαριασμό της Ετρουσκικής Συμπολιτείας και επέστρεψε στο Κλούσιο, αφήνοντας τον γιο του, Λαρθ Αρούνς να ανακαταλάβει τις πόλεις του Λατίου. Τότε οι Αρικιανοί ζήτησαν τη βοήθεια της Κύμης, η οποία δέχθηκε το αίτημα τους, προκειμένου να καταφέρει προληπτικό πλήγμα στους Τυρρηνούς. Οι Κυμαίοι γνώριζαν πως αργά ή γρήγορα οι Ετρούσκοι θα βάδιζαν πάλι εναντίον τους. Οι αριστοκράτες που κυβερνούσαν την Κύμη έστειλαν στο Λάτιο ένα εκστρατευτικό σώμα υπό τον Αριστόδημο, παλαίμαχο ήρωα της μάχης της Κύμης. Ο Αριστόδημος βρήκε τον Αρούνς να πολιορκεί την Αρικία και επιτέθηκε εναντίον του. Ακολούθησε νέα οπλιτική μάχη ανάμεσα σε Κυμαίους και Αρικιανούς από τη μία πλευρά, και Ετρούσκους από την άλλη. Οι Κυμαίοι κέρδισαν τη μάχη, όταν ο Αριστόδημος κατόρθωσε να σκοτώσει τον Αρούνς (505 π.Χ.). Οι Τυρρηνοί εκκένωσαν οριστικά το Λάτιο και τη χώρα των Αουρούνκων, χάνοντας έτσι την εδαφική επαφή με τις αποικίες τους στην Καμπανία. Ο Αριστόδημος επέστρεψε θριαμβευτής στην Κύμη, όπου με τη βοήθεια του λαού ανέτρεψε τους ευγενείς και κατέστη λαοπρόβλητος τύραννος. Για την κατάληψη της εξουσίας χρησιμοποίησε τους πολυάριθμους Ετρούσκους αιχμαλώτους που έφερε από το Λάτιο, τους οποίους εξόπλισε και έπειτα ενσωμάτωσε στον νέο στρατό του. Οι Ετρούσκοι και Ελληνες μαχητές της φρουράς του, κατέστησαν βασικό στήριγμα του. Οι Κυμαίοι αριστοκράτες τους οποίους ο Αριστόδημος δεν πρόλαβε να φονεύσει, κατέφυγαν στη γειτονική ισχυρή Καπύη (λατινικά Capua, ετρουσκ. Campeva), μεγάλη αντίπαλο της Κύμης.

Ο ικανός Αριστόδημος είχε μεγαλεπήβολα σχέδια: σκόπευε να μεταφέρει μόνιμα τον πόλεμο εναντίον των Ετρούσκων στις όχθες του Τίβερη, στα σύνορα της ίδιας της Ετρουρίας. Ετσι θα απάλλασε την Κύμη και τις αποικίες της από τη μόνιμη τυρρηνική πίεση στα δικά τους σύνορα. Όμως η ανάλγητη συμπεριφορά του απέναντι στον δήμο που τον υποστήριξε, επέφερε την εξέγερση εναντίον του και την επαναφορά του ολιγαρχικού πολιτεύματος.

Χάρτης της αρχαίας Ιταλίας και Σικελίας, με τις ελληνικές πόλεις-κράτη και παραπομπές στα κυριότερα νομίσματα τους, στα οποία διακρίνονται αρκετά συνήθη εμβλήματα των διαφόρων πόλεων: ο ανθρωπόμορφος και ο συνήθης ταύρος, ο λέων, η λεοντοκεφαλή, ο Πήγασος, ο λαγός, ο αετός κ.α. Τα εμβλήματα αυτά ήταν συνήθη και στις ασπίδες των οπλιτών των αντίστοιχων πόλεων.

.

Μετά τη νέα ήττα τους στην Αρικία, οι Τυρρηνοί επιζητούσαν την αποκατάσταση της εδαφικής επαφής με τις καμπανικές αποικίες τους, με τις οποίες επικοινωνούσαν μόνο μέσω θαλάσσης. Ομως είχαν περάσει σε φάση συρρίκνωσης, υποχωρώντας στο Λάτιο, στην Παδανία έναντι των αγρίων Γαλατών , στη Λιγυρία και αλλού. Ετσι δεν μπορούσαν να προσβάλουν την Κύμη. Το 480 π.Χ. ενίσχυσαν τους Καρχηδόνιους οι οποίοι επιτέθηκαν στην ελληνική Σικελία, εναντίον των κρατών των Γέλωνος και Θήρωνος, στέλνοντας Ετρούσκους μισθοφόρους και πλοία στο μεγάλο καρχηδονιακό εκστρατευτικό σώμα που συγκεντρώθηκε στη φοινικική βορειοδυτική Σικελία. Ωστόσο, ο επιβλητικός καρχηδονιακός στρατός συνετρίβη κατά τη μεγάλη μάχη της Ιμέρας (480).

Το 474 πΧ, οι Τυρρηνοί ανέλαβαν δυνάμεις και κινήθηκαν πάλι εναντίον της Κύμης, αλλά αυτή τη φορά από τη θάλασσα. Η Κύμη ήταν τότε εξαντλημένη αλλά οι άλλοι Ιταλιώτες (Ελληνες της Ιταλίας) πρόλαβαν να την ενισχύσουν. Ο Ιέρων, τύραννος των Συρακουσών, διαβλέποντας την ετρουσκική απειλή για όλους τους Ελληνες της Δύσης, ανταποκρίθηκε στην έκκληση των Κυμαίων για βοήθεια, στέλνοντας έναν στόλο σικελιωτικών τριήρων στο λιμάνι της. Παρότι δεν αναφέρεται, άποψη του γράφοντος είναι ότι κατά τον πλου του έως την Καμπανία, ενώθηκαν μαζί του και μοίρες από τις ιταλιωτικές πόλεις του Τυρρηνικού Πελάγους, δηλαδή από το Ρήγιο, την Τερίνα, το Ιππώνιο, την Ελέα, τον Λάο, την Ποσειδωνία κ.α. οι οποίες πλήττονταν από τους Ετρούσκους πειρατές. Όταν τα ελληνικά πολεμικά πλησίασαν την Κύμη, την βρήκαν να πολιορκείται από τον ετρουσκικό στόλο. Πιθανώς η πόλη πολιορκείτο και από την ξηρά, από τους Τυρρηνούς της Καμπανίας, προκειμένου να αποκλεισθεί τελείως. Το ελληνικό ναυτικό επιτέθηκε αμέσως εναντίον του ετρουσκικού, και πέτυχε συντριπτική νίκη σε ναυμαχία στα ανοιχτά της Κύμης (474 πΧ). Η νίκη οφείλετο κυρίως στο ότι τα ελληνικά σκάφη ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία τριήρεις, ενώ το τυρρηνικό ναυτικό δεν είχε εκσυγχρονισθεί, αποτελούμενο ακόμη κυρίως από απηρχαιωμένες διήρεις και πεντηκοντόρους (ωστόσο διέθετε μερικές τριήρεις). Μετά τη νίκη τους, οι Συρακούσιοι ίδρυσαν μια στρατιωτική αποικία στο νησί Πιθηκούσες για την υπεράσπιση της Κύμης.

4

Οι Ετρούσκοι νικήθηκαν για δεύτερη φορά μπροστά στην Κύμη, αυτή τη φορά στο πέλαγος. Με αυτόν τον τρόπο, απώλεσαν και τη θαλάσσια επαφή με τις αποικίες τους στην Καμπανία με αποτέλεσμα εκείνες να αποδυναμωθούν και να κυριευθούν σε μερικές δεκαετίες από τους Οσκους της ιταλικής ενδοχώρας (Πέντρους, Σιδικινούς, Ιρπίνους κ.α.). Αν η μάχη της Κύμης (524) ήταν ο «Μαραθώνας» των Ιταλιωτών Ελλήνων, η ναυμαχία της Κύμης ήταν η «Σαλαμίνα» τους. Και όπως η Αθήνα στη Σαλαμίνα, τον κύριο ρόλο στη ναυμαχία της Κύμης έπαιξε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη των Ελλήνων της Δύσης: οι Συρακούσες.

Οι Τυρρηνοί ναυπήγησαν νέο στόλο και κυριάρχησαν πάλι στο Τυρρηνικό πέλαγος που φέρει μέχρι σήμερα το όνομα τους. Η ετρουσκική ανάκαμψη ανάγκασε τους Συρακουσίους να διενεργήσουν νέα ναυτική εκστρατεία εναντίον τους, το 453 πΧ, στις ακτές της ίδιας της Ετρουρίας. Ο Συρακούσιος ναύαρχος Φάυλλος κυρίευσε τη νήσο Αιθάλεια (σημερινή Έλβα) αλλά ενδεχομένως δωροδοκήθηκε από τους Ετρούσκους και τελικά επέστρεψε στην Σικελία άπρακτος. Σε κάθε περίπτωση, η ύποπτη στάση του προκάλεσε την καταδίκη του από τους συμπολίτες του, σε εξορία. Εκείνοι όρισαν νέο ναύαρχο τον Απελλή, στον οποίο έδωσαν 60 τριήρεις. Ο ικανός Απελλής πέτυχε αρχικά την εξασθένηση του εχθρικού ναυτικού με καταδρομικές επιχειρήσεις στους ετρουσκικούς λιμένες, και έπειτα προσέβαλε την Κορσική η οποία ανήκε στην Καίρη (Caisra, στα ελληνικά: Άγυλλα ή Καίρη), την ισχυρότερη ναυτική πόλη της Ετρουρίας. Όπως αναφέρεται, κατέλαβε πολλές περιοχές του νησιού και μάλλον ίδρυσε εκεί κάποια αποικία ή πολεμικό ναύσταθμο, όπως συνάγεται από την αναφορά κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ενός λιμένα με το όνομα «Συρακοσίων Λιμήν» (Portus Syracosianus) στη νότια Κορσική. Έπειτα ο Απελλής ανακατέλαβε την Αιθάλεια και επέστρεψε στην Σικελία με πολλούς Τυρρηνούς αιχμαλώτους και πλούσια λάφυρα.

chariot

Πολεμικό άρμα των Τυρρηνών, του 6ου αι π.Χ. Το συγκεκριμένο χρησιμοποιείτο σε Θριάμβους μετά από κάποια νίκη, και σε άλλες τελετές. Από τον συγκεκριμένο ετρουσκικό τύπο κατάγονται τα άρματα στα οποία επέβαιναν οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι ύπατοι όταν τελούσαν τους Θριάμβους τους.

.

Παρά τις διαρκείς ελληνικές νίκες, η ένδοξη Κύμη ήταν πλέον αρκετά αποδυναμωμένη. Ήδη από το 470 π.Χ., η ανεξάρτητη αποικία της, Νεάπολη (σημερινή Νάπολι), τη συναγωνιζόταν και εξελισσόταν στη νέα ελληνική μητρόπολη της Καμπανίας. Στα μέσα του 5ου αι. εμφανίσθηκε ένας νέος, ακαταμάχητος εχθρός, οι προαναφερόμενοι Όσκοι-Σαμνίτες, οι οποίοι σύντομα κατέκτησαν την Καμπανία. Οι παλαιοί αντίμαχοι, Έλληνες και Ετρούσκοι, εξουθενωμένοι από τους μακροχρόνιους πόλεμους μεταξύ τους, δεν μπορούσαν να τους απωθήσουν. Μία προς μία οι πόλεις τους, κατακτήθηκαν από τους Όσκους (ελληνικά: Οπικούς), με την εξαίρεση της Νεάπολης. Οι εισβολείς κατέκτησαν την Καπύη το 423 π.Χ., την Κύμη το 421 και την Ποσειδωνία λίγο αργότερα. Εντούτοις, οι Κυμαίοι επέζησαν επειδή εγκαταστάθηκαν στη Νεάπολη, όπου πολιτογραφήθηκαν. Η Νεάπολη κατέστη η «νέα Κύμη». Οι Όσκοι δεν κυρίευσαν ποτέ τη Νεάπολη παρότι την πίεσαν αφόρητα. Η πόλη παρέμεινε ελληνική και κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Οι Νεαπολίτες διατήρησαν τη γλώσσα τους ακόμη και όταν οι γειτονικοί Καμπανοί εγκατέλειψαν τη δική τους οσκική γλώσσα υπέρ της λατινικής των Ρωμαίων.

Χίλια χρόνια αργότερα, κατά τον πόλεμο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εναντίον των Οστρογότθων, οι Βυζαντινοί στρατιώτες βρήκαν τους Νεαπολίτες να μιλούν την ελληνική γλώσσα και να έχουν ελληνικά ονόματα. Στις ημέρες μας, οι κάτοικοι της Νάπολι προβάλουν την ελληνική προέλευση της πόλης τους σε κάθε ευκαιρία.

.

Περικλής Δεληγιάννης

.

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ O ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ Ρωμαϊκή αρχαιολογία
  2. ΔΙΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ Ιστορική Βιβλιοθήκη
  3. ΤΙΤΟΣ ΛΙΒΙΟΣ Ρωμαϊκή Ιστορία
  4. THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY, New edition, Vol. VII-part 2, Cambridge University Press 1998
  5. ΤΟΥΝΒΕΕ Αr: A study of History, London 1965